Αν ο άνθρωπος όριζε την ύπαρξή του υπό τον όρο του Sein zun Tode, αν Ηταν προς τον Θάνατο καθημερινά, ναι, η ζωή θα ήταν καλύτερη. Κατά τον Γερμανό –και δυστυχέστατα φιλοναζί- φιλόσοφο Μάρτιν Χάιντεγκερ, το τέλος είναι και ο τελικός σκοπός της ζωής των έμβιων και έλλογων όντων. Η δε συνειδητοποίησή του ως το μόνο όριο της ύπαρξης δεν είναι παράγοντας απαισιοδοξίας αλλά το ανάποδό του: είναι εκείνο που σε βγάζει από το άλγος μιας μικροπρεπούς ζωής, εκείνο που σε κάνει να εξεγείρεσαι, εκείνο που κάνει και τη δόξα και τα φράγκα να γίνονται μηδαμινά.
Αλλά η εμπειρία του θανάτου, εμπειρία που βιώνεται μονάχα μέσα από το θάνατο του Άλλου, δεν είναι αρκετή. Η εγωικότητα του δυτικού ανθρώπου που διαβιεί χωρίς να το αντιλαμβάνεται σε μια διαρκώς ετοιμόρροπη κατάσταση ευμάρειας αφήνει κατά μέρος τις «δυσάρεστες» σκέψεις. Δουλεύει 12ωρα δίχως να επαναστατεί, μεταθέτοντας την όντως ζωή σε ένα απροσδιόριστο μέλλον. Ο θάνατος δεν κατανοείται ως αναπόδραστη μοίρα αλλά ως «δυστύχημα», που συνήθως δεν τον αφορά. Εξάλλου, όπως και η ζωή, έχει ταξική υπόσταση.
Είναι, λοιπόν, «φυσικό» να πεθαίνουν οι πρόσφυγες, να πνίγονται οι μετανάστες. Κυρίως, είναι «φυσικό» να σκοτώνονται άνθρωποι σε εμπόλεμες ζώνες «μακριά από μας».
Ο homo inhumanus, ο απάνθρωπος άνθρωπος που εκτρέφει ο καπιταλισμός, δεν συγκινείται, ούτε και σκιάζεται, από το δράμα έξω απ’ την αυλή του. Η περιχαράκωση που επιβάλλει η σκλαβιά του μεροκάματου με τις καταπιεστικές σχέσεις παραγωγής και η, αυτονόητα ερχόμενη, αλλοτρίωση, δεν αφήνουν χώρο για δεύτερες σκέψεις. Ούτε για περιττές συγκινήσεις.
Κι αν ο υπερπλούσιος, εντός του πλαισίου της εξουσίας του, δεν αντιλαμβάνεται τη θνητότητά του και νιώθει έτσι κι αλλιώς μικρός θεός, η αίσθηση της αθανασίας μεταβιβάζεται και στον καταναλωτικό άνθρωπο της φτωχολογιάς: η αφθονία που ίδιος και παράγει, και καταναλώνει πληρώνοντας την πανάκριβα, δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο που επιτείνει τη λησμονιά του θανάτου ως πεπρωμένου. Μ’ αυτόν τον τρόπο, στη λάσπη μιας αδιάφορης για τα κοινά ζωής, δοκιμάζεται και εν τέλει καταργείται η ανθρωπιά. Που συγκροτείται με τη συναίσθηση της κοινής μοίρας των θνητών είτε γεννιούνται στις βίλες της Εκάλης είτε στα γκρεμισμένα από τις βόμβες χαμόσπιτα της Παλαιστίνης.
Αλλά στην ταξική κοινωνία οι αλλοτριωμένοι από κάτω μιμούνται τις συμπεριφορές των εκμεταλλευτών: με την ίδια απάθεια με την οποία οι από πάνω εκμεταλλεύονται και κερδοσκοπούν, έτσι σήμερα παρατηρούν, σαν να βλέπουν κινηματογραφική ταινία, τη νέα γενοκτονία.
Αν οι πρόσφατοι θάνατοι «επώνυμων» λεγόμενων προσώπων, από φυσικά-παθολογικά αίτια, προκάλεσαν –δικαίως- συγκίνηση που εκφράστηκε παντίοις τρόποις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τούτη η συγκίνηση δεν αποδεικνύει παρά την αδιανόητη σκληρότητα του δυτικού ανθρώπου: παρότι θεόφτωχος, δεν δίνει δεκάρα για ό,τι δεν του μοιάζει. Οι σκοτωμένες μάνες της Παλαιστίνης, οι πνιγμένες στη Μεσόγειο, οι πεθαμένες από έλλειψη ιατρικής φροντίδας σε κάθε γωνιά της γης δεν συγκινούν.
Ούτε, πολύ περισσότερο, μπορούν να προκαλέσουν κύμα συμπαράστασης τέτοιο που να αλλάξει τον ρου της ιστορίας. Διότι η τελική λύση των ναζί εγκαθιδρύθηκε στο συλλογικό ασυνείδητο ως κοινός τόπος: ο κόσμος τούτος διαχωρίζεται σε κείνους που αξίζει να ζουν, και κλαίμε που πεθαίνουν, και στους άλλους, τους αξιοκαταφρόνητους, που ζήσουν, πεθάνουν, αδιάφορο.