01
10

Νίκος Βούτσης: Η κυβέρνηση στη στρατηγική του «πρόθυμου συμμάχου» με αφορμή την επίσκεψη Πομπέο

Αυτά που συμβαίνουν τις τελευταίες ημέρες με την εν κρυπτώ εφαρμογή της κυβέρνησης στην αυτονόητη εναρμόνιση με τη Συμφωνία των Πρεσπών είναι πρωτοφανή και θίγουν τη διεθνή υπόσταση της χώρας. Είναι προφανέστατο ότι έγινε εν κρυπτώ και παραβύστω μία συνάντηση κορυφαίων υπουργών στη Θεσσαλονίκη για συζήτηση διμερών θεμάτων. Κάτι παρόμοιο δεν έχει ξαναγίνει. Την ίδια ώρα που δεν έρχονται και δεν ξέρουμε αν και πότε θα έρθουν προς κύρωση οι τρεις συμφωνίες με τη Β. Μακεδονία, λόγω των εσωκομματικών προβλημάτων της ΝΔ, η κυβέρνηση με δημόσιο τρόπο σε συνεργασία με τον Δήμαρχο Αθηναίων δέχεται να καθίσει στο ίδιο τραπέζι με τον κ. Γκουαϊδό της Βενεζουέλας, ο οποίος πλέον εγκαταλείπεται και από τους ένθερμους οπαδούς του πέραν του Ατλαντικού και να μιλήσουν για τη Δημοκρατία, αν είναι δυνατόν. Την ίδια ώρα επαναλαμβάνω ακολουθείται ένα «κρυφτούλι» με τη Β. Μακεδονία λόγω των εσωκομματικών προβλημάτων της ΝΔ. Αυτό είναι εντελώς απαράδεκτο. Επίσης να τονίσουμε ότι για τη συνάντηση του κ. Μητσοτάκη με τον κ. Ζάεφ έγινε κάθε προσπάθεια είτε δια των ΜΜΕ είτε δια της προσωπικής ιστοσελίδας του πρωθυπουργού να περάσει στη σκιερή πλευρά των εξελίξεων. Ενώ είναι σαφές και κοινός τόπος, όπως είπε και η κα. Μπακογιάννη, ότι η Συμφωνία των Πρεσπών προσδίδει μεγάλο πρόσθετο κεφάλαιο στη χώρα για τη σταθεροποίηση στην περιοχή. Θα έπρεπε λοιπόν η ΝΔ να αναλάβει το κόστος της αναπροσαρμογής της στρατηγικής της αφού είναι φανερό ότι σε αυτό το ζήτημα υπήρξε μία σαφής εξαπάτηση του ελληνικού λαού από πλευράς της ηγεσίας της ΝΔ.
30
09

Luciana Castellina: Για τη Ροσάνα

Η Ροσάνα Ροσάντα, η μεγαλύτερη σε ηλικία από την ομάδα που δημιούργησε το περιοδικό, υπήρξε –και έτσι ασφαλώς θα παραμείνει στη μνήμη μας– μια πρωταγωνιστική φυσιογνωμία του ιταλικού κομμουνισμού. Πρόλαβε να πάρει μέρος στην Αντίσταση, παρά τη νεαρή ηλικία της, όταν ήταν φοιτήτρια στο Πανεπιστήμιο του Μιλάνου, λειτουργώντας ως σύνδεσμος των ανταρτών με το συνωμοτικό όνομα Μιράντα. Η σύνδεσή της με τους αντάρτες έγινε με τη βοήθεια του καθηγητή της στο Πανεπιστήμιο, του σπουδαίου κομμουνιστή φιλοσόφου Αντόνιο Μπάνφι. Αυτό έγινε το 1943, και από τότε η Ροσάνα έγινε μια στρατευμένη κομμουνίστρια. Χρησιμοποιώ τη λέξη «στρατευμένη» γιατί η Ροσάνα ήταν πάντα μια από τις σπάνιες μορφές εκλεπτυσμένων και εξαιρετικά καλλιεργημένων διανοουμένων, που όμως είχε διαθέσει ταυτόχρονα όλες της τις δυνάμεις της στην πολιτική δουλειά στη βάση, ως μέλος σε όλη τη δεκαετία του ’50 της γραμματείας της νομαρχιακής επιτροπής του PCI στο Μιλάνο, που είχε τους περισσότερους εργάτες από όλες τις οργανώσεις του κόμματος. Ήταν επιφορτισμένη με τη δουλειά στα εργοστάσια, με στόχο τη διαμόρφωση της νέας εργατικής τάξης, αλλά και με τη δουλειά στον τομέα του πολιτισμού, ως διευθύντρια του ιστορικού Μορφωτικού Ινστιτούτου του Μιλάνου. (...) Ήταν μια καλλιεργημένη μαρξίστρια, αλλά στα γραπτά της ενδιαφερόταν κυρίως για τα θέματα της τρέχουσας πολιτικής. Όταν ιδρύσαμε το Manifesto, μαζί με μια ομάδα παιδιών που δεν είχαν ιδέα για τον τρόπο που γίνεται η σύνταξη μιας εφημερίδας, συμπεριλαμβανομένης και της ίδιας που μέχρι τότε δεν είχε κάνει ποτέ τη δημοσιογράφο, βάλθηκε να μάθει αυτά που χρειάζονταν σαν σχολιαρόπαιδο, και στο τέλος η εφημερίδα έγινε η καθημερινή δουλειά της. Βέβαια, ακόμη και τα μικρά της χρονογραφήματα είχαν τη λάμψη της κουλτούρας της και συγκέντρωναν το σεβασμό όλων των σημαντικών διανοουμένων.
30
09

Προς τον σ. πρόεδρο και τους συντρόφους

Το κύριο ερώτημα που ταλανίζει εδώ και πολύ καιρό το εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ είναι αν πρέπει να μείνει αριστερό κόμμα ή αν πρέπει να μετεξελιχθεί σε κεντροαριστερό κόμμα. Φρονώ ότι σε ιδεολογικό επίπεδο πρέπει να παραμείνει αριστερό, αλλά σε πολιτικό επίπεδο πρέπει να συμπεριλάβει όλο τον κεντροαριστερό χώρο. Οι αντιμαχόμενοι κάνουν από ένα λάθος ο καθείς. Οι μεν, οι οποίοι θεωρούν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να μετασχηματιστεί σε κεντροαριστερό κόμμα,  ξεχνούν α) ότι εκεί δεν κατοικοεδρεύουν ιδέες ικανές να λύσουν σύγχρονα προβλήματα (διευρυνόμενες και αντιπαραγωγικές ανισότητες, ασυμμετρία μεταξύ γνωσιακών προσόντων των εργαζομένων και «σκατοδουλειών»/shitjobs, κλιματική αλλαγή, αυξανόμενος αριθμός μεταναστών χωρίς ίσα δικαιώματα στις κοινωνίες υποδοχής, ασυμμετρία μεταξύ διαδικτυακής οριζοντιότητας και απαρχαιωμένης κάθετης πολιτικής δομής, ανάγκη για νέες ταυτίσεις και ταυτότητες σε έναν κατακερματισμένο εργασιακό και κοινωνικό χώρο, κ.λπ.) και β) ότι ο κεϋνσιανισμός που εφάρμοσε ο ΣΥΡΙΖΑ μετά την έξοδο από τα μνημόνια, μπορεί να είναι χρήσιμος για την άμυνα της κοινωνίας, αλλά δεν μπορεί να ενθουσιάσει κανένα, και άρα να κινητοποιήσει κόσμο στον αγώνα ενάντια στο νεοφιλελευθερισμό και τον αυταρχισμό, καθώς και να αναπτύξει νέα πολιτικά και πολιτιστικά οράματα. Οι δε, οι οποίοι θεωρούν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να παραμείνει αριστερό κόμμα, παραγνωρίζουν τη σημασία των εξής δεδομένων: το σημαίνον «κέντρο» καθησυχάζει τους ανθρώπους α) που είναι μετριοπαθείς στις απόψεις τους, που προτιμούν να ακούν όλες τις πλευρές πριν αποφασίσουν, που ζυγίζουν υπέρ και κατά, που δεν πιστεύουν στις απόλυτες αλήθειες, β) που νοιώθουν πιο καλά με την ιδέα ότι αποτελούν κάποιον «μέσο όρο», ότι είναι «κανονικοί», ότι δεν είναι «ακραίοι», ότι αποτελούν τον κορμό της κοινωνίας, ότι δεν είναι σε πόλεμο με το άλλο μισό της, που σε τελική ανάλυση δεν θέλουν να σηκώσουν τα ψυχολογικά βάρη ενός συμβολικού εμφυλίου πολέμου, γ) που είναι ηλικιωμένοι και άρα αξιοδοτούν την ασφάλεια και τη σταθερότητα έναντι της ριζοσπαστικής ρητορικής που υπόσχεται, χωρίς να μπορεί να εγγυηθεί, γρήγορες και μεγάλες αλλαγές (και μην το ξεχνάμε: η ελληνική κοινωνία έχει γεράσει δημογραφικά και συνεχίζει να γερνάει). Με βάση αυτές τις διαπιστώσεις, θεωρώ πως καμία από τις  εκατέρωθεν πολιτικές εκτιμήσεις δεν πρέπει να εκφέρεται ωσάν να ήταν η πλέον σωστή, και ότι η αναγνώριση της μερικότητας των εν λόγω απόψεων θα έπρεπε να οδηγήσει σε μια ειλικρινή αλληλοκατανόηση και συνεννόηση. Ομοίως, όσον αφορά την επικείμενη διεύρυνση μέσω της Προοδευτικής Συμμαχίας, κανείς δεν μπορεί να παραγνωρίσει ότι μόνο το ¼ περίπου του κοινωνικού σώματος ταυτίζεται με αμιγώς αριστερές αξίες, και άρα δεν επαρκεί για την εκλογική νίκη. Κανείς, όμως, δεν μπορεί να παραγνωρίσει ότι μεγάλο μέρος των στελεχών του πάλαι ποτέ κραταιού κεντροαριστερού χώρου έχουν αποδειχθεί αριβίστες της πολιτικής και διεφθαρμένοι, και άρα η ηγεσία θα πρέπει να περιορίσει τις μεταγραφές που θυμίζουν πολιτικές συναλλαγές. Τα παθήματα της περασμένης δεκαετίας πρέπει να γίνουν μαθήματα.
30
09

Σήμα κινδύνου για την κυβέρνηση η ανοικτή κοινωνική δυσφορία

Αξιολογήσαμε θετικά στην αρχή την εμφάνιση του ΣΥΡΙΖΑ στη ΔΕΘ ως ένα βήμα αντιστοίχησης με τις νέες δυνατότητες που ανοίγονται. Τώρα, όμως, αυτά που εξαγγέλθηκαν στην Θεσσαλονίκη δεν πρέπει να μείνουν εξαγγελίες αλλά να γίνουν ύλη ζώσα, η οποία θα συναντήσει τις κοινωνικές δυνάμεις, που χειμάζονται από τις κρίσεις. Η ιδέα της “κοινωνικής συμφωνίας” μόνο έτσι μπορεί να γίνει και πολιτική ύλη, έδαφος για κινηματικές δράσεις, κυρίως, που οφείλει ο ΣΥΡΙΖΑ να επανεφεύρει. Αυτό είναι το στέρεο έδαφος όπου μπορεί να κτιστεί η εξωστρέφεια: ασφαλιστικό, εργασία, ισότητα, κοινωνικό κράτος, νεολαία, παιδεία, περιβάλλον, πολιτισμός, υποδομές και πολλά άλλα, ακόμη, πεδία. Πάντοτε, βέβαια, αλλά τώρα πολύ περισσότερο είναι ανάγκη να αναβαθμισθεί ο ρόλος του κόμματος. Το κόμμα πρέπει να επαληθεύσει και να αξιοποιήσει το θετικό κλίμα. Οι Οργανώσεις Μελών, να γίνουν πολιτικές οντότητες, να ασκούν πολιτική. Τα μέλη και οι φίλοι να αποκτήσουν ρόλο, δηλαδή ενδιαφέρον για να συμμετέχουν. Οι δρομολογημένες οργανωτικές διαδικασίες είναι μια ευνοϊκή στιγμή για να αναζωογονηθεί η προσπάθεια για ανασυγκρότηση και διεύρυνση, αλλά κυρίως οι ΟΜ να αποκτήσουν πολιτικό ρόλο, μέσα από δημοκρατική και συλλογική λειτουργία. Εδώ υπάρχει ένα ζήτημα που περιοδικά ανακύπτει στο κόμμα, ιδίως στα ηγετικά του όργανα και διαχέεται στο κομματικό σώμα. Πρόκειται για την ποιότητα της συλλογικής πολιτικής λειτουργίας του, που είναι προβληματική. Το υπόβαθρο του τελευταίου συμβάντος με τις σκέψεις του Ευκλείδη Τσακαλώτου για τους χαρακτηρισμούς που μπορούμε να κάνουμε για τους πολιτικούς μας αντιπάλους, αυτό είναι ακριβώς. Ο Ευκλείδης, αγαπητός σύντροφος υψηλής προσφοράς, μπορεί να ελεγχθεί για τον χρονισμό της παρέμβασής του – όχι για το περιεχόμενο, με το οποίο προσωπικά συμφωνώ – αλλά η μη τακτική συλλογική λειτουργία των οργάνων, η μη εκτενής και τεκμηριωμένη συζήτηση για το είδος της αντιπολίτευσης που πρέπει να ασκηθεί, έπαιξε το ρόλο της. Η λειψή συλλογική λειτουργία αντικατοπτρίστηκε – σύμφωνα με τα ρεπορτάζ – και στη συζήτηση στον “πρωινό καφέ” την Τετάρτη. Και είναι εύλογος ο φόβος ότι τίποτε δεν θα διορθωθεί, καμιά επίκληση κομματικής πειθαρχίας και ευθύνη δεν θα λειτουργήσει εφόσον αυτό το πρόβλημα δεν αίρεται. Πειθαρχικά όργανα, αμφίβολης μάλιστα καταστατικής στήριξης και κυρώσεις είναι ιδέες και ατελέσφορες και με αναφορά στην αρνητική παράδοση της Αριστεράς, και της ανανεωτικής κομμουνιστικής όπως θυμηθήκαμε αποχαιρετώντας πριν λίγες μέρες τη Ροσάνα Ροσάντα. Ο διάλογος, η δημοκρατία, η συλλογική λειτουργία, η τεκμηρίωση των επιχειρημάτων, η προσφυγή στα μέλη για έκφρασης γνώμης, προφυλάσσουν ένα κόμμα και από τα στραβοπατήματα των στελεχών του.
30
09

Νεοφιλελευθερισμός, μια μορφή κοινωνικής πανδημίας

Η κατακλείδα ενός πολιτικού σχεδίου, για να μπορέσει να καταστεί πρόταση εξόδου από την κρίση με διαφορετική από τη νεοφιλελεύθερη προοπτική, χρειάζεται να εξηγεί πειστικά γιατί δεν μπορεί να υπάρξει ούτε μεγέθυνση και βελτίωση της παραγωγής, ούτε αποτελεσματική αντιμετώπιση της πανδημίας – για να μιλήσουμε μόνο για τα πιο επίκαιρα ζητήματα – χωρίς δημόσια παρέμβαση για την επανεκκίνηση της παραγωγικής μηχανής και χωρίς αναδιανομή του προϊόντος με στόχο τη μείωση των ανισοτήτων, χωρίς την αποφασιστική παρουσία του δημοσίου για τη λειτουργία και τη διαρκή ενίσχυση του Εθνικού Συστήματος Υγείας, της Δημόσιας Εκπαίδευσης, των Δημόσιων Συγκοινωνιών… Τα διδάγματα που βγαίνουν από τους μήνες που πέρασαν, πρέπει να γίνουν κτήμα όλων. Δεν μπορεί να θεωρείται δείγμα ανικανότητας ή έλλειψης διορατικότητας το γεγονός ότι δεν σκέφτηκε κανείς στην κυβέρνηση έξι μήνες τώρα τι θα κάνει για να μη γίνουν το μετρό, το τραμ ή τα λεωφορεία κέντρα μετάδοσης του κορονοϊού. Ηταν η απουσία οποιασδήποτε διάθεσης για την ενίσχυση των δημόσιων συγκοινωνιών. Το ίδιο ισχύει και για την «ανακάλυψη» της τελευταίας στιγμής, ότι λείπουν απελπιστικά οι αναγκαίες ΜΕΘ. Και για τόσα άλλα ων ουκ έστι αριθμός. Αν αυτό δεν γίνει κτήμα του κόσμου, δεν θα δοθεί η κρίσιμη μάχη με προοπτική νικηφόρα. Και επειδή δεν πρόκειται σ’ αυτή τη μάχη να έχει ο ΣΥΡΙΖΑ καν την ψυχρά αντικειμενική συμπεριφορά των ΜΜΕ απέναντί του, θα χρειαστεί η μεταμόρφωσή του από εκτελεστικό όργανο σε κόμμα που αφομοιώνει τον πυρήνα της πολιτικής του πρότασης μέσω της ουσιαστικής συμμετοχής των μελών και των οπαδών του στη διαμόρφωσή της και γίνεται πομπός διάδοσής της και μετασχηματιστής των διαθέσεων των λαϊκών τάξεων. Αλλά αυτό είναι ένα άλλο καίριο ζήτημα, που χρειάζεται πολλή συζήτηση και ακόμα περισσότερη δουλειά.
29
09

Παύλος Κλαυδιανός – Μιχάλης Υδραίος: Θετικό βήμα η επανέναρξη των διερευνητικών συνομιλιών

Το σκάνδαλο χορήγησης διαβατηρίων της Κυπριακής Δημοκρατίας σε πολίτες ασιατικών χωρών καταζητούμενων από την Ιντερπόλ και εμπλεκόμενων σε σοβαρές ποινικές υποθέσεις, έχει δημιουργήσει μία διεθνή κατακραυγή, πολύ περισσότερο που υπάρχουν ενδείξεις εμπλοκής του δικηγορικού γραφείου του ίδιου του κυρίου Αναστασιάδη σε αυτήν την υπόθεση. Επιπλέον, η τουρκική πλευρά δημοσίως διαρρέει ότι ο κ. Αναστασιάδης σε συναντήσεις με τον τούρκο ΥΠΕΞ πρότεινε την αναζήτηση άλλων λύσεων, πέραν αυτής που προωθεί ο Ο.Η.Ε και την οποία επισήμως υιοθετεί τόσο η Κύπρος όσο η Ελλάδα, δηλαδή την επίλυση του κυπριακού στο πλαίσιο μίας διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας. Ο κύπριος πρόεδρος δυσκολεύεται να αποδείξει ότι δεν ήταν αυτός που τελικά πρότεινε να εξετασθεί η πιθανότητα ενός βελούδινου διαζυγίου και η εξεύρεση λύσης δύο κρατών, και ισχυρές ενδείξεις οδηγούν στο συμπέρασμα ότι πράγματι έκανε αντίστοιχες προτάσεις. Η επιλογή να ανοίξει μία τέτοια προοπτική μονομερώς και εν κρυπτώ, υπερβαίνει τα εσκαμμένα πολύ περισσότερο που η διχοτόμηση ορθά θεωρείται, σε Κύπρο, Ελλάδα και στη διεθνή κοινότητα, διπλωματική επισφράγιση της εισβολής της Τουρκίας το 1974. Οι ενδείξεις τώρα συνηγορούν στο ότι τρέχει μια παράλληλη διαδικασία με τις διερευνητικές συνομιλίες Ελλάδας – Τουρκίας, οριστικής επίλυσης και του κυπριακού προβλήματος, με τις δικές του ιδιαιτερότητες, που αφορούν τη συμβίωση των δύο κοινοτήτων και τη δημιουργία ενός κράτους συνέχειας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η φράση του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ κ. Γκουτέρες ότι «το στάτους κβο στην Κύπρο δεν είναι πλέον βιώσιμο» είναι χαρακτηριστική. Υποσχέθηκε δε ότι «αμέσως μετά τις εκλογές στον Βορρά θα συγκαλέσω ξανά τους πέντε βασικούς εταίρους – τις (τρεις) εγγυήτριες δυνάμεις και τις δύο κοινότητες». Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο πρόεδρος της ΕΕ κ. Μισέλ σε δηλώσεις του κατά την επίσκεψή του στην Κύπρο. «Η Ε.Ε. πρέπει να συμμετάσχει περισσότερο στην ειρηνευτική διαδικασία στην Κύπρο, με επικεφαλής τα Ηνωμένα Έθνη». Άλλωστε, δεν μπορεί να υπάρξει μια διαρκής και σταθερή βελτίωση της κατάστασης χωρίς την λύση του Κυπριακού. Συνεπώς, αμέσως μετά τις εκλογές στην τουρκοκυπριακή πλευρά τον Οκτώβριο, η μόνη λύση είναι η οριστική επίλυση με πολιτική ισοτιμία, στο πλαίσιο μία ομοσπονδίας, που θα καρπώνεται τα πιθανά οφέλη από τα ενεργειακά αποθέματα, τα οποία, εξάλλου, φαίνεται να είναι περιορισμένα.