Κάθε χρόνο, τη δεύτερη Κυριακή του Μαΐου, ο δημόσιος λόγος πλημμυρίζει από λουλούδια, καρδούλες, τηλεοπτικά αφιερώματα και ηθικολογικά κηρύγματα για τη «μητέρα-ηρωίδα». Η μητρότητα –συνθήκη μοναδική όταν αποτελεί συνειδητή επιλογή– παρουσιάζεται ως η ύψιστη αποστολή της γυναίκας, ως μια σχεδόν μεταφυσική ολοκλήρωση, ως το φυσικό και αναπόδραστο πεπρωμένο κάθε θηλυκότητας. Πίσω όμως από τα γλυκά μηνύματα και τις διαφημιστικές καμπάνιες, κρύβεται ένας βαθιά πολιτικός μηχανισμός πειθάρχησης: η ιδέα ότι η γυναίκα οφείλει να γίνει μητέρα. Ότι η ζωή της παραμένει «μισή» αν δεν τεκνοποιήσει, ότι το σώμα της αποκτά αξία κυρίως ως εργαλείο αναπαραγωγής.
Μια ιδέα καθόλου αθώα και καθόλου ουδέτερη. Αντιθέτως, ιστορικά φορτισμένη, κοινωνικά κατασκευασμένη και βαθιά αντιδραστική.
Μήτρα δεν σημαίνει μοίρα
Είναι αλήθεια πως, ιστορικά, η πατριαρχία δεν βασίστηκε μόνο στην καταπίεση των γυναικών, χρειάστηκε και μια ιδεολογία που θα παρουσιάζει αυτή την καταπίεση ως φυσική κατάσταση. Και η μητρότητα, ως θεσμός και όχι ως προσωπική εμπειρία, υπήρξε ένας από τους βασικούς πυλώνες της. Η Αντριέν Ριτς, στο εμβληματικό Of Woman Born, διαχωρίζει τη μητρότητα ως βιωμένη εμπειρία από τη μητρότητα ως κοινωνικό θεσμό. Και ακριβώς εκεί βρίσκεται ο πυρήνας του προβλήματος: όχι στην επιθυμία κάποιων ανθρώπων να γίνουν γονείς, αλλά στη μετατροπή αυτής της επιλογής σε κοινωνική υποχρέωση.
Όπως έγραφε η Ριτς, «η φυσική δυνατότητα της μητρότητας παρουσιάστηκε ως το μοναδικό πεπρωμένο και η μόνη δικαίωση της ζωής μιας γυναίκας».
Ίσως αυτό είναι και το πιο ύπουλο χαρακτηριστικό της: ότι μεταμφιέζει τον καταναγκασμό σε αγάπη, τη συμμόρφωση σε «φυσικό ένστικτο» και την κοινωνική πίεση σε ηθική ανωτερότητα. Όποια αρνείται τον ρόλο της μητέρας παρουσιάζεται ως ελλιπής, εγωίστρια ή αντικοινωνική –μια γυναίκα που παρεκκλίνει από την «κανονικότητα».
Η βιοπολιτική του δημογραφικού
Στη σημερινή Ελλάδα της ακρίβειας, της εργασιακής επισφάλειας, της στεγαστικής κρίσης και της διάλυσης του κοινωνικού κράτους, η συζήτηση για το δημογραφικό έρχεται να επαναφέρει με ακόμα πιο επιθετικό τρόπο αυτή τη λογική. Ξαφνικά, πολιτικοί, δημοσιολόγοι, εκκλησιαστικοί παράγοντες και τηλεοπτικοί «ειδικοί», ανακαλύπτουν πως οι γυναίκες «δεν κάνουν παιδιά». Και αντί να μιλήσουν για τους μισθούς εξαθλίωσης, τα πανάκριβα ενοίκια, την ανυπαρξία δημόσιων δομών φροντίδας ή την εξουθενωτική διπλή βάρδια των εργαζόμενων μητέρων, στρέφουν το βλέμμα στο ίδιο το γυναικείο σώμα. Το πρόβλημα, μας λένε, είναι ότι οι γυναίκες «έγιναν ατομίστριες», «κυνηγούν καριέρα», «ξεχνούν τον φυσικό τους ρόλο».
Πρόκειται για έναν επικίνδυνο ιδεολογικό εκβιασμό.
Γιατί πίσω από το άγχος για το δημογραφικό, συχνά κρύβεται κάτι πολύ περισσότερο από την ανησυχία για τη μείωση των γεννήσεων. Κρύβεται μια εθνικιστική και βαθιά συντηρητική αγωνία για το ποιες γεννούν και ποιες όχι. Όταν στον δημόσιο λόγο κυριαρχεί η ανάγκη «να γεννηθούν περισσότερα ελληνόπουλα», όταν η προσφυγιά και η μετανάστευση παρουσιάζονται ως απειλή για την «εθνική συνοχή», όταν η τεκνοποίηση μετατρέπεται σε πατριωτικό καθήκον, τότε η συζήτηση παύει να αφορά την κοινωνική πολιτική και αγγίζει ευθέως τον βιοπολιτικό έλεγχο. Οι γυναίκες αντιμετωπίζονται ως μέσα αναπαραγωγής του έθνους, ως εκκολαπτικές μηχανές που οφείλουν να υπηρετήσουν έναν ανώτερο συλλογικό σκοπό.
Δεν είναι τυχαίο ότι τέτοιες ρητορικές συνοδεύονται, σχεδόν πάντα, από επιθέσεις στα δικαιώματα των γυναικών και των ΛΟΑΤΚΙ+ ανθρώπων, από δαιμονοποίηση των αμβλώσεων, από ηθικό πανικό απέναντι σε κάθε μορφή ζωής που ξεφεύγει από το ετεροκανονικό μοντέλο «πατέρας-μητέρα-παιδιά». Η «ιερότητα της οικογένειας» γίνεται, έτσι, το όχημα για την αναβίωση μιας αυταρχικής κοινωνικής κανονικότητας.
Ούτε χρέος, ούτε καθήκον, ούτε πεπρωμένο
Και όμως, η μητρότητα δεν είναι καθήκον. Ούτε φυσικός νόμος. Δεν είναι προϋπόθεση κοινωνικής αποδοχής ούτε μέτρο αξίας μιας γυναίκας.
Δεν είναι λιγότερο πλήρης κάποια επειδή δεν θέλει παιδιά ή δεν μπορεί να αποκτήσει. Ούτε επειδή επιλέγει να δώσει προτεραιότητα σε άλλες μορφές δημιουργίας, συντροφικότητας, πολιτικής δράσης ή προσωπικής ελευθερίας. Η ιδέα ότι η «πραγματική ολοκλήρωση» έρχεται μόνο μέσα από τη μητρότητα, αποτελεί ευθεία άρνηση της αυτονομίας του υποκειμένου. Πρόκειται για μια αφήγηση που ακυρώνει τη βούληση, την επιθυμία και την πολυπλοκότητα των γυναικείων εμπειριών.
Η Σιμόν ντε Μποβουάρ έγραφε ότι «γυναίκα δεν γεννιέσαι, γίνεσαι». Η φράση αυτή δεν αφορά μόνο τους κοινωνικούς ρόλους του φύλου, αφορά και τη βίαιη κατασκευή της «καλής γυναίκας» ως μητέρας, φροντίστριας, θυσιαζόμενης ύπαρξης. Το να αμφισβητεί κανείς αυτή την κατασκευή δεν είναι πράξη αντικοινωνική αλλά πράξη χειραφέτησης.
Γι’ αυτό και προκαλεί ιδιαίτερη απογοήτευση όταν τέτοιες αντιλήψεις αναπαράγονται ακόμη και από γυναίκες που αυτοπροσδιορίζονται ως αριστερές ή προοδευτικές. Όταν ακούμε ότι «η μητρότητα είναι η πιο επαναστατική πράξη», ότι «καμία γυναίκα δεν ολοκληρώνεται χωρίς παιδί» ή ότι «η Αριστερά πρέπει να ξαναδώσει αξία στην οικογένεια», δεν ακούμε κάποιον ριζοσπαστικό λόγο αλλά ανακύκλωση των ίδιων πατριαρχικών στερεοτύπων με πιο «ανθρώπινο» λεξιλόγιο.
Η Αριστερά, ιστορικά, όφειλε να υπερασπίζεται την ελευθερία από τους καταναγκασμούς της εξουσίας, όχι να τους εξωραΐζει. Και η επιβολή της μητρότητας ως κανονικότητας είναι μορφή εξουσίας, είναι ένας τρόπος να περιορίζεται το γυναικείο σώμα, να ελέγχεται η επιθυμία, να καθορίζεται ποια ζωή θεωρείται κοινωνικά αποδεκτή και ποια όχι.
Το πραγματικά προωθητικό αίτημα δεν είναι να πειστούν περισσότερες γυναίκες να γεννήσουν. Είναι να μπορούν όλες, όλοι και όλα να επιλέγουν ελεύθερα τον τρόπο που θα ζήσουν, χωρίς ενοχή, χωρίς κοινωνικό στιγματισμό, χωρίς ιδεολογικούς εκβιασμούς. Να μπορεί η μητρότητα να υπάρξει ως επιθυμία και σχέση, όχι ως επιταγή.