Αννέτα Καββαδία

15
01

Αννέτα Καββαδία: Αριστερά – Δεξιά: Ξεκάθαρο δίλημμα, ξεκάθαρες απαντήσεις

Η εκ νέου κινητοποίηση των ευάλωτων λαϊκών στρωμάτων, η επανάκτηση της σχέσης εμπιστοσύνης με τις πληττόμενες κοινωνικές ομάδες, η επαναδημιουργία σχέσεων εμπιστοσύνης με τη νεολαία, δεν είναι καθόλου εύκολος στόχος. Επιτυγχάνεται μόνο με την αλήθεια, τον ξεκάθαρο λόγο, τη δημιουργία προοπτικής. Και υπονομεύεται από το θολό αφήγημα, τις παλινωδίες, την ενσωμάτωση. Με αυτή τη λογική, η επίκληση του Κέντρου –πώς ορίζεται, άραγε, αυτό;– δεν μπορεί να συνιστά, επί της ουσίας, επιλογή. Η προτροπή κάποιων να μετατραπεί ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία σε ένα ακόμα κόμμα της Κεντροαριστεράς ή της Σοσιαλδημοκρατίας συνιστά συνταγή ήττας, αφού η ριζοσπαστικοποίηση της ακραίας Δεξιάς δεν αντιμετωπίζεται με δήθεν «κεντρώες» λύσεις αλλά με την εκπόνηση ενός, εξίσου επιθετικού, αριστερού ριζοσπαστικού σχεδίου. Χρειάζεται φυσικά –το συνέδριο δίνει αυτή τη δυνατότητα– ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, μέσα και από μια διαδικασία αυτοκριτικής και αναστοχασμού, να δώσει σύγχρονο νόημα στο όραμα, να ορίσει τι είναι σήμερα ριζοσπαστικό και να μορφοποιήσει τις προτάσεις του με τέτοιο τρόπο ώστε να μην είναι ένας οργανισμός που απλώς θα προσαρμόζει «αριστερότερα» διάφορες τεχνοκρατικές προτάσεις. Οπως χρειάζεται να γίνει ξεκάθαρο πως η λογική του κόμματος-σούπερ μάρκετ, του κόμματος που τους χωράει όλους –ολίγον ανορθολογιστές, ολίγον ξενοφοβικούς, ολίγον ρατσιστές, ολίγον εθνικιστές, ολίγον μισογύνηδες– δεν οδηγεί πουθενά. Δεν μπορείς, στο όνομα της ευκταίας κυβερνησιμότητας, ούτε να κλείνεις το μάτι στους πάντες ούτε να αποφεύγεις αναγκαίες αναθεωρήσεις της κυβερνητικής σου πολιτικής. Συνιστά κάτι τέτοιο υπονόμευση της διεύρυνσης; Οδηγεί σε κλειστό, μικρό κόμμα; Ακριβώς το αντίθετο. Τα επίδικα του διαστήματος, με την επιθετικότητα της Δεξιάς συνεχώς να αυξάνεται, απαιτούν προάσπιση των διαχωριστικών γραμμών που διαφοροποιούν την Αριστερά από όλες τις εκδοχές του πολιτικού συντηρητισμού: την κοινωνικο-οικονομική αδικία και εκμετάλλευση, τον εθνικισμό, τον ρατσισμό, τον σεξισμό, την έμφυλη βία. Μόνο έτσι ανακτάται η αξιοπιστία. Ανοικτό, λοιπόν, πλειοψηφικό αριστερό κόμμα, το οποίο δεν ζητά ιδεολογικά διαβατήρια για να εγγράψει κάποιον ή κάποια στις γραμμές του. Που, πιστό στην ιστορία, τις αρχές και τις αξίες του, απορρίπτει εισαγόμενες από άλλους χώρους λογικές όπως η δαιμονοποίηση της διαφορετικής άποψης, η προσωπολατρία, ο αρχηγοκεντρισμός, η δολοφονία χαρακτήρων. Μακριά από ύφος αγοραίο, από εκφράσεις που παραπέμπουν σε όρους υποκόσμου, που ούτε έχουν σχέση με την Αριστερά, ούτε μπορούν να δικαιολογούνται πίσω από το γενικόλογο «να φύγει η Δεξιά» – που, ναι, πρέπει να φύγει το συντομότερο δυνατό. Βαδίζοντας λοιπόν προς το συνέδριο, και συνομολογώντας πως ο αντίπαλος είναι απέναντι, οφείλουμε να μετατρέψουμε τον θυμό σε πολιτικό σχέδιο ανατροπής της κυβέρνησης. Εχοντας πάντα καθαρό σε ποια κοινωνικά στρώματα απευθυνόμαστε και τα συμφέροντα ποιων (οφείλουμε να) εξυπηρετούμε.
14
12

Αννέτα Καββαδία: «Γιορτή της δημοκρατίας» ή λευκή επιταγή;

Στις μεγάλες προκλήσεις των ημερών, δεν απαντά κανείς με την αναπαραγωγή ξεπερασμένων μοντέλων του παρελθόντος αλλά συμβάλλοντας ώστε τα σχήματα πολιτικού ανταγωνισμού να αποκρίνονται στις επιτακτικές κοινωνικές ανάγκες, ενισχύοντας πραγματικά την ίση ελευθερία προς όφελος των πολλών. Υπ΄ αυτό το πρίσμα, η νέα ηγεσία του Κινήματος Αλλαγής θα αναγκαστεί σύντομα να πάρει σαφή θέση απέναντι στην κυβέρνηση της ΝΔ και τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Από τη στιγμή που η ανατροπή της ανάλγητης κυβερνητικής πολιτικής θα γίνει λαϊκή απαίτηση, δεν θα υπάρχουν περιθώρια για αμφισημίες και μισόλογα. Ο (όποιος) νέος πρόεδρος θα κληθεί να δώσει το ξεκάθαρο στίγμα του και να οδηγήσει το κόμμα του σε αποφάσεις τις οποίες, τι ειρωνεία, ουδέποτε συνδιαμόρφωσε με τους ανθρώπους οι οποίοι τον εξέλεξαν, ουδέποτε τις συζήτησε με τη βάση - στο όνομα της οποίας πίνει νερό. Να ξαναμιλήσουμε, λοιπόν, για «γιορτή της δημοκρατίας»;
06
12

Αννέτα Καββαδία: Άλλα μέσα, άλλα έξω

Δρουν, όμως, πέρα και έξω από την κεντρική γραμμή όσες και όσοι διαφοροποιούνται από τις –θεωρητικά αντίθετες– θέσεις του κόμματός τους; Είναι θέμα ελεύθερης βούλησης του/της κάθε ευρωβουλευτή/τριας της ΝΔ ή ένας εύσχημος τρόπος προκειμένου το κόμμα να μη δυσαρεστήσει κανένα από τα ακροατήριά του και να μην διαρραγούν σχέσεις εξάρτησης που, ενδεχομένως, υπάρχουν; Γιατί, για παράδειγμα, μόνο ερωτηματικά προκαλεί το γεγονός ότι την ώρα που η πανδημία καλπάζει και που μεταλλάξεις κάνουν συνεχώς την εμφάνισή τους, την ώρα που δεν προλαβαίνουμε να μετράμε νεκρούς σε όλο τον κόσμο και που η ταξικότητα του ιού είναι περισσότερο έκδηλη παρά ποτέ, από τη μία η ευρωομάδα της ΝΔ καταψηφίζει στις Βρυξέλλες την άρση των πατεντών και από την άλλη, στην Αθήνα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης διαρρηγνύει τα ιμάτιά του για την ανάγκη ισότιμης πρόσβασης στο εμβόλιο. Είτε λοιπόν δεν ελέγχει τα του οίκου του και βρισκόμαστε ενώπιον μιας εσωκομματικής …ανταρσίας (για να αστειευτούμε και λίγο), είτε υπογείως έχει δοθεί άλλη γραμμή και το κυρίαρχο, επίσημο αφήγημα χρησιμοποιείται απλώς γιατί αυτό επιτάσσει το φιλελεύθερο προφίλ, που ανεπιτυχώς προσπαθεί να εμφανίσει, είτε απλώς ψεύδεται γνωρίζοντας πως κανείς δεν θα του ζητήσει να απολογηθεί γι’ αυτό. Όπως άλλωστε είχε γράψει, τη δεκαετία του 1980, ο Αντρέ Φοντέν: «από καταβολής κόσμου το ψέμα έχει γίνει η δεύτερη φύση στις κυβερνήσεις». Κι εδώ αναδύεται το γνωστό, αμείλικτο ερώτημα: γιατί οι άνθρωποι, που σε μια κοινοβουλευτική δημοκρατία έχουν τον τελικό λόγο, όχι μόνο δεν ενοχλούνται από τα ψέματα και τις πάσης φύσεως λαθροχειρίες των ηγετών τους, αλλά τις χειροκροτούν; Υπάρχουν δεκάδες περιπτώσεις που αποδεικνύουν ότι η κυβέρνηση προσπάθησε να κατασκευάσει μια εικονική πραγματικότητα, την οποία η ίδια ανέτρεψε, όταν έκρινε ότι οι προτεραιότητές της άλλαξαν. Και όμως. Συνεχίζει ακάθεκτη να κάνει το άσπρο μαύρο. Να μην αξιολογεί την πραγματικότητα, έτσι όπως οι πολλοί τη βιώνουν, και να δημιουργεί προνομιακές συνθήκες για λίγους. Να εμμένει σε αδιέξοδες και καταστροφικές για τους πολλούς πολιτικές, περιφέροντας την αλαζονεία της και την… ιδιοκτησιακή της σχέση με τη χώρα. Αυτό που ο Κυριάκος Μητσοτάκης και οι σύμβουλοί του κάνουν συνειδητά, είναι να διαμορφώνουν έναν κόσμο όπου η αλήθεια ακυρώνεται, δεν μετράει. Υποσκάπτουν, όμως, έτσι τις βάσεις του πολιτισμού, που είναι προσωπική υπόθεση όλων μας.
22
11

Αννέτα Καββαδία: Στον δρόμο προς τη δυστοπία

Ας θυμηθούμε την άποψη ενός ζάπλουτου ανθρωπιστή, δωρητή της διεθνούς κοινωνίας των πολιτών, έτσι όπως τη μετέφερε, γράφοντας στην «Εποχή» (7/3/21), ο Δημήτρης Χριστόπουλος. Σε μια μεταξύ τους συνομιλία, όταν αυτός αναρωτήθηκε «έχει νόημα η βοήθεια της κοινωνίας των πολιτών στην Ελλάδα, η οποία φαίνεται πως θα καταλήξει σαν την Ουγγαρία;», και στις αιτιάσεις του Χριστόπουλου –πρόεδρου, τότε, της Διεθνούς Ομοσπονδίας των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου– ότι η ΝΔ υπήρξε ανέκαθεν μια σύνθεση παραδοσιακής λαϊκής δεξιάς παράταξης και φιλελεύθερου ευρωπαϊκού κεντροδεξιού κατεστημένου, ο συνομιλητής του του απάντησε: «και ο Όρμπαν κάπως έτσι ξεκίνησε: ως μια ουγγρική παραλλαγή μετάβασης στη φιλελεύθερη δημοκρατία του μεταπολιτευτικού “ανήκομεν εις τη Δύση” και στο τέλος κατέληξε σε αυτό που είναι σήμερα. Ο εκφασισμός μιας κοινωνίας δεν γίνεται με πορεία προς την πρωτεύουσα. Αυτό έγινε άπαξ. Εκφασισμός είναι η βαθμιαία μετάλλαξη των υποκειμένων προς θέσεις που κάποτε και τα ίδια θα αποστρέφονταν. Ο Όρμπαν δεν είναι Μουσολίνι. Θυμώνει αν τον πεις φασίστα». Ο διάλογος αυτός έγινε τον Οκτώβρη του 2019. Από τότε κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι. Η κυβέρνηση της ΝΔ έχει δώσει απτά δείγματα γραφής. Από την πανδημία μέχρι τα εργασιακά, και από την παιδεία μέχρι το προσφυγικό/μεταναστευτικό, τον αυταρχισμό και την καταστολή, δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών ως προς τις επιλογές της. Η δεξιά παράταξη, όμως, είναι αυτή που είναι. Δεν έκρυψε ποτέ τις προτεραιότητες και τους στόχους της. Δεν ξεγέλασε κανέναν. Αυτή είναι η ατζέντα της, αυτήν προωθεί. Χρέος της Αριστεράς, σύσσωμων των δημοκρατικών δυνάμεων του τόπου, είναι να προωθήσουν τη δική τους. Να ιεραρχήσουν τα θέματα αιχμής, να διαμορφώσουν ατζέντα πάνω τους και να αποτελέσουν την αντιπρόταση. Αυτό, βέβαια, προϋποθέτει ξεκάθαρο στίγμα, σχέδιο και μέθοδο. Μακριά από επαμφοτερίζουσες συμπεριφορές που κινδυνεύουν να θολώσουν το αφήγημα.
15
11

Αννέτα Καββαδία: Ο καθείς και τα όπλα του

Η κυβέρνηση, λοιπόν, έκανε τις επιλογές της, αρνούμενη οποιαδήποτε πρόταση συνεννόησης και χρησιμοποιώντας την πανδημία ως πρόσχημα για την ανελαστική εφαρμογή των πολιτικών της. Απέναντι σε αυτές τις επιλογές απαιτείται μια συντονισμένη αντίδραση, ένα αρραγές μέτωπο σύσσωμου του δημοκρατικού κόσμου, προκειμένου να σωθεί οτιδήποτε αν σώζεται. Είναι τέτοιο το μέγεθος και η ταχύτητα της κρίσης, παρούσας και επερχόμενης, που η αναζήτηση των αιτίων και οι παρελθοντικές συζητήσεις για το πώς φτάσαμε ως εδώ, δεν αρκούν. Αυτό που προέχει είναι η ανατροπή των δεδομένων. Ένα πλάνο κοινής δράσης με την εμπλοκή όλων: πολιτικών δυνάμεων, πολιτών, τοπικής αυτοδιοίκησης, συνδικαλιστικών οργανώσεων. Που θα πιέσουν επίμονα, συστηματικά, ασφυκτικά την κυβέρνηση και θα την αναγκάσουν σε αλλαγή ρότας. Έχει σημασία οι αριστερές, κομμουνιστικές, δημοκρατικές δυνάμεις της χώρας να πάρουν την υπόθεση στα χέρια τους και με συγκεκριμένες προτάσεις να δημιουργήσουν ένα ασφυκτικό πλαίσιο πίεσης γύρω από την κυβέρνηση. Το αίτημα, για παράδειγμα, ανακατανομής πόρων στο δημόσιο σύστημα υγείας –πού ακούστηκε, σε καιρό πανδημίας, να προβλέπονται στον προϋπολογισμό του 2022 900 εκατομμύρια ευρώ λιγότερα για την υγεία, αλλά και να απασχολούνται περίπου 2.500 λιγότεροι εργαζόμενοι στο ΕΣΥ απ’ ό,τι στην αρχή της πανδημίας– ή τα άμεσα μέτρα αποσυμφόρησης εκεί όπου συνωστίζονται μεγάλες ομάδες πληθυσμού, οφείλουν να είναι επιτακτικά αιτήματα που θα τίθενται όχι μεμονωμένα, αλλά από κοινού. Το ίδιο και η έμφαση στην εμβολιαστική καμπάνια. Έγραφε ο Χ. Γεωργούλας στο προηγούμενο φύλλο της «Εποχής» πως «αν η κυβέρνηση δεν αναλαμβάνει, όπως φαίνεται, την ευθύνη για την αποτροπή της ανεξέλεγκτης εξέλιξης του τέταρτου κύματος, η δημοκρατική αντιπολίτευση έχει χρέος να την υποκαταστήσει και να κινητοποιήσει τη συναίσθηση της κοινωνικής ευθύνης και αλληλεγγύης». Και είναι αλήθεια πως, σε επίπεδο εξαγγελιών τουλάχιστον, το χρέος αυτό η δημοκρατική αντιπολίτευση φαίνεται έτοιμη να το αναλάβει. Το έχει καταστήσει σαφές ο ΣΥΡΙΖΑ –τόσο με τις κατατεθειμένες προτάσεις του, όσο και με τις δηλώσεις του προέδρου του: «δεν είναι η ώρα του πολιτικού ανταγωνισμού, αλλά η ώρα της ευθύνης», τονίζει σε κάθε ευκαιρία. Το καθιστά σαφές το ΚΚΕ –ήταν ενδεικτικό το πρωτοσέλιδο του Ριζοσπάστη στις 9/11: «κάλεσμα αγωνιστικής συμπόρευσης για την υγεία και τη ζωή του λαού». Το επισημαίνει χωρίς ενδοιασμούς το ΜέΡΑ25. Συνηγορεί η εξωκοινοβουλευτική Αριστερά. Απομένει να (ξανα)κάνουν το κοινό βήμα και να δημιουργήσουν εκείνη τη δυναμική που θα ενεργοποιήσει τις αναγκαίες κοινωνικές δυνάμεις. Ας δώσουν το σήμα πως απέναντι στην ανάλγητη Δεξιά, η Αριστερά αναλαμβάνει την ευθύνη. Πώς το λέει το διαχρονικό σύνθημα; «Ο λαός θα σώσει τον λαό»…