Micro

22
12

Αγία Βαρβάρα: Μία «αόρατη» πόλη

Αόρατος, η, ο/επίθετο: Αυτός που δεν είναι ορατός, που είναι αδύνατον να τον δεις. Σε αυτή την ερμηνεία της λέξης «αόρατος», θα πρόσθετα και μία ακόμα: Αυτός που δεν θέλεις να δεις. Αυτό ταιριάζει ακριβώς στην Αγία Βαρβάρα, το μικρό δήμο των 35.000 κατοίκων που όσο πάει και «εξαφανίζεται» από τα μάτια των ιθυνόντων. Αλλά και όταν είναι ορατή, τη βλέπουν όπως αυτοί θέλουν. Δεν μπορεί αλλιώς να εξηγηθεί η κατάσταση στην οποία έχει φτάσει η πόλη. Τυχαία ξεκινάω με το θέμα των τραπεζών. Τώρα που γράφεται αυτό το άρθρο, Δεκέμβριος του 2020, μάταια θα αναζητήσει κάποιος υποκατάστημα τράπεζας στην πόλη μας. Η Εθνική ήταν η τελευταία που κατέβασε ρολά πριν λίγες μέρες. (...) Χρόνια τώρα οι κάτοικοι της Αγίας Βαρβάρας θεωρούνται πολίτες δεύτερης κατηγορίας με όλες τις υπηρεσίες να βρίσκονται εκτός δήμου. Η Εφορία, το ΙΚΑ (ή όπως το λένε σήμερα) και η ΕΥΔΑΠ στην Νίκαια, ο ΟΤΕ και η ΔΕΗ στο Αιγάλεω. Αν λοιπόν το δημόσιο το βλέπει έτσι, γιατί να μην το βλέπουν με τον ίδιο τρόπο και οι ιδιώτες, που στο κάτω-κάτω νοιάζονται πρωτίστως για το πώς θα μειώσουν το προσωπικό τους προκειμένου να διασώσουν τα κέρδη τους… έρχομαι στο πιο πρόσφατο γεγονός με πρωταγωνιστή τον ΔΕΔΔΗΕ ο οποίος με την κάλυψη των ΜΑΤ «είδε» την Αγία Βαρβάρα και έκανε επιδρομή στην περιοχή κόβοντας το ρεύμα σε μεγάλο αριθμό οικογενειών. Θεωρήθηκε πάλι ότι η Αγία Βαρβάρα, λόγω του υψηλού (!) βιοτικού επιπέδου των κατοίκων της έπρεπε να επιλεγεί. (...) Τα παραπάνω, δυστυχώς, δεν είναι τα μόνο προβλήματα της πόλης. Η εγκληματικότητα, η διακίνηση ναρκωτικών, το παραεμπόριο είναι καθημερινή πραγματικότητα. Αν σε αυτά προστεθούν οι ελλείψεις σε δομές υγείας, οι προβληματικές συγκοινωνίες, η ανυπαρξία χώρων πολιτισμού, τα προβλήματα στα σχολεία, το αποτέλεσμα είναι να έχουμε μία πόλη η οποία δεν μπορεί καλύψει τις στοιχειώδεις ανάγκες των πολιτών της. Η τοπική αυτοδιοίκηση θα μπορούσε να παίξει ουσιαστικό ρόλο. Η αλλαγή ωστόσο από τη ΝΔ του «Κλεισθένη» και του πλαισίου που οδηγούσε στην αναζήτηση και επίτευξη συναίνεσης και συνεργασίας ανάμεσα στις δημοτικές παρατάξεις, άλλαξε δραματικά το τοπίο. Ο ρόλος του δημοτικού συμβουλίου έχει πλήρως αποδυναμωθεί. Οι υπερεξουσίες που έχουν δοθεί στον δήμαρχο και την Οικονομική Επιτροπή, περιορίζουν τη δυνατότητα παρέμβασης της αντιπολίτευσης. Δεν καταθέτουμε όμως τα όπλα. Η διεκδίκηση είναι ο μόνος δρόμος και αυτό το γνωρίζουμε καλά. Και σ’ αυτόν θα συνεχίσουμε να πορευόμαστε ώστε η Αγία Βαρβάρα να πάψει να είναι αόρατη.
18
12

Πώς συλλογάται και ερευνά ο Δημήτρης Ψαρράς

Το όνομα του Δημήτρη Ψαρρά, εδώ και δεκαετίες, ήδη από τα χρόνια του «Σχολιαστή» και του «Ιού» της Ελευθεροτυπίας, είναι ταυτισμένο με την ερευνητική και στοχαστική δημοσιογραφία. Εκτοτε μας χάρισε έργα που την υπερβαίνουν και εντάσσονται στην επικράτεια της μελέτης: για το «φαινόμενο Καρατζαφέρη», τα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών και τη νεοναζιστική Χρυσή Αυγή, εγχείρημα μέγα, στο οποίο και αφοσιώθηκε τα τελευταία χρόνια. Τώρα, πριν στεγνώσει το μελάνι της καταδικαστικής απόφασης για τη Χ.Α. (έργο, σε μεγάλο βαθμό, αλλά και δικαίωση μεγίστη του Ψαρρά) μας χαρίζει το βιβλίο Πώς συλλογάται ο Ρήγας; Αμέσως αναρωτιέται κανείς: έχουν γραφτεί τόσα και τόσα για τον Ρήγα, τι καινούργιο έχει να μας προσφέρει; Η απορία ωστόσο μετατρέπεται σε ευχάριστο ξάφνιασμα, καθώς ο αναγνώστης διαπιστώνει ότι μαθαίνει πολλά και σημαντικά. Ο Ψαρράς, κρατώντας τον μίτο σε μια δαιδαλώδη αναζήτηση, ανακαλύπτει την προέλευση δύο εμβληματικών φράσεων, οικείων από τα σχολικά μας χρόνια: «Καλλιό ’ναι μίας ώρας ελεύθερη ζωή / παρά σαράντα χρόνοι σκλαβιά και φυλακή», «Οποιος ελεύθερα συλλογάται, συλλογάται καλά». Ανήκουν, αντίστοιχα, στον Αγγλο συγγραφέα και πολιτικό Αντισον και τον Ελβετό λόγιο Χάλερ – και είναι εξόχως ενδιαφέρον μέσα από ποιες ατραπούς φτάνει ο Ρήγας σε αυτούς· δεν θα το φανερώσω όμως εδώ. Συνολικότερα, ο συγγραφέας ιχνηλατεί την προέλευση πολλών ιδεών του Ρήγα – εύγλωττοι είναι οι συγκριτικοί πίνακες με παραθέματα από τον Φέργκιουσον, τον Βολτέρο, τη γαλλική Εγκυκλοπαίδεια κ.ά.
29
11

Η σιωπή και ο θάνατος του συγγραφέα

Στον σύντομο αυτό τόμο περιέχονται οι επιστολές που έφτασαν να απευθύνουν οι δύο μεγάλοι λογοτέχνες, ο Ζαμιάτιν και ο Μπουλγκάκοφ, στον ίδιο τον Στάλιν, ελπίζοντας να τον πείσουν να τους επιτρέψει να πάρουν διαβατήριο και να φύγουν από την ΕΣΣΔ. Είναι γραμμένες σε μια πολύ δύσκολη εποχή (από τα τέλη της δεκαετίας του 1920 έως τα τέλη της δεκαετίας του 1930) και αφού το έργο τους είχε μπει πλέον στο στόχαστρο των σοβιετικών αρχών. (...) Για τους δύο συγγραφείς το γράψιμο ταυτίζεται με τη ζωή: «αν σωπάσει ένας αληθινός συγγραφέας, τότε πεθαίνει», γράφει ο Μπουλγκάκοφ· «θανατική ποινή αποτελεί ακριβώς η στέρηση της δυνατότητας να γράφω», λέει ο Ζαμιάτιν. Υπήρχε άραγε άλλη λύση για τους δύο (αλλά και άλλους, σε αντίστοιχη θέση) λογοτέχνες; Στη δεύτερη επιστολή του (Μάρτιος του 1930), ο Μπουλγκάκοφ γράφει: «Μετά την απαγόρευση όλων των έργων μου […] μου έδιναν την ίδια πάντα συμβουλή. Να συγγράψω “ένα κομμουνιστικό θεατρικό έργο” […] και εκτός αυτού να απευθυνθώ στην Κυβέρνηση της ΕΣΣΔ με ένα γράμμα μετανοίας, το οποίο θα περιέχει την άρνηση των προηγούμενων απόψεών μου που έχω εκφράσει σε λογοτεχνικά έργα», για να προσθέσει λίγο παρακάτω: «αυτή τη συμβουλή δεν την ακολούθησα». Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ, Γεβγκένι Ζαμιάτιν «Επιστολές στον Στάλιν», μτφ. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, εκδόσεις Άγρα, 2020
14
11

Διαδηλώνοντας τον καιρό του COVID-19

Δούλεψα στους θαλάμους COVID-19 και έχω δει πόσο μεταδοτικός μπορεί να είναι αυτός ο ιός και πώς είναι αυτοί οι θάνατοι. Χρειάζονται πέντε έως επτά ημέρες για να εμφανιστούν συμπτώματα. Επτά έως 10 ημέρες μετά από αυτό, οι άνθρωποι μπορεί να χειροτερέψουν και να εμφανιστούν στο νοσοκομείο. Το είδαμε αυτό στο νοσοκομείο μας τον Απρίλιο, όταν πολλαπλασιάστηκαν τα περιστατικά δύο εβδομάδες μετά το Σαββατοκύριακο του Πάσχα. Πολλοί από εμάς στον ιατρικό τομέα ανησυχούσαμε ότι εάν οι διαδηλωτές δεν λάβουν προφυλάξεις κατά την άσκηση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματός τους να διαμαρτυρηθούν, οι άνθρωποι θα αρρώσταιναν σε μεγάλους αριθμούς, με τους Μαύρους, τους Αμερικανούς Ιθαγενείς και τους Λατίνους να επηρεάζονται δυσανάλογα. Ωστόσο, έχουμε τώρα στοιχεία που δείχνουν ότι το ποσοστό μόλυνσης COVID-19 μεταξύ των διαδηλωτών ήταν εξαιρετικά χαμηλό: 2,5% εδώ στη Μασαχουσέτη, με το συνολικό ποσοστό μόλυνσης να συνεχίζει να μειώνεται. Αυτό αντικατοπτρίζει την τάση σε όλη τη χώρα μεταξύ των διαδηλωτών και ο λόγος είναι αυτός: οι διαδηλώσεις πραγματοποιήθηκαν σε εξωτερικούς χώρους και ως επί το πλείστον οι άνθρωποι φορούσαν μάσκες και διατηρούσαν αποστάσεις.
05
11

Πληγές του παρελθόντος, κηλίδες του παρόντος

Το έξυπνο εύρημα ενός συγγενή που συμπυκνώνει ό,τι μπορεί να θεωρηθεί πως περιγράφει τον «άλλο» (άγνωστος Αιθίοπας αδελφός που όμως είναι υπό αμφισβήτηση, όπως υπό αμφισβήτηση είναι και ο άγνωστος ανιψιός, ο «κατάμαυρος» πρόσφυγας που για το ιταλικό κράτος είναι «λαθραίος») δίνει τη δυνατότητα στην Φραντσέσκα Μελάντρι να ανοίξει μια τεράστια βεντάλια από κρίσιμα και δύσβατα θέματα, τα οποία πραγματεύεται στο εξαιρετικό μυθιστόρημά της: την οδύσσεια των προσφύγων που παλεύουν να φτάσουν σε μια ήπειρο που δεν τους θέλει και τους καταδιώκει με σωρεία από αντιμεταναστευτικούς νόμους, τον διάχυτο κοινωνικό ρατσισμό και τις θεωρίες συνωμοσίας για τους «ξένους» («οι Κινέζοι πριονίζουν τις κολόνες των πολυκατοικιών»), το πώς η αντιμεταναστευτική πολιτική κρύβει πίσω της τη γενικότερη ταξική επίθεση στα φτωχότερα στρώματα της κοινωνίας. Να μιλήσει για τη διαφθορά στην Ιταλία («αυτή είναι η χώρα μας, ένα δίκτυο από συμφέροντα και πλεονεκτήματα»), για τις τραγικές στιγμές που έχει ζήσει η Αιθιοπία στην ιστορία της αλλά και για τη φρίκη της ιταλικής κατοχής (με τις σφαγές και τα δηλητηριώδη αέρια) και τον «επιστημονικό ρατσισμό» της (που «αποδείκνυε επιστημονικά» την «κατωτερότητα» των Αφρικανών), για «τις κυβερνήσεις του Μπερλουσκόνι, που είχαν εξαθλιώσει τη δημόσια εκπαίδευση σαν να ήθελαν να ξεράνουν τις ίδιες τις ρίζες της δημοκρατίας», για τον ίδιο τον Μπερλουσκόνι και τη φασίζουσα ρητορική του («οι σαφείς αναφορές στη λατρεία της προσωπικότητας του Μουσολίνι δεν έκαναν κακό στον Σίλβιο Μπερλουσκόνι, το αντίθετο μάλιστα»), καθώς και για τη στενή σχέση του με τον Καντάφι (στόχος, «ιταλικές ακτές καθαρές από μετανάστες και πρόσβαση στα κοιτάσματα φυσικού αερίου της Κυρηναϊκής»). Να σχολιάσει τη συστηματική αναθεώρηση της ιστορίας («παρτιζάνοι και φασίστες όλοι το ίδιο, όλοι θύματα, κανένας υπεύθυνος, ούτε καν ο Μουσολίνι») και να στηλιτεύσει την αβάσταχτη κοινωνική υποκρισία («όποιος δεν θέλει να ξέρει την αλήθεια είναι συνένοχος και με αηδιάζει», θα πει κάποια στιγμή η Ιλάρια).
01
11

Πάνος Λάμπρου: Όταν μιμείσαι τον αντίπαλο…

Ανατριχιάζω κάθε φορά, που κάποιοι, στο όνομα της κοινωνικής απελευθέρωσης χρησιμοποιούν τα όπλα του αντιπάλου. Ενοχλούμαι κάθε φορά που αντικρίζω πρακτικές, που ουδεμία σχέση έχουν με το απελευθερωτικό όραμα. Αντίθετα μοιάζουν σαν δυο σταγόνες νερό με το αποκρουστικό πρόσωπο της κοινωνίας, που θέλουμε να αλλάξουμε. Έχω υποστηρίξει και σε άλλες περιπτώσεις ότι δεν είναι απλώς λάθος να μιμείσαι τον αντίπαλο, για να τον αντιμετωπίσεις δήθεν, αλλά στην ουσία πρόκειται για προσχώρηση στο δικό του στρατόπεδο, στο δικό του ιδεολογικό και αξιακό κόσμο. Αποδέχεσαι τις πρακτικές του, χρησιμοποιείς τις μεθόδους του, τον μιμείσαι και το μόνο που αλλάζει είναι ο... στόχος. Αλλά έτσι δεν αλλάζουν οι κοινωνίες και οι σχέσεις μέσα σε αυτές. Το μόνο που κάνεις είναι να διαιωνίζεις τις κυρίαρχες, ανελεύθερες και αυταρχικές, ιδεολογικές αντιλήψεις και να τις παρουσιάζεις σαν τις μόνες υπαρκτές, σαν να είναι νομοτέλεια, σαν ο δικός σου χώρος να μην έχει, να μην διαθέτει ένα διαφορετικό και ανταγωνιστικό ιδεολογικό πλαίσιο. Σαν να δέχεσαι ότι ο κόσμος θα παραμείνει ίδιος, σαν να θες να παραμείνει ίδιος. Απλώς τις άθλιες πινακίδες στον λαιμό θα τις φοράει κάθε φορά, με τη βία, ένας άλλος. Οι πινακίδες όμως θα μένουν για να μας θυμίζουν ότι αυτός ο κόσμος πρέπει να ανατραπεί. Με τα δικά μας όπλα, τα ανθρώπινα, τα απελευθερωτικά....
30
10

Ποιήματα ενός μινιμαλιστή πεζογράφου

Στην ποίηση του Κάρβερ βρίσκουμε ένα γοητευτικό αμάλγαμα της αναμέτρησης με το παρελθόν (γνωστή η πολύχρονη μάχη του με τον αλκοολισμό), της αναψηλάφησης των οικογενειακών σχέσεων, της συντροφικότητας και γλυκόπικρων συναισθημάτων, όπως η δικαίωση, αλλά και η δίψα μπροστά στο αναπόφευκτο τέλος. Οπως χαρακτηριστικά γράφει σε έναν στίχο του: «Οπου κι αν πήγαινε εκείνη τη μέρα, βάδιζε/ μέσα στο ίδιο του το παρελθόν [...]». Στους στίχους του Κάρβερ, ακολουθούμε εκστατικά τις εναλλαγές χρόνου και χώρων και τον κυματισμό των στίχων που συνομιλούν αδιαμεσολάβητα με τα πιο μύχια συναισθήματά μας. Την ίδια στιγμή η πύκνωση και η μινιμαλιστική αποτύπωση στιγμών και καταστάσεων που χαρακτηρίζουν τα διηγήματά του υπάρχουν αυτούσια και στα ποιήματά του.
12
10

Σε περιπέτειες, πάλι, το Μορφωτικό Ιδρυμα της Εθνικής Τράπεζας

Η παραίτηση σύσσωμου του Διοικητικού Συμβουλίου του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τράπεζας (ΜΙΕΤ) ξάφνιασε. Οι λόγοι της παραίτησης δεν δόθηκαν στη δημοσιότητα, ούτε η τράπεζα είπε κάτι, παρότι φρόντισε με σημείωμα στον Τύπο να διαβεβαιώσει ότι θα συνεχίσει να στηρίζει το Ιδρυμα. Πολύς κόσμος ανησύχησε δικαίως, το Μορφωτικό είναι ένας από τους λίγους πολιτισμικούς θεσμούς που παράγει έργο στο πεδίο των γραμμάτων και των τεχνών διαχρονικά, με ασυναγώνιστη ποιότητα και σεμνότητα. Δεν αναζητά τη δημοσιότητα πάση θυσία. Το ΜΙΕΤ δεν χρειάζεται συστάσεις, παρ’ όλα αυτά να θυμηθούμε κάποια πράγματα, προκειμένου να αξιολογήσουμε την αξία και την υποχρέωση επιβίωσής του, πάση θυσία. Οι περισσότεροι το γνωρίζουν από το εκδοτικό του πρόγραμμα, το διαμάντι του στέμματος, βιβλία πολύτιμα, δύσκολα, ακριβά, απαιτητικά, που δεν θα μπορούσε εύκολα να φέρει σε πέρας ένας ιδιωτικός εκδοτικός οίκος.
19
09

Μια λογοτεχνία για τις «αόρατες»

Η Εβαρίστο έχει γεννηθεί στην Αγγλία, είναι κόρη λευκής Αγγλίδας και Νιγηριανού πατέρα. Δραστήρια πολιτικά, παρεμβατική και μαχητική πάντα, το 1980 ήταν στην ομάδα που ίδρυσε το Θέατρο των Μαύρων Γυναικών. Έχει γράψει οκτώ μυθιστορήματα, ποιήματα, κριτικές, άρθρα, θεατρικά έργα. Η ίδια αποκαλεί το Κορίτσι, γυναίκα, άλλο «ένα πολύ queer, θηλυκό, πειραματικό βιβλίο» (συνέντευξη στο New Statesman). Στην πρωτότυπη έκδοση, το βιβλίο ανοίγει με μια καταπληκτική αφιέρωση, αμετάφραστη πιθανώς σε άλλες γλώσσες, η οποία θα έπρεπε ίσως να συμπεριλαμβάνεται σε κάθε έκδοση, έστω και στα αγγλικά, έστω και με μια επεξηγηματική σημείωση, λόγω της τεράστιας δύναμης και της πολιτικής φόρτισης των λέξεων που χρησιμοποιεί η Εβαρίστο για μια αφιέρωση που, με έναν τρόπο, κλείνει μέσα της όλη τη φιλοσοφία του βιβλίου: «For the sisters & the sistas & the sistahs & the sistern & the women & and the womxn & the wimmin & the womyn & our brethren & our bredrin & our brothers & our bruvs & our men & our mandem & the LGBTQI+ members of the human family». Οι φωνές από «έξω», οι φωνές από «κάτω», που επανανοηματοδοτούν κατεδαφίζοντας την τελευταία λέξη: family.
12
09

Η Νάπολη της Έλενα Φερράντε

«Δυο χρόνια πριν φύγει από το σπίτι, ο πατέρας μου είπε στη μητέρα μου ότι ήμουν πολύ άσχημη. […] Αγαπούσα πολύ τον πατέρα μου, σ’ όλη του ζωή ήταν ευγενής άνθρωπος. Οι εκλεπτυσμένοι τρόποι του ταίριαζαν απόλυτα με το λεπτοκαμωμένο κορμί του. […] Το πρόσωπό του είχε λεπτά χαρακτηριστικά και τίποτα […] δεν αλλοίωνε την αρμονία. Πάντα, μου μιλούσε κεφάτος, όποια κι αν ήταν η δική του ή η δική μου διάθεση, και δεν κλεινόταν ποτέ στο γραφείο του –μια ζωή μελετούσε– αν δεν μου εκμαίευε τουλάχιστον ένα χαμόγελο». Ήδη στις πρώτες σελίδες του βιβλίου δίνονται τα σημαντικά στοιχεία για την ανάγνωσή του: η επικείμενη φυγή του πατέρα από το σπίτι σε μια πόλη σαν την Νάπολη που, όπως περιγράφεται παρακάτω, κατοικείται από πολυπληθείς οικογένειες, με άρρηκτες σχέσεις μεταξύ τους. Η κοινωνική τους τάξη, που βέβαια δεν είναι αυτή στην οποία είχε μεγαλώσει ο πατέρας, γιατί για να επισκεφτούν τους συγγενείς του έπρεπε να πάνε «κάτω, πολύ κάτω, στα έγκατα…», αλλά αυτή των αριστερών καθηγητών λυκείου που κατοικούν σε ένα σπίτι γεμάτο βιβλία, σε μια μικρομεσαία γειτονιά, ψηλά. Νομίζω ότι σε καμία πόλη, τουλάχιστον της Ιταλίας, δεν είναι τόσο κυριολεκτικά προσδιορισμένη η ταξική κατανομή όσο στη Νάπολη: οι εύποροι ζουν επάνω, στους λόφους, οι φτωχοί και το λούμπεν προλεταριάτο κάτω, ενώ από κάτω είναι ορατή ολόκληρη η πόλη, σε ένα μοναδικό κάδρο.