Κώστας Αθανασίου

24
12

Αν οι δρόμοι του Χάρλεμ και τα χωράφια του Νότου μπορούσαν να μιλήσουν

Είναι γνωστό ότι η ατίθαση, η άβολη ματιά του Μπόλντουιν τον είχε φέρει αρκετές φορές σε αντίθεση με συγκαιρινούς του, κάτι ίσως αναμενόμενο για έναν συγγραφέα που διαρκώς υπονομεύει τις παγιωμένες και διλημματικές ταυτότητες, που συνεχώς αποφεύγει τις ευκολίες της μανιχαϊστικής σχηματικότητας και των απλουστευτικών κατατάξεων, που πάντα ρίσκαρε σε δύσκολα μονοπάτια, λογοτεχνικά και πολιτικά. Ο Μπόλντουιν, πάντα πολιτικός με τον δικό του βαθύ και έκκεντρο τρόπο, δεν ήθελε να είναι μονοσήμαντος, δεν ήθελε να γράφει απλοϊκά μυθιστορήματα «διαμαρτυρίας» – στην κλασική του συλλογή δοκιμίων Notes of a native son (στο πρώτο-πρώτο κεφάλαιο, με τίτλο «Everybody’s Protest Novel») μιλάει γι’ αυτό το θέμα. Δεν είναι παράξενο λοιπόν που το έργο του αντιστέκεται στις απλουστευτικές αναγνώσεις, που συχνά στέκονται αμήχανες στο πώς πραγματεύεται είτε το θέμα της φυλής είτε εκείνο της ομοφυλοφιλίας, για την οποία ο Μπόλντουιν έγραφε πολλά χρόνια προτού κορυφωθεί το κίνημα για τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων, και μάλιστα με μια οπτική που δικαίως πολλοί την χαρακτηρίζουν κουήρ. Ο Κέλι επιλέγει ένα δύσκολο, παρακινδυνευμένο σχεδόν, εγχείρημα: αυτός, ένας Μαύρος συγγραφέας, λέει την ιστορία των Μαύρων μέσα από τα μάτια των Λευκών κατοίκων της πόλης που παρακολουθούν το μεγάλο φευγιό: ποτέ δεν μαθαίνουμε ρητά από τα χείλια των ίδιων των Μαύρων την αιτία της εξόδου, δεν μαθαίνουμε τίποτα για το γιατί, το πώς, το γιατί τότε, το πού, κάτι που δημιουργεί ένα κλίμα αμφιβολίας σχετικά με την έξοδο που δίνει ιδιαίτερη δύναμη στο βιβλίο. Ο Κέλι παίρνει το ρίσκο να αποτυπώσει αφηγηματικά την ψυχολογία και τη νοοτροπία των Λευκών μέσα από το πρίσμα ενός Μαύρου συγγραφέα (ας σκεφτούμε πόσο συχνά έχουμε Λευκούς συγγραφείς να μιλούν για τις σκέψεις των Μαύρων χαρακτήρων τους) και, μιλώντας για τους Λευκούς και μέσα από το βλέμμα των Λευκών, ο Κέλι αποφεύγει τον σκόπελο ενός χοντροκομμένου μανιχαϊσμού, καθώς αποτυπώνει διάφορες αποχρώσεις στις στάσεις και στις συμπεριφορές, που όμως όλες, τελικά, ανήκουν με τον τρόπο τους στο ίδιο γενικό πλαίσιο του «λευκού βλέμματος», της οπτικής του προνομιούχου, του «από πάνω», του κυρίαρχου. Από τις συνομιλίες των Λευκών αναδύεται όλη η προκατάληψη, η βία, η αίσθηση ανωτερότητας, ο βαθύς ρατσισμός: οι Λευκοί απλώς δεν καταλαβαίνουν, οι Μαύροι στα μάτια τους είναι ουσιαστικά αόρατοι. Συνάμα, η «αποσιώπηση» της φωνής των Μαύρων είναι τόσο εύγλωττη, σχεδόν κραυγάζει στ’ αυτιά μας.
03
12

Μπροστά στο πρόσωπο του τέρατος

Κίτο, πρωτεύουσα του Εκουαδόρ, 1983. Ο πενηντάχρονος γιατρός, πρωταγωνιστής στη νουβέλα του Ουμπίδια, αποφασίζει να βυθιστεί στην απομόνωση του σπιτιού του, ειδοποιώντας ακόμα και τους φίλους ότι «θα κλειστεί μέσα, να διαβάσει και να γράψει», προσπαθώντας όμως στην πραγματικότητα να διαχειριστεί το γεγονός ότι η γυναίκα του τον έχει εγκαταλείψει, μαζί με τον γιο του. Από το παράθυρο του σπιτιού του βλέπει κατά καιρούς τον καινούργιο του γείτονα: τον Ροδόλφο Μορόνι, που έχει έρθει πρόσφατα από την Αργεντινή. Μια νύχτα, όταν ο Μορόνι, ειδοποιημένος από τον γιατρό, θα βρεθεί αντιμέτωπος με έναν διαρρήκτη, αναγκάζεται να τον πυροβολήσει και να τον σκοτώσει. Αμπδόν Ουμπίδια «Σιωπηλή σαν το Θάνατο», μετάφραση: Ασπασία Καμπύλη, εκδόσεις Carnívora, 2020
29
11

Η σιωπή και ο θάνατος του συγγραφέα

Στον σύντομο αυτό τόμο περιέχονται οι επιστολές που έφτασαν να απευθύνουν οι δύο μεγάλοι λογοτέχνες, ο Ζαμιάτιν και ο Μπουλγκάκοφ, στον ίδιο τον Στάλιν, ελπίζοντας να τον πείσουν να τους επιτρέψει να πάρουν διαβατήριο και να φύγουν από την ΕΣΣΔ. Είναι γραμμένες σε μια πολύ δύσκολη εποχή (από τα τέλη της δεκαετίας του 1920 έως τα τέλη της δεκαετίας του 1930) και αφού το έργο τους είχε μπει πλέον στο στόχαστρο των σοβιετικών αρχών. (...) Για τους δύο συγγραφείς το γράψιμο ταυτίζεται με τη ζωή: «αν σωπάσει ένας αληθινός συγγραφέας, τότε πεθαίνει», γράφει ο Μπουλγκάκοφ· «θανατική ποινή αποτελεί ακριβώς η στέρηση της δυνατότητας να γράφω», λέει ο Ζαμιάτιν. Υπήρχε άραγε άλλη λύση για τους δύο (αλλά και άλλους, σε αντίστοιχη θέση) λογοτέχνες; Στη δεύτερη επιστολή του (Μάρτιος του 1930), ο Μπουλγκάκοφ γράφει: «Μετά την απαγόρευση όλων των έργων μου […] μου έδιναν την ίδια πάντα συμβουλή. Να συγγράψω “ένα κομμουνιστικό θεατρικό έργο” […] και εκτός αυτού να απευθυνθώ στην Κυβέρνηση της ΕΣΣΔ με ένα γράμμα μετανοίας, το οποίο θα περιέχει την άρνηση των προηγούμενων απόψεών μου που έχω εκφράσει σε λογοτεχνικά έργα», για να προσθέσει λίγο παρακάτω: «αυτή τη συμβουλή δεν την ακολούθησα». Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ, Γεβγκένι Ζαμιάτιν «Επιστολές στον Στάλιν», μτφ. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, εκδόσεις Άγρα, 2020
18
11

Η εκλογή ενός φασίστα στην προεδρία των ΗΠΑ

Σίνκλερ Λιούις «Δεν γίνονται αυτά εδώ», μτφ. Νίκος Α. Μάντης, εκδόσεις Καστανιώτη, 2016 Θέμα του βιβλίου, η εκλογή (όχι η επιβολή…) ενός φασίστα στην προεδρία των ΗΠΑ. Παραμονές εκλογών του 1936, σε μια εποχή κρίσης και κοινωνικής ανησυχίας, με τον φασισμό και τον ναζισμό να ισχυροποιούνται στην Ευρώπη, ο υποψήφιος για την προεδρία, γερουσιαστής Μπερζέλιους Γουίντριπ σπέρνει στην κοινωνία ένα κλίμα φόβου με έναν λόγο κοινωνικού φασισμού που θα μπορούσε να βγαίνει από τις σημερινές εφημερίδες, όχι μόνο των ΗΠΑ, και παρουσιάζει μια πολιτική πρόταση στηριγμένη στις «παραδοσιακές αξίες»: τον πουριτανισμό, τον πατριωτισμό (που φέρνει βέβαια εξοπλισμούς) κ.λπ. Η μόρφωση περιγράφεται πια ως πρόβλημα και οι διανοούμενοι ως ανεπιθύμητοι, ενώ παντού ανακαλύπτονται επικίνδυνοι εχθροί: εβραίοι και κομμουνιστές.
05
11

Πληγές του παρελθόντος, κηλίδες του παρόντος

Το έξυπνο εύρημα ενός συγγενή που συμπυκνώνει ό,τι μπορεί να θεωρηθεί πως περιγράφει τον «άλλο» (άγνωστος Αιθίοπας αδελφός που όμως είναι υπό αμφισβήτηση, όπως υπό αμφισβήτηση είναι και ο άγνωστος ανιψιός, ο «κατάμαυρος» πρόσφυγας που για το ιταλικό κράτος είναι «λαθραίος») δίνει τη δυνατότητα στην Φραντσέσκα Μελάντρι να ανοίξει μια τεράστια βεντάλια από κρίσιμα και δύσβατα θέματα, τα οποία πραγματεύεται στο εξαιρετικό μυθιστόρημά της: την οδύσσεια των προσφύγων που παλεύουν να φτάσουν σε μια ήπειρο που δεν τους θέλει και τους καταδιώκει με σωρεία από αντιμεταναστευτικούς νόμους, τον διάχυτο κοινωνικό ρατσισμό και τις θεωρίες συνωμοσίας για τους «ξένους» («οι Κινέζοι πριονίζουν τις κολόνες των πολυκατοικιών»), το πώς η αντιμεταναστευτική πολιτική κρύβει πίσω της τη γενικότερη ταξική επίθεση στα φτωχότερα στρώματα της κοινωνίας. Να μιλήσει για τη διαφθορά στην Ιταλία («αυτή είναι η χώρα μας, ένα δίκτυο από συμφέροντα και πλεονεκτήματα»), για τις τραγικές στιγμές που έχει ζήσει η Αιθιοπία στην ιστορία της αλλά και για τη φρίκη της ιταλικής κατοχής (με τις σφαγές και τα δηλητηριώδη αέρια) και τον «επιστημονικό ρατσισμό» της (που «αποδείκνυε επιστημονικά» την «κατωτερότητα» των Αφρικανών), για «τις κυβερνήσεις του Μπερλουσκόνι, που είχαν εξαθλιώσει τη δημόσια εκπαίδευση σαν να ήθελαν να ξεράνουν τις ίδιες τις ρίζες της δημοκρατίας», για τον ίδιο τον Μπερλουσκόνι και τη φασίζουσα ρητορική του («οι σαφείς αναφορές στη λατρεία της προσωπικότητας του Μουσολίνι δεν έκαναν κακό στον Σίλβιο Μπερλουσκόνι, το αντίθετο μάλιστα»), καθώς και για τη στενή σχέση του με τον Καντάφι (στόχος, «ιταλικές ακτές καθαρές από μετανάστες και πρόσβαση στα κοιτάσματα φυσικού αερίου της Κυρηναϊκής»). Να σχολιάσει τη συστηματική αναθεώρηση της ιστορίας («παρτιζάνοι και φασίστες όλοι το ίδιο, όλοι θύματα, κανένας υπεύθυνος, ούτε καν ο Μουσολίνι») και να στηλιτεύσει την αβάσταχτη κοινωνική υποκρισία («όποιος δεν θέλει να ξέρει την αλήθεια είναι συνένοχος και με αηδιάζει», θα πει κάποια στιγμή η Ιλάρια).
03
11

Ταξίδι στην ελευθερία της σκέψης

Με το βιβλίο αυτό, ο συγγραφέας αντιπαρατίθεται για άλλη μια φορά με βολικούς μύθους και «σχολικά» ηρωικά παραμύθια, ολοκληρώνοντας την ανάλυσή του με έναν φόρο τιμής στην ελεύθερη σκέψη: «να ξαναδιαβάσουμε τον Ρήγα. Και να ακούσουμε όσα μας λέει, ακόμα κι αν δεν ταιριάζουν με όσα θα θέλαμε». Το βιβλίο του Ψαρρά είναι μια κρίσιμη συμβολή στη μελέτη του έργου του Ρήγα. Συνάμα όμως, σε εποχές που ακόμα και φωνές από την Αριστερά ολισθαίνουν σε εθνοκεντρικές οπτικές και υπερπατριωτικές πλειοδοσίες, βιβλία σαν αυτό είναι χωρίς υπερβολή βάλσαμο στον δημόσιο διάλογο.
17
10

Ταξίδια στο ημίφως του ονείρου

Στους κόσμους του Ερνάντες, συναντάμε ανθρώπους που ζουν ή που με κάποια αφορμή αρχίζουν να ολισθαίνουν σε ένα δικό τους σύμπαν, μεταφορικά ή και κυριολεκτικά, συναντάμε όμως και ένα μπαλκόνι που αυτοκτονεί από ερωτική ζήλια, συναντάμε και τον αφηγητή που θα ξεκινήσει την ιστορία του λέγοντας «πάνε μερικά καλοκαίρια τώρα, που άρχισα να υποψιάζομαι ότι κάποτε ήμουν άλογο». Συναντάμε το κορίτσι που θα πει ότι «τα αντικείμενα αποκτούσαν ψυχή μόλις άρχιζαν να έχουν σχέση με ανθρώπους», εννοώντας το όμως με μια έννοια κυριολεκτική, συναντάμε και ανθρώπους που τους προσβάλλει «η νόσος της σιωπής», καθώς βουλιάζουν στον εαυτό τους «σαν σε βάλτο». Ένα κομμάτι εφημερίδα ή μια πράσινη πέτρα σε μια καρφίτσα δίνουν το έναυσμα για ένα ταξίδι με άγνωστο τέλος στον κόσμο των αναμνήσεων που «ζούσαν καταχωνιασμένες σε μια γωνιά της ύπαρξης» του αφηγητή, «σαν σε χαμένο χωριουδάκι. Ένα χωριουδάκι αύταρκες, αποκομμένο από τον υπόλοιπο κόσμο», ένα χωριουδάκι με ιδρυτές τις «παιδικές αναμνήσεις» του αφηγητή, στο οποίο όμως εδώ και χρόνια «κανείς δεν έχει γεννηθεί ούτε έχει πεθάνει εκεί». Στο σκοτεινό και παράξενο σύμπαν του Ερνάντες μπορεί μια μουσική εκπομπή να μεταδίδεται με ένεση, ενώ όταν ένας νέος που «φιλοδοξούσε να συλλάβει μια ιστορία και να τη φυλακίσει σ’ ένα τετράδιο» κάθεται να γράψει, μπαίνει σε μονοπάτια που δεν ξέρει πού θα τον βγάλουν καθώς συνειδητοποιεί πως οι αναμνήσεις του δεν μπορεί παρά να είναι παραμορφωμένες.
08
10

«Γιατί δεν είπαν τίποτα;»

Σύμφωνα με τον συγγραφέα, «στο Βερολίνο, το 1933 και τα επόμενα χρόνια, οι ανταποκριτές του διεθνούς Τύπου είχαν δύο αποστολές: να προειδοποιήσουν τον κόσμο για τους δημίους και να δώσουν πρόσωπο στα θύματα». Εκείνο το Βερολίνο είναι μια βάναυση αλλά και παράξενη πόλη· «διπλωμάτες, δημοσιογράφοι, ναζί: τα μέλη αυτού του μικρόκοσμου κουτσά στραβά συνυπάρχουν. Με τους ξένους ανταποκριτές, οι ναζί δεν χρησιμοποιούν μόνο το μαστίγιο αλλά και το καρότο». Ο συγγραφέας σκιαγραφεί την ιστορία συγκεκριμένων δημοσιογράφων που δούλευαν στο Βερολίνο εκείνη την εποχή. Θυμάται, έτσι, εκείνες και εκείνους τους λίγους που τόλμησαν να έρθουν σε αντιπαράθεση με το υπουργείο Προπαγάνδας, του Γκέμπελς, και επέλεξαν να αποτυπώσουν την κατάσταση με «διορατικότητα και θάρρος», μιλώντας για την όλο και μεγαλύτερη αγριότητα των ναζί και τον αναδυόμενο κίνδυνο που αποτελούσε για ολόκληρο τον πλανήτη ο Χίτλερ. Απέναντι σε τέτοιους δημοσιογράφους, οι ναζιστικές αρχές ήταν αμείλικτες: εμπάργκο από τις επίσημες πηγές, προσπάθεια αποκλεισμού και φίμωσης, απειλές, επιθέσεις, απέλαση. Θυμάται, όμως, και εκείνους που, για πολλούς και διάφορους λόγους, συνειδητά ή ασυνείδητα, έπαιξαν το παιχνίδι των ναζί, κλείνοντας τα μάτια, υποτιμώντας γεγονότα, δείχνοντας ανεπάρκεια ή επιλεκτικότητα στην ερμηνεία, διαστρεβλώνοντας την εικόνα. Άλλοι απλώς από φόβο μη χάσουν τη δουλειά τους (τις πηγές τους κ.λπ.) ή μην κινδυνεύσει η ασφάλεια και η ζωή τους, χωρίς βεβαίως να λείπουν και οι δημοσιογράφοι που στις ανταποκρίσεις τους απλώς έβγαζαν την αντικομμουνιστική («καλύτερα ο Χίτλερ παρά ο Στάλιν») ή τη φιλοναζιστική τους ιδεολογία. Ντανιέλ Σνεντερμάν, «Βερολίνο, 1933. Η στάση του διεθνούς Τύπου μπροστά στον Χίτλερ», μετάφραση: Γιώργος Καράμπελας, εκδόσεις Πόλις, 2020
01
10

Συμβιβασμοί υπογραμμένοι με αίμα

Με σκληρή γλώσσα, συχνά με λεπτή ειρωνεία, ο Κλάους Μαν στήνει μια πολύ πλούσια τοιχογραφία μιας δύσκολης εποχής στην οποία άρχιζαν σιγά-σιγά να κυριαρχούν όλοι εκείνοι που, μεθυσμένοι από τη βίαιη εξουσία τους, πίστευαν πως «ποτέ δεν θα πάρουν εκδίκηση οι βασανισμένοι». Έχει έτσι τη δυνατότητα να μιλήσει για τον αναδυόμενο και διαρκώς πιο επιθετικό αντισημιτισμό, τη σχέση τέχνης και πολιτικής και ειδικότερα τη σχέση των Γερμανών διανοούμενων με το ναζιστικό καθεστώς, την ιστορική ευθύνη των συγγραφέων και των καλλιτεχνών, τον ρόλο των ΜΜΕ («τους δημοσιογράφους, που έγραφαν τις γνώμες και τις απόψεις τους καθ’ υπαγόρευσιν του υπουργείου Προπαγάνδας») και το μοντέλο του δημοσιογράφου-εκβιαστή που ο πλούτος του οφειλόταν «στα χρηματικά ποσά που εισέπραττε για όσα δεν δημοσίευε στη στήλη του», για τους δημοκρατικούς πολιτικούς που αγνοούν τον ναζισμό και «ορκίζονται ότι ο εχθρός βρίσκεται αριστερά» και για τους αστυνομικούς που ενώ «θέλουν να λέγονται σοσιαλιστές, δίνουν άδεια για πυρ εναντίον εργατών». Σκιαγραφεί, έτσι, εκείνη την άγρια εποχή όπου, ενώ «το απολυταρχικό καθεστώς του άγριου στρατοκρατικού καπιταλισμού συνέχιζε τη φρικτή του δράση» και ενώ «τα πτώματα μαζεύονταν σωρό», «οι ξένοι που περνούσαν μια βδομάδα στο Βερολίνο –Άγγλοι λόρδοι, Ούγγροι δημοσιογράφοι ή Ιταλοί υπουργοί– επαινούσαν την άψογη καθαριότητα και την τάξη […] έβλεπαν μόνο χαρούμενα πρόσωπα και έβγαζαν το συμπέρασμά τους: Όλοι αγαπούν τον Φύρερ». Μια εποχή όπου «η νέα γενιά της Γερμανίας μάθαινε ότι η λέξη “ειρηνιστής” είναι βρισιά· η νέα γενιά της Γερμανίας δεν είχε πια ανάγκη να διαβάζει Γκαίτε και Πλάτωνα». Κλάους Μαν «Μεφίστο» (μτφ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδ. Άγρα, 2020)
19
09

Μια λογοτεχνία για τις «αόρατες»

Η Εβαρίστο έχει γεννηθεί στην Αγγλία, είναι κόρη λευκής Αγγλίδας και Νιγηριανού πατέρα. Δραστήρια πολιτικά, παρεμβατική και μαχητική πάντα, το 1980 ήταν στην ομάδα που ίδρυσε το Θέατρο των Μαύρων Γυναικών. Έχει γράψει οκτώ μυθιστορήματα, ποιήματα, κριτικές, άρθρα, θεατρικά έργα. Η ίδια αποκαλεί το Κορίτσι, γυναίκα, άλλο «ένα πολύ queer, θηλυκό, πειραματικό βιβλίο» (συνέντευξη στο New Statesman). Στην πρωτότυπη έκδοση, το βιβλίο ανοίγει με μια καταπληκτική αφιέρωση, αμετάφραστη πιθανώς σε άλλες γλώσσες, η οποία θα έπρεπε ίσως να συμπεριλαμβάνεται σε κάθε έκδοση, έστω και στα αγγλικά, έστω και με μια επεξηγηματική σημείωση, λόγω της τεράστιας δύναμης και της πολιτικής φόρτισης των λέξεων που χρησιμοποιεί η Εβαρίστο για μια αφιέρωση που, με έναν τρόπο, κλείνει μέσα της όλη τη φιλοσοφία του βιβλίου: «For the sisters & the sistas & the sistahs & the sistern & the women & and the womxn & the wimmin & the womyn & our brethren & our bredrin & our brothers & our bruvs & our men & our mandem & the LGBTQI+ members of the human family». Οι φωνές από «έξω», οι φωνές από «κάτω», που επανανοηματοδοτούν κατεδαφίζοντας την τελευταία λέξη: family.