Οι παγκόσμιες οικονομικές ανισορροπίες βρίσκονται πλέον στον πυρήνα της γεωπολιτικής σύγκρουσης, της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και της μάχης για οικονομική ισχύ ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις. Γι’ αυτό η σημερινή αντιπαράθεση ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Κίνα θυμίζει ολοένα περισσότερο προηγούμενες ιστορικές περιόδους που κατέληξαν σε σοβαρές διεθνείς κρίσεις.
Η ιστορία δείχνει ότι οι συγκρούσεις γύρω από τις εξωτερικές ανισορροπίες επανέρχονται σχεδόν κάθε δύο δεκαετίες. Συνέβη στη δεκαετία του 1920 πριν από τη Μεγάλη Ύφεση, στη δεκαετία του 1960 πριν από την κατάρρευση του συστήματος του Bretton Woods, στη δεκαετία του 1980 με τις εντάσεις ΗΠΑ–Ιαπωνίας και αργότερα με την άνοδο της Κίνας. Κάθε φορά, το επίδικο ήταν το ίδιο, ποιος θα απορροφήσει τα παγκόσμια πλεονάσματα και ποιος θα χρηματοδοτήσει τα ελλείμματα.
Σήμερα βρισκόμαστε, κατά την άποψή μου, σε μια νέα «νεο-μερκαντιλιστική» εποχή. Τα εμπορικά πλεονάσματα αντιμετωπίζονται ξανά ως εργαλείο εθνικής ισχύος και στρατηγικής επιρροής. Αυτό ενισχύει τον ανταγωνισμό ανάμεσα στα κράτη, ιδιαίτερα τώρα που οι ΗΠΑ αισθάνονται ότι χάνουν βιομηχανική και τεχνολογική υπεροχή απέναντι στην Κίνα.
Το πιο ανησυχητικό είναι ότι ούτε οι πλεονασματικές ούτε οι ελλειμματικές χώρες είναι πραγματικά ασφαλείς. Οι πλεονασματικές οικονομίες —όπως η Κίνα, η Γερμανία ή παλαιότερα η Ιαπωνία— εξαρτώνται υπερβολικά από τη ζήτηση άλλων χωρών. Έχουν οικοδομήσει το παραγωγικό τους μοντέλο πάνω στις εξαγωγές και χρειάζονται διαρκώς αγορές που θα απορροφούν την υπερπαραγωγή τους. Όταν οι ελλειμματικές χώρες περιορίζουν την κατανάλωση ή την πιστωτική επέκταση, ολόκληρο το σύστημα αρχίζει να τρίζει.
Από την άλλη πλευρά, οι χώρες με μεγάλα ελλείμματα συσσωρεύουν χρέη, αποβιομηχάνιση και πολιτική δυσαρέσκεια. Αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η άνοδος του Ντ. Τραμπ, οι δασμολογικοί πόλεμοι και η προσπάθεια της Ουάσιγκτον να διατηρήσει τη διεθνή ζήτηση για αμερικανικά ομόλογα αποτελούν συμπτώματα αυτής της βαθύτερης κρίσης. Οι ΗΠΑ λειτουργούν ως ο βασικός «απορροφητής» των παγκόσμιων πλεονασμάτων, αλλά αυτό το μοντέλο γίνεται όλο και πιο δύσκολο πολιτικά και οικονομικά να διατηρηθεί.
Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι αυτές οι ανισορροπίες συχνά οδηγούν σε φούσκες και χρηματοπιστωτικές κρίσεις. Η Ιαπωνία στη δεκαετία του 1980 και η Κίνα μετά το 2008 επιχείρησαν να αντισταθμίσουν τις εξωτερικές πιέσεις μέσω εσωτερικής πιστωτικής επέκτασης και επενδύσεων στο real estate, δημιουργώντας τελικά μη βιώσιμες φούσκες ακινήτων. Παρόμοια φαινόμενα εμφανίζονται πάλι σήμερα σε πολλές οικονομίες.
Καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η παγκόσμια οικονομία εισέρχεται σε περίοδο μετάβασης χωρίς να διαθέτει σαφή μηχανισμό σταθεροποίησης. Το παλιό μοντέλο της φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης αποδυναμώνεται, αλλά δεν έχει ακόμη εμφανιστεί ένα νέο σταθερό σύστημα. Οι αγορές από μόνες τους δεν μπορούν να διαχειριστούν τόσο βαθιές ανισορροπίες, ιδιαίτερα όταν συνδέονται με ζητήματα ισχύος, βιομηχανικής πολιτικής και γεωπολιτικού ανταγωνισμού.
Το ερώτημα δεν είναι αν το σημερινό σύστημα θα αλλάξει, αλλά πώς θα γίνει αυτή η μετάβαση – κι αν θα γίνει με συντεταγμένη προσαρμογή ή μέσα από νέες χρηματοπιστωτικές και γεωπολιτικές κρίσεις.