Macro

Βιβή Κεφαλά: Περιφερειακές και διεθνείς συνέπειες του πολέμου εναντίον του Ιράν

Ο δεύτερος πόλεμος ΗΠΑ – Ισραήλ εναντίον του Ιράν άρχισε στις 28 Φεβρουαρίου, ενώ είχαν αρχίσει έμμεσες διαπραγματεύσεις Ουάσιγκτον – Τεχεράνης με τη μεσολάβηση του Ομάν, δηλαδή λίγες ημέρες μετά την αιματηρή καταστολή των μαζικών διαδηλώσεων στο Ιράν. Επρόκειτο για μία αναπάντεχη επίθεση, αφού, σύμφωνα με εκπρόσωπο του Ομάν, οι διαπραγματεύσεις εξελίσσονταν θετικά. Όμως, το Ισραήλ επεδίωξε τον πόλεμο αυτό, αφού όπως είχε δηλώσει ο ισραηλινός πρωθυπουργός, αμέσως μετά την αιματηρή επίθεση της Χαμάς την 7η Οκτωβρίου 2023, το Ισραήλ πολεμά σε επτά μέτωπα ταυτοχρόνως, στα οποία εντάσσεται και το Ιράν.

Η αιφνιδιαστική επίθεση της 28ης Φεβρουαρίου φαίνεται ότι αποτελεί πρωτοβουλία του Μπεντζαμίν Νετανιάχου, που έπεισε τον πρόεδρο Τραμπ ότι μία στρατιωτική επιχείρηση εναντίον του Ιράν μετά τις καταστροφές που προκλήθηκαν στη χώρα από τον πόλεμο του Ιουνίου 2025, θα ήταν μικρής διάρκειας και μεγάλης αποτελεσματικότητας, δεδομένου ότι το καθεστώς είχε αποδυναμωθεί από τις μαζικότατες διαδηλώσεις του Ιανουαρίου, ενώ ο αποκεφαλισμός της ηγεσίας του, θα επέσπευδε την πολιτική του κατάρρευση και θα έθετε τέλος στις πυρηνικές φιλοδοξίες της Τεχεράνης.

Τα διακυβεύματα του πολέμου

Ο πόλεμος άρχισε με πυραυλικά χτυπήματα στην Τεχεράνη, τα οποία την πρώτη κιόλας ημέρα είχαν ως αποτέλεσμα τον θάνατο του ανώτατου πνευματικού ηγέτη του Ιράν Αγιατολάχ Αλί Χαμενεί, τον οποίο διαδέχθηκε ο γιός του. Όμως, η δολοφονία αυτή, η οποία ακολουθήθηκε από δολοφονίες και άλλων υψηλόβαθμων στελεχών, συσπείρωσε τον πληθυσμό και δεν οδήγησε στην κατάρρευση του καθεστώτος, το οποίο πέρασε στην αντεπίθεση. Παρά τις απειλές του αμερικανού προέδρου, όπως λ.χ. ότι εάν η Τεχεράνη δεν ικανοποιήσει τις απαιτήσεις της Ουάσιγκτον το Ιράν θα υποστεί τέτοια πλήγματα που θα επιστρέψει στην λίθινη εποχή, το καθεστώς συνεχίζει να αντιστέκεται παρά τις αυξανόμενες δυσκολίες που αντιμετωπίζει, δεδομένης της ασυμμετρίας ισχύος μεταξύ των εμπολέμων.

Έτσι, το Ιράν δέχεται πλήγματα τόσο σε στρατιωτικούς στόχους όσο και σε πολιτικές υποδομές, όπως γέφυρες, εργοστάσια, σχολεία κλπ., με δεκάδες άμαχους νεκρούς και απαντά με πλήγματα εναντίον αμερικανικών βάσεων που υπάρχουν σε όλες τις γειτονικές του χώρες, ενώ πλήττει και υποδομές εξόρυξης και επεξεργασίας πετρελαίου στο έδαφός τους. Πρόκειται για έναν αδιέξοδο πόλεμο, που δεν μπορούν να κερδίσουν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ, παρά τη συντριπτική τους υπεροπλία, μια και το Ιράν είναι μία χώρα μεγάλη σε έκταση και πληθυσμό, ενώ διαθέτει ένα τεράστιο γεωστρατηγικό πλεονέκτημα που δεν είναι άλλο από τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ. Κατά συνέπεια, ο πόλεμος εναντίον του Ιράν εξελίσσεται σε πόλεμο φθοράς, ο οποίος το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να απειλεί τη διεθνή ενεργειακή και επισιτιστική ασφάλεια, και να προκαλεί ακόμα περισσότερες εντάσεις στην περιοχή.

Ως εκ τούτου, είναι αμφίβολο το κατά πόσον Ουάσιγκτον και Τελ Αβίβ μπορούν να επιτύχουν τους στόχους τους. Για την Ουάσιγκτον, που στόχευε στην ανατροπή του ιρανικού καθεστώτος και το τέλος του πυρηνικού προγράμματος της Τεχεράνης, η κατάσταση είναι αδιέξοδη, δεδομένων μάλιστα των εσωτερικών αντιδράσεων στον πόλεμο αυτό. Επομένως, η εκεχειρία που κήρυξε ο πρόεδρος Τραμπ είναι για να αποφύγει τις αιτιάσεις του Κογκρέσου για υπέρβαση των αρμοδιοτήτων του και η επιδίωξη μίας συμφωνίας την οποία θα παρουσιάσει ως στρατηγική νίκη. Για το Ισραήλ, όμως, οι στόχοι είναι εντελώς διαφορετικοί: ο πόλεμος εναντίον του Ιράν είναι μία ευκαιρία να επιτύχει έναν διττό στόχο: να καταστρέψει τις πυρηνικές δυνατότητες του Ιράν, να εξαλείψει τους βαλλιστικούς του πυραύλους, να καθυστερήσει την οικονομική του ανασυγκρότηση και ανάπτυξη και να το αναγκάσει να σταματήσει να ενισχύει τη Χεζμπολλά.

Οι περιφερειακές συνέπειες

Πράγματι, το Ισραήλ συνδέει τον πόλεμο κατά του Ιράν με την ήττα της Χεζμπολλά, όπου παρά τη νέα εκεχειρία, συνεχίζει να βομβαρδίζει τον νότιο Λίβανο, να καταστρέφει υποδομές, να εκτοπίζει τους κατοίκους, να σκοτώνει δεκάδες αμάχους, να πλήττει κατοικημένες περιοχές και πέραν του νοτίου Λιβάνου, ισχυριζόμενο ότι εκεί βρίσκουν καταφύγιο άνδρες της Χεζμπολλά. Δεδηλωμένος στόχος του Τελ Αβίβ είναι η δημιουργία μίας λεγόμενης ζώνης ασφαλείας σαράντα τουλάχιστον χιλιομέτρων, για την ασφάλεια των βορείων συνόρων του. Την ίδια ώρα, ζητά διαπραγματεύσεις με την κυβέρνηση του Λιβάνου, εμμένοντας όμως στον αφοπλισμό της Χεζμπολλά, πράγμα που δεν μπορεί να γίνει για πολλούς λόγους, μπορεί όμως να οδηγήσει σε έναν νέο εμφύλιο τη χώρα του Κέδρου.

Στο μεταξύ, καθώς τα βλέμματα είναι στραμμένα στον πόλεμο κατά του Ιράν, το Ισραήλ παραβιάζει την εκεχειρία στη Γάζα, που συνεχίζει να λιμοκτονεί, απαιτώντας τον αφοπλισμό της Χαμάς, ενώ ισραηλινοί έποικοι συνεχίζουν τη βία κατά των Παλαιστινίων και γίνονται ενέργειες για τη δημιουργία νέων παράνομων εβραϊκών οικισμών στη Δυτική Όχθη.

Όσον αφορά τον Κόλπο, τα πλήγματα που εξαπέλυσε το Ιράν εναντίον γειτονικών χωρών, όπου βρίσκονται αμερικανικές βάσεις από όπου και βάλλεται, έχουν προκαλέσει τεράστιες οικονομικές ζημιές τόσο σε πετρελαϊκές εγκαταστάσεις, όσο και στον τουρισμό και άλλους τομείς. Όλα αυτά εντείνουν το χάσμα που χωρίζει το Ιράν από τις πετρομοναρχίες, ενώ δημιουργεί σοβαρές αμφιβολίες για το κατά πόσον η αμερικανική ομπρέλα προστασίας λειτουργεί υπέρ τους ή εναντίον τους.

Οι διεθνείς συνέπειες

Με την έναρξη του πολέμου, το Ιράν έκανε χρήση του γεωστρατηγικού πλεονεκτήματος που διαθέτει, δηλαδή τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ, τα οποία έκλεισε για πλοία εχθρικών χωρών. Πρόκειται για το σημαντικότερο ενεργειακό πέρασμα στον κόσμο, αφού από τα στενά του Ορμούζ διέρχεται περισσότερο από το 20% της παγκόσμιας παραγωγής αργού πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου, γεγονός που είχε τεράστιο οικονομικό αντίκτυπο στις υπόλοιπες πετρελαιοπαραγωγές χώρες του Κόλπου, δεδομένου ότι είναι ουσιαστικά η μοναδική δίοδος εξαγωγής πετρελαίου για τη Σαουδική Αραβία, το Ιράκ, το Κουβέιτ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Προφανώς, αυτό προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση στις διεθνείς αγορές, προκαλώντας την άνοδο της τιμής της ενέργειας, θέτοντας σε κίνδυνο τη διεθνή ενεργειακή ασφάλεια. Εάν ο πόλεμος συνεχιστεί, οι συνέπειες θα είναι ακόμα σοβαρότερες εξαιτίας της αύξησης της τιμής του πετρελαίου, που μπορεί να οδηγήσει σε στασιμοπληθωρισμό και αύξηση των τιμών προϊόντων ή ακόμα και σε παγκόσμια ύφεση, με κρίσιμο όριο τα 150 δολάρια το βαρέλι. Ακόμα, όμως, και εάν επέλθει άμεσα συμφωνία για το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, η ενεργειακή τροφοδοσία θα χρειαστεί χρόνο για να ομαλοποιηθεί, δεδομένου ότι έχουν πληγεί εγκαταστάσεις επεξεργασίας, αποθήκευσης κλπ στις χώρες της περιοχής.

Μία ακόμα συνέπεια αυτού του πολέμου είναι οι κίνδυνοι για τη διεθνή επισιτιστική ασφάλεια, διότι στην περιοχή παράγεται το 30% και πλέον των λιπασμάτων, των οποίων η παραγωγή έχει μειωθεί περίπου στο μισό λόγω του πολέμου, ενώ ακόμα και αυτές οι περιορισμένες ποσότητες δεν μπορούν να εξαχθούν εξαιτίας του κλεισίματος των Στενών. Αυτό σημαίνει αύξηση της τιμής των λιπασμάτων, επιβάρυνση των καταναλωτών, αλλά και μειωμένες σοδειές, πράγμα που σημαίνει μεγάλη αύξηση της πείνας, ειδικά σε χώρες της Ασίας και της Αφρικής, αλλά και αύξηση του πληθωρισμού, σύμφωνα με τις προειδοποιήσεις του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ.

Ένας ακόμα καταστροφικός πόλεμος, λοιπόν, με στόχο τη βίαιη αναδιαμόρφωση της ισορροπίας ισχύος στην Μέση Ανατολή.

Η ΕΠΟΧΗ