Macro

Αννέτα Καββαδία: Τουρισμός στα ερείπια

Καλεσμένος στη γενική συνέλευση του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων ήταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης όπου, απολύτως κυνικά, μίλησε για πιθανή έκρηξη του “last minute booking” καθώς, όπως είπε, «οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή μπορεί να φέρουν νέες ευκαιρίες στον ελληνικό τουρισμό».

Και μένεις εσύ να αναρωτιέσαι αν υπάρχουν πια λέξεις ικανές να περιγράψουν την αγριότητα. Γιατί όταν ένας πρωθυπουργός επιλέγει αυτή τη ρητορική –«εξελίξεις»,«ευκαιρίες»– δεν πρόκειται για μια ατυχή διατύπωση αλλά για την πλήρη ηθική και πολιτική αποκάλυψη ενός συστήματος εξουσίας που έχει μάθει να μεταφράζει τον ανθρώπινο πόνο σε δείκτες αγοράς. Οι «εξελίξεις» στις οποίες αναφέρθηκε, δεν είναι αφηρημένες γεωπολιτικές μετατοπίσεις. Είναι πόλεμος, κατεστραμμένες πόλεις, χιλιάδες νεκροί, παιδιά θαμμένα κάτω από ερείπια, προσφυγιά. Είναι ένας λαός που εξοντώνεται μπροστά στα μάτια όλου του κόσμου.

Και όμως, μέσα σε αυτή τη συνθήκη, η ελληνική κυβέρνηση βλέπει… κρατήσεις της τελευταίας στιγμής!

Πόλεμος, κέρδη και σιωπή

Αυτό όμως δεν είναι το αληθινό νόημα της κανονικοποίησης του πολέμου; Η στιγμή που η φρίκη παύει να αντιμετωπίζεται ως φρίκη και μετατρέπεται σε οικονομικό δεδομένο. Η στιγμή που η γενοκτονία δεν προκαλεί αποτροπιασμό αλλά τουριστική αισιοδοξία. Ο κυνισμός εδώ δεν είναι παρεμπίπτων, είναι δομικός. Είναι η γλώσσα του νεοφιλελεύθερου ολοκληρωτισμού, όπου τα πάντα –ακόμα και ο θάνατος– αποκτούν αξία μέσα από τη δυνατότητα εμπορικής αξιοποίησης.

Και πρέπει να ειπωθεί καθαρά: ο πρωθυπουργός ξέρει πολύ καλά τι λέει. Δεν πρόκειται για κάποιον «άνιωθο» τεχνοκράτη που έκανε ένα επικοινωνιακό λάθος. Η συγκεκριμένη ρητορική είναι απολύτως συνειδητή και απευθύνεται σε συγκεκριμένα ακροατήρια. Χαϊδεύει τα αυτιά εκείνων των οικονομικών και επιχειρηματικών κύκλων που αντιμετωπίζουν κάθε διεθνή καταστροφή ως πιθανό πεδίο κερδοφορίας. Τουρισμός, εξοπλισμοί, ενέργεια, «γεωστρατηγική αναβάθμιση»: η κυβέρνηση της ΝΔ έχει επιλέξει εδώ και χρόνια να οικοδομήσει την πολιτική της ταυτότητα πάνω στη λογική ότι η Ελλάδα μπορεί να αναβαθμιστεί μέσα από τη φωτιά της περιοχής.

Γι’ αυτό και η στρατηγική συμμαχία με το Ισραήλ παρουσιάζεται περίπου ως εθνικό κεκτημένο. Όχι παρά τις θηριωδίες, αλλά μέσα από αυτές. Η κυβέρνηση δεν σιωπά επειδή «δεν γνωρίζει», σιωπά επειδή έχει επιλέξει πλευρά. Έχει επιλέξει να σταθεί δίπλα σε μια κυβέρνηση που κατηγορείται διεθνώς για εγκλήματα πολέμου και γενοκτονικές πρακτικές, να ενισχύσει στρατιωτικές και οικονομικές σχέσεις, να συμμετέχει σε κοινές ασκήσεις και συμφωνίες «ασφάλειας», την ώρα που ο παλαιστινιακός λαός εξοντώνεται.

Και δεν είναι τυχαίο ότι αυτή η ρητορική συναντιέται όλο και πιο ανοιχτά με τα ιδεολογικά μοτίβα της ευρωπαϊκής και ισραηλινής ακροδεξιάς. Η αντίληψη ότι κάποιοι λαοί είναι αναλώσιμοι στο όνομα της «ασφάλειας», ότι ο πόλεμος μπορεί να αποτελεί εργαλείο οικονομικής και γεωπολιτικής αναβάθμισης, ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι επιλεκτική πολυτέλεια, αποτελεί τον πυρήνα της σύγχρονης αυταρχικής Δεξιάς στοιχεία της οποίας η κυβέρνηση όχι απλώς δανείζεται αλλά νομιμοποιεί πολιτικά και κοινωνικά.

Η γλώσσα του κυνισμού

Η ανηθικότητα, δε, δεν βρίσκεται μόνο στις συμμαχίες. Βρίσκεται κυρίως στη γλώσσα, στην αποστείρωση της βίας, στην τεχνοκρατική μετατροπή της σφαγής σε ουδέτερο «γεγονός». Είναι άλλωστε γνωστό πως κάθε αυταρχική περίοδος χτίζει πρώτα το λεξιλόγιό της. Δεν υπάρχουν «νεκροί άμαχοι» αλλά «παράπλευρες απώλειες». Δεν υφίσταται «γενοκτονία» αλλά «κρίση ασφάλειας». Δεν λέει «πόλεμος» αλλά «εξελίξεις».

Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να διαβαστεί και η εκκωφαντικά προκλητική στάση της πλειονότητας των συστημικών ΜΜΕ. Η σχεδόν πλήρης αποσιώπηση, για παράδειγμα, της παρουσίας της Φραντζέσκα Αλμπανέζε στην Αθήνα, δεν ήταν δημοσιογραφική αμέλεια αλλά πολιτική επιλογή. Η ειδική εισηγήτρια του ΟΗΕ για τα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη βρέθηκε στην Ελλάδα, μίλησε δημόσια, κατήγγειλε τη συνενοχή της Δύσης και τον ρόλο του Ισραήλ στην κανονικοποίηση της βίας, και όμως, η παρουσία της αντιμετωπίστηκε σχεδόν σαν να μην υπήρξε ποτέ. Γιατί; Επειδή διατάρασσε το κυρίαρχο αφήγημα. Επειδή υπενθύμιζε ότι υπάρχουν ακόμα φωνές που μιλούν τη γλώσσα του διεθνούς δικαίου και όχι της αγοράς. Επειδή έφερνε στο προσκήνιο τη λέξη που το πολιτικό και μιντιακό κατεστημένο προσπαθεί απεγνωσμένα να εξορίσει: συνενοχή.

Το ίδιο αποκαλυπτική είναι και η σιωπή γύρω από την πειρατική συμπεριφορά της ισραηλινής κυβέρνησης και τις αλλεπάλληλες απαγωγές μελών του Global Sumud Flotilla –αυτή τη στιγμή, 19 ελληνίδες και έλληνες βρίσκονται στις ισραηλινές φυλακές. Καθώς και το ότι στην αποστολή συμμετέχει –και απήχθη– η αδελφή της Προέδρου της Ιρλανδίας, κάτι που, υπό άλλες συνθήκες, θα προκαλούσε διεθνή πολιτική αναστάτωση. Και όμως, ούτε καν μαθεύτηκε. Γιατί, φυσικά, η αποσιώπηση αποτελεί πλέον βασικό εργαλείο διακυβέρνησης. Ό,τι δεν χωρά στην κυρίαρχη γεωπολιτική αφήγηση εξαφανίζεται από τη δημόσια σφαίρα.

Να (μην) συνηθίσουμε τον πόλεμο

Ας το πούμε καθαρά: η ελληνική κυβέρνηση δεν είναι απλώς μια κυβέρνηση που ακολουθεί μια κυνική εξωτερική πολιτική, είναι μια κυβέρνηση που επιχειρεί να αναδιαμορφώσει το ηθικό όριο της κοινωνίας. Να μας μάθει να ζούμε με τον πόλεμο ως κανονικότητα. Να συνηθίσουμε την εικόνα της καταστροφής ως φόντο της (όποιας) οικονομικής ανάπτυξης. Να θεωρούμε φυσικό ότι κάποιοι λαοί θα θυσιάζονται ώστε άλλοι να απολαμβάνουν «σταθερότητα», επενδύσεις και τουριστική άνθηση.

Απέναντι σε αυτή τη βαρβαρότητα, η Αριστερά οφείλει διαρκώς να μιλά. Και να μιλά δυνατά. Να αντιταχθεί όχι μόνο στις πολιτικές της κυβέρνησης αλλά και στη γλώσσα της. Να επαναφέρει τη σημασία των λέξεων: να πει ότι ο πόλεμος είναι πόλεμος, η γενοκτονία γενοκτονία, ότι τα ερείπια δεν είναι επενδυτική ευκαιρία. Και ότι καμία κοινωνία δεν μπορεί να παραμένει δημοκρατική όταν εκπαιδεύεται καθημερινά να κοιτά τον ανθρώπινο όλεθρο με όρους αγοράς.

Η ΕΠΟΧΗ