Κατέ Καζάντη

29
07

Το παρελθόν ως πολιτική παρακαταθήκη

Η επανεκμάθηση της πληθυντικής Αριστεράς είναι μια υπόθεση που αφορά όλους ανεξαιρέτως. Παλιοί σύντροφοι του κατασυκοφαντημένου πυρήνα του 3%, σύντροφοι που εγκατέλειψαν για να συνταυτιστούν με τη λεγόμενη «Αριστερά της ευθύνης», η οποία, με τη σειρά της, οδηγήθηκε στη συγκυβέρνηση με Σαμαρά - Βενιζέλο, σύντροφοι από το αριστερό όριο της Σοσιαλδημοκρατίας (ΠΑΣΟΚ, ΚΙΝ.ΑΛΛ. κ.ο.κ.) διαθέτουν διαφορετικές αισθήσεις, αντιλήψεις και αντανακλαστικά. Η εμπειρία τους, εμπειρία οδηγός για τα επόμενα βήματα, εμπειρία για την αποφυγή ολέθριων ή λιγότερο ολέθριων λαθών και παλινωδιών, είναι η προίκα, τρόπον τινά, για τη μεγέθυνση της Αριστεράς του μέλλοντος. Έτσι, οι προερχόμενοι από τη Σοσιαλδημοκρατία σύντροφοι, έχοντας εσωτερικεύσει τη φθορά της διολίσθησης που σταδιακά έφερε ανά τον κόσμο τα κόμματά της σε τριτοτέταρτες θέσεις, μπορούν να διδάξουν πώς, με ποιον τρόπο, αποφεύγοντας τι ο νέος σχηματισμός δεν θα εκπέσει όπως ο προηγούμενος. Είναι σαφές ότι οι ψηφοφόροι την περίοδο 2012-2015, όπως και τα νέα μέλη σήμερα, ήρθαν στον ΣΥΡΙΖΑ όχι εκ των ουρανών, αλλά αναζητώντας συγκεκριμένο, αριστερό πρόσημο το οποίο εξέλειψε από το ΠΑΣΟΚ. Πολιτικές τεχνικές και συμπεριφορές, ιδεολογικές οπισθοχωρήσεις, σταδιακή εγκατάλειψη των στρωμάτων που παραδοσιακά εκπροσωπούσαν, ψευδολογίες και αισθητική που πόρρω απείχε από εκείνην της Αριστεράς, σε συνδυασμό με τον «μεγάλο συμβιβασμό», όχι α λα Μπερλινγκουέρ, αλλά με το κεφάλαιο και τη διαφθορά που αυτός εμπεριέχει, έτρεψαν σε φυγή κάθε υγιές κύτταρο. Έτσι, η πολιτική πείρα των συντρόφων/ισσών που έζησαν όλα ετούτα στο πετσί τους είναι συνεισφορά ύψιστης σημασίας ώστε ο ΣΥΡΙΖΑ - Προοδευτική Συμμαχία να μην εκπέσει σε τέτοια παρόμοια.
05
07

Η φιλοξενία του κιτς και η ανθρωπιά

Οι φιέστες υποδοχής του, ζεστού μεν λίγου δε, χρήματος στα αεροδρόμια όπου καταφθάνουν οι αλλοδαποί τουρίστες, δεν είναι παρά ένα μικρό δείγμα του σύγχρονου πολιτισμού της ασχημοσύνης: εκείνου που καθορίζεται από την υπαναχώρηση της τέχνης, ως μοχλού ανατροπής, τροφοδοτείται από τη μαζική παραγωγή πολιτισμικών υποπροϊόντων και, κυρίως, αναπαράγει, χαϊδολογώντας, τις πιο αδηφάγες πλευρές του ανθρώπινου όντος. Πέρα από τα ευτράπελα της συγκυρίας (πτήσεις από “απαγορευμένες” χώρες κ.ο.κ.), τα βιολιά και τα λαούτα γίνονταν δωράκι στον πελάτη, προσδίδοντας στην κουλτούρα που εκπροσωπούν έναν χυδαία αγοραίο χαρακτήρα. Η περιβόητη “ελληνική φιλοξενία” έχει ήδη μετατραπεί σε μια υπόθεση στυγνής ανταλλαγής, μια υπόθεση συμφέροντος. Οι “ξένοι με τα φράγκα” αξίζουν τις χορδές και τα όργανα, σε αντιδιαστολή με τους κατατρεγμένους που φτάνουν στα ίδια μέρη, οι οποίοι διώκονται, επαναπροωθούνται ή θαλασσοπνίγονται.
24
06

Ο σεξισμός ως πολιτική ορθότητα

Ο συνηθέστερος τρόπος να διαχέονται σεξιστικού τύπου στερεότυπα στο κοινωνικό σώμα είναι τα τηλεοπτικά στόρι, οι αφηγήσεις, είτε αφορούν διαφημίσεις προϊόντων είτε σίριαλ κ.ο.κ. Τα έμφυλα στερεότυπα πάνε κι έρχονται, με διαβαθμίσεις έντασης. Από την μοντέρνα “δούλα και κυρά“, που ανοίγει φύλο με αρωγό, για να μαθαίνει, βεβαίως βεβαίως, την κόρη της, ως την “π...να” με το βιτριόλι, η αναπαραγωγή της βιαιότητας της πατριαρχίας, που ορίζει και καθορίζει ρόλους και ζωές, είναι εδώ. Η υπόθεση είναι προφανώς πολιτική, αγγίζει δε όλο το φάσμα. Αν για τη δεξιά τα προωθούμενα από το σύστημα γυναικεία πρότυπα εντάσσονται στα ταυτοτικά της χαρακτηριστικά, σεξιστικά ολισθήματα βαραίνουν και την αριστερά. Μετά το περιβόητο σποτ της Πολιτικής Προστασίας, του σώφρονος ανδρός (Χρήστος Λούλης) με την άμυαλη γυναίκα στο πλευρό του, ένα ακόμα έρχεται να συμπληρώσει τη μεγάλη εικόνα του σεξισμού. Στο, κατά τα άλλα επιτυχές, σποτ του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης για τα ΜΜΕ, μία ακόμα χαρίεσσα ξανθιά, εδώ, βλέπει το χρήμα να πέφτει ακκιζόμενη, δίχως να αντιδρά. Η επιλογή γυναίκας, για την κατάδειξη της διαφθοράς στα ΜΜΕ, σε έναν επαγγελματικό χώρο όπου οι γυναίκες σε θέσεις ευθύνης σπανίζουν, κρίνεται ατυχέστατη, αφού η στερεοτυπική αναπαραγωγή του σεξιστικού προτύπου είναι καταφανής. Αλλά το σπουδαιότερο δεν είναι η καθαυτή ύπαρξη του σεξισμού: είναι πως σε τούτη ουδεμία/δείς αντέδρασε. Κι ενώ το ίδιο το σποτ κατακρίθηκε από πολλούς για άλλα, η έμφυλη διάσταση θεωρήθηκε πολιτικώς ορθή. Καμία γυναίκα, καμία γυναικεία συλλογικότητα, εντός ή εκτός του ΣΥΡΙΖΑ, δεν έδειξε να ενοχλείται, ούτε καν να το παρατηρεί ως αντικανονικό. Η εμπεδωμένη πατριαρχία, με όλα τα συμπαρομαρτούντα, είναι εδώ. Η χωρίς αντίδραση κατάποση μιας τέτοιας “λεπτομέρειας” ενισχύει τη συστημική βία εναντίον της οποίας κάθε γυναίκα παλεύει κατά μόνας: οι γυναίκες «δεν έχουν σαν τους προλετάριους μια ενότητα εργασίας και συμφερόντων», «ζουν κατεσπαρμένες ανάμεσα στους άνδρες». Επιπλέον, «ο δεσμός που ενώνει τη γυναίκα με τους καταπιεστές της δεν συγκρίνεται με κανέναν άλλον», λέει η Μποβουάρ στο «Δεύτερο Φύλο». Όταν εξουσιαστής είναι ο σύντροφος, ο εραστής, ο αδελφός, είναι προφανές πως ο αγώνας γίνεται αδυσώπητη καθημερινή διαπάλη, συναισθηματικά αφόρητη.
17
06

Γυναίκα – αίμα – σπέρμα

Πίσω από κάθε περίπτωση γυναικοκτονίας, αποκαλύπτεται μια αγάπη “με πείσματα και νοστιμάδες”, ένα αβυσσαλέο πάθος, πουθενά όμως ένας κτητικός αφέντης, ένας φαλλοκράτης που ξεπέρασε κάθε όριο ανθρωπινότητας και νομιμότητας. Εδώ, στην τρέχουσα υπόθεσα, η ζήλια, από γυναίκα σε γυναίκα, λαμβάνει άλλη μορφή. Η μιντιακή απάτη, που θέλει και τα σοβαρότερα να κινούνται στον αφρό, παριστάνει πως δεν καταλαβαίνει ότι η φερόμενη ως θύτρια δεν είναι παρά μια παραπαίουσα προσωπικότητα, μια περίπτωση εμμονικής προσωπικότητας που αφορά τους ψυχιάτρους ίσως περισσότερο από τους νομικούς. (...) Η κουλτούρα της νέας συντηρητικής αντιφεμινιστικής αντεπανάστασης όχι μοναχά ανέχεται τέτοια ήθη, αλλά τα υποθάλπει και τα συντηρεί. Είναι η ίδια κουλτούρα που επέβαλε σιωπητήριο στην υπόθεση της Κούνεβα, όπου, παρ’ ότι γυναίκα, η περίπτωση έχανε τα χαρακτηριστικά του θεάματος, μιας και αποτελεί το πλέον ειδεχθές ταξικό έγκλημα στην Ελλάδα των τελευταίων δεκαετιών. Είναι επί της ουσίας η ίδια κουλτούρα που επιβάλλει τον εξοβελισμό του πολιτικού διαλόγου με τον αποκλεισμό των κομμάτων της αντιπολίτευσης από τον δημόσιο διάλογο, είναι η ίδια κουλτούρα που αντικαθιστά τους πολιτικοποιημένους διανοούμενους με κάθε λογής “εμπειρογνώμονες”. Ο σεξισμός, εγγενές και κορυφαίο χαρακτηριστικό των ΜΜΕ της εποχής, τις τελευταίες μέρες κυριαρχεί. Βαραίνει κάθε γυναίκα, αθώα ή ένοχη, παραβατική ή μη. Κι έχει πολλές, καταστροφικές προεκτάσεις, για την κοινωνία ως σύνολο και τη συνοχή της. Να καταγγέλλεται είναι χρέος ολονών, ανεξαρτήτως φύλου.
06
06

Κρατικές δολοφονίες δυτικού τύπου

Ο βαθύς συστημικός ρατσισμός των ΗΠΑ, που κάνει τον καθένα έρμαιο των κατασταλτικών μηχανισμών και της κρατικής βίας, αιτία της δολοφονίας ενός ακόμα μαύρου παρία, είναι ενδεικτικός: στην Μέκκα του καπιταλισμού, το οργανωμένο κράτος διαπαιδαγωγεί τους νόμιμους εκπροσώπους του έτσι ώστε να ασκούν το δικαίωμα της θανάτωσης όπου, όπως και όποτε νομίζουν, εναντίον κυρίως εκείνων που θεωρούνται “απειλή” στην ευταξία ή περισσεύουν, ως ανθρώπινα απορρίμματα, στην κοινωνία των λευκών. Η παγκόσμια κρίση του covid19 ανέδειξε, επίσης, δια των κρατικών πολιτικών, την ίδια δολοφονική διάσταση: στο πάλε ποτέ σουηδικό υπόδειγμα, η διάβρωση είναι τέτοια που οι νεκροί σε αναλογία πληθυσμού ξεπέρασαν εκείνους των ΗΠΑ. Η Σουηδία, με πάνω από 4.500 νεκρούς συνολικά και 30 ανά εκατομμύριο κατοίκους, ξεπερνά τις ΗΠΑ με 18 ανά εκατομμύριο νεκρούς. Αλλά, τι κι αν ξεκληρίστηκε μια μικρή πόλη; Το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν της Σουηδίας αυξήθηκε κατά 0,4% τους πρώτους τρεις μήνες του 2020, όταν μάλιστα οι προβλέψεις της Κομισιόν λένε πως η ύφεση στην Ε.Ε. θα κυμανθεί φέτος στο 7,4%, στο όριο της κρίσης του 1929. Να σκοτώνεις, όμως, στον καπιταλισμό είναι συγχωρητέο όταν διά του φόνου σώζεις και τη βάση, την οικονομική συνθήκη, αλλά και το εποικοδόμημα, το πολιτικό σύστημα, με όλα τα συμπαρομαρτούντα.  Έτσι, να συγκλίνουν στην αντίληψη του θανάτου η ευρωπαϊκή ιδέα της, δήθεν, ανοχής με την αμερικάνικη της απροκάλυπτης καταστολής δεν είναι παρά το σύμπτωμα της βαθιάς αρρώστιας της δυτικής σκέψης. Ο Χάρος, από εχθρός και φόβητρο, μεταβάλλεται στον μεγάλο αρωγό της χείρας της αγοράς. Ούτε σκέψη για αναδιανομή του παραχθέντος πλούτου ούτε σκέψη για απο-ανάπτυξη. Στη δε αντίπερα του Ατλαντικού, ο “αλλόφυλος” παραμένει κάτι λιγότερο από άνθρωπος. Μπορεί να ποδοπατιέται με μεγαλύτερη, ενίοτε, ευκολία από εκείνην με την οποία ποδοπατά κανείς έναν σκύλο.
23
05

Η «Ματωμένη Εβδομάδα» των Παρισίων

“Στην πρώτη εργατική έφοδο για την κατάργηση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης”**, οι κομμουνάριοι πρόλαβαν να εγκαταστήσουν επί της γης όλα -σχεδόν- εκείνα που σήμερα εξακολουθούν να μένουν στη σφαίρα του ονείρου: στην Commune de Paris επιβάλλεται ο χωρισμός της εκκλησίας από το κράτος, καθιερώνεται η δημόσια παιδεία και η δεκάωρη εργασία, απαγορεύονται τα τοκογλυφικά γραφεία, οι βιομηχανίες κολλεκτιβοποιούνται.  Για τη γαλλική δεξιά και τη συστημική διανόηση, όλα τούτα δεν ήταν παρά οχλοκρατία, η επικράτηση των τρομοκρατών: λάβρος ο Παρνασιστής ποιητής Λεκόντ ντε Λιλ, μιλά για “έναν συνασπισμό όλων των περιθωριακών, όλων των ανίκανων, όλων των ζηλιάρηδων, όλων των δολοφόνων, όλων των κλεφτών, κακοί ποιητές, κακοί ζωγράφοι, αποτυχημένοι δημοσιογράφοι”. “Η υποχρεωτική και δωρεάν εκπαίδευση θα αυξήσει απλώς τον αριθμό των ηλίθιων” έγραφε, επίσης, ο Γκιστάβ Φλομπέρ, απηχώντας σύγχρονες και μη εξαιρετέες απόψεις περί της ψήφου των φτωχών και πολιτικές της απαξίωσης του δημόσιου χαρακτήρα της παιδείας με παράλληλα δωράκια ενίσχυσης στην ιδιωτική.  Η περιφρόνηση με την οποία αντιμετωπίζουν οι, τάχατε εκλεπτυσμένοι, αστοί κάθε λαϊκό ξεσηκωμό, αμαυρώνοντας και δυσφημώντας τους αγώνες των καταπιεσμένων και τα στρογγυλέματα περί “εθνικών διχασμών” όταν είναι από κάθε μεριά ορατός ο ταξικός πόλεμος, παραμένουν γνωρίσματα και του ανεπτυγμένου καπιταλισμού της σήμερον. Από το 1871, ενάμισι παρά ελάχιστο αιώνα μετά, η ζωή του προλετάριου, εντός του  καπιταλιστικού πλαισίου, μέσα από αδιάκοπους αγώνες, μπορεί να βελτιώθηκε, η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο όμως παραμένει ως αξιωματική ιδεολογία. Οι κολασμένοι της γης, κατακερματισμένοι και αποπροσανατολισμένοι, δεν εκλαμβάνουν εαυτούς ως ιστορικά υποκείμενα. Η κοινωνική ανατροπή μοιάζει όνειρο καλοκαιρινή νύχτας, που ξεχνιέται στον ξύπνιο και κανείς δεν μιλά γι΄ αυτό. Αλλά η ιστορία των ανθρώπων συνεχίζεται. Και η κινηματική δράση τους εύκολα από την άμπωτη περνά στην πλημμυρίδα. 
19
05

Εκπαιδευτικοί: ας πεθάνουν και μερικοί…

Τι κοινό έχουν μια καθηγήτρια σε γυμνάσιο στα δυτικά, με ένα νεφρό που δεν λειτουργεί και πέτρα στον άλλον, αρρύθμιστη πίεση και κάποιο, μικρό, πρόβλημα στην καρδιά, μια στο κέντρο της Αθήνας με χρόνιο άσθμα, περίπου συστηματική λήψη κορτιζόνης και ιστορικό πνευμονιών, ένας καθηγητής σε λύκειο στα βόρεια που έπαθε έμφραγμα πρόπερσι κι ένας ακόμη στα νότια υπερτασικός και υπέρβαρος; Μα, ότι πέραν της συναδελφικότητας, τους ενώνει επιπλέον η καλή τους υγεία όπως και η νιότη τους, μιας και ανήκουν στην ηλικιακή ομάδα 58-63. Όπως επίσης ότι για την κυβέρνηση της Ν.Δ. αποτελούν πέρα για πέρα αναλώσιμο υλικό. Τι κι αν ευθύς εξαρχής απαξάντες γνώρισαν, δια της επαναλήψεως στις εσπερινές ενημερώσεις των ερίτιμων επιστημόνων και πολιτικών, ποιες/οι ήταν εκείνοι/ες που όφειλαν να κλειδαμπαρωθούν και να προστατευτούν, για το χατήρι το δικό τους αλλά και για τη δημόσια υγεία; Περασμένα ξεχασμένα. Τώρα, σύμφωνα με τις βουλές του υπ. Παιδείας, για να θεωρηθεί κανείς/μια “ευπαθής”, πρέπει να είχε καρκίνο κατά την τελευταία πενταετία, να υποβάλλεται σε χημειοθεραπεία ή ανοσοκαταστολή, να έχει αρρύθμιστο διαβήτη τύπου 2 ή ΧΑΠ. Ή να έχει υπερβεί το 65ο έτος της ηλικίας του. Πέραν τούτων, ουδέν. Έτσι, οι άνωθεν περιπτώσεις συναποτελούν μια ομάδα εκπαιδευτικών την οποία δεν -πρέπει να- την σκιάζει ο κορονοϊός. Μακριά από αυτούς η ευπάθεια, χαίρουν άκρας υγείας.
06
05

Μαρξιστές/κομμουνιστές ξανά

Ποιος, αλήθεια, τολμά σήμερα να δηλώσει μαρξιστής/κομμουνιστής; Ποιος αντέχει να επισύρει τη ρετσινιά του νοσταλγού του “υπαρκτού καπιταλισμού”, κι ας μην υπήρξε ποτέ θαυμαστής του, να αντιμετωπίσει εκείνους που ξαναγράφουν προς το συμφέρον τους την ιστορία, να υψώσει ανάστημα στην κυρίαρχη ιδεολογία που συντηρεί ένα σύστημα που βαδίζει μονόπαντα;  Τι κι αν “...ο αέρας της πατρίδας του (εργάτη) δεν είναι ούτε αγγλικός ούτε γαλλικός ούτε γερμανικός, αλλά είναι η ατμόσφαιρα του εργοστασίου”; Τι κι αν “ το έδαφος που του ανήκει δεν είναι ούτε αγγλικό ούτε γαλλικό ούτε γερμανικό, αλλά βρίσκεται μερικά μέτρα κάτω από τη γη;” (Χειρόγραφα, 1845 ) Η θεωρία που καταργεί τον εθνικισμό και κάθε λογής ρατσισμό κόβεται από τη λογοκρισία του επίσημου ακαδημαϊσμού και τα μέσα ενημέρωσης της κυριαρχίας. Αλλά έχουσι γνώσιν οι φύλακες. Οι όροι Μαρξ-μαρξισμός κατείχαν τις πρώτες θέσεις παγκοσμίως στις αναζητήσεις των χρηστών του διαδικτύου κατά τη διάρκεια της κρίσης του 2008. Η επερχόμενη νέα οικονομική κρίση, ως μεταμοντέρνα πανώλη, θέτει, εκ νέου, επί τάπητος, παλαιά ζητήματα. Κάποτε, ίσως όχι στο πολύ μακρινό μέλλον, θα έρθει -πάλι- η ώρα που θα θα σπάσουν οι αλυσίδες και θα απαιτηθεί η ίση κατανομή του πλούτου και το τέλος της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο.
28
04

Υποκριτές πρωτοψάλτες της δεξιάς

Όταν, όμως, εκδιπλώνεις -και καλά κάνεις- τα πολιτικά σου φρονήματα, διαμορφώνοντας επιπλέον, εκ της διάσημης θέσεώς σου, συνειδήσεις, οφείλεις να είσαι ανοιχτή στον αντί-λογο. Όταν, μάλιστα, η χλεύη των ΜΜΕ κατευθύνεται προς οτιδήποτε αντίκειται στη σημερινή κυβέρνηση και στον περίγυρό της, μια καλλιτεχνική, λεγόμενη, ψυχή, τούτο οφείλει να το ξέρει. Οφείλει να κοιτάει γύρω της, να ακούει και να κατανοεί. Διότι εδώ το μείζον δεν είναι, βεβαίως, η τραγουδιστική διαδρομή καθεαυτή. Είναι η στάση στο Μαξίμου, οι θωπείες με τους κυβερνώντες και, προπάντων, η σιωπή. Η σιωπή όλων εκείνων των καλλιτεχνών–διασκεδαστών που κάνουν πως δεν υπάρχει φτώχεια και ανέχεια, πως δεν υπάρχουν εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενοι, δεν υπάρχει πόνος ταξικός στα 40 τετραγωνικά, παρά μοναχά συλλογικός και ολίγον φιλολογικός, είναι μια βαθιά πολιτική υπόθεση. Η χειρότερη πολιτική μεροληψία είναι η υποκρισία όλων εκείνων που διαλογίζονται πλάι στην πισίνα, μελετούν στην ηλιόλουστη βεράντα, μαγειρεύουν γκουρμέ σε λαμπερές κουζίνες και συμβουλεύουν τους πληβείους να δουν τον κορονοϊό ως ευκαιρία. Γνωστοί από παλιά, είναι οι εκείνοι που αποκαλούσαν την κρίση του καπιταλισμού “κρίση αξιών”, οι υμνητές του “όλοι μαζί τα φάγαμε”, οι μεταπηδήσαντες στους μπαξέδες της αφθονίας. Κι ενώ όλοι οι άλλοι “σπέρνουν διχασμό” και “χύνουν δηλητήριο”, αυτοί, οι τάχα μου ανθρωπιστές, που, επίσης τάχα μου, δεν έχουν πολιτικές αναφορές και δεσμεύσεις, είναι επί της ουσίας οι πρωτοψάλτες της δεξιάς. Ηθελημένα. Εμπαίζοντας το λαό, όχι εξαιτίας των φρονημάτων τους αλλά με την προκλητικά υποκριτική συμπεριφορά τους.
17
04

«Άρον άρον, σταύρωσον αυτόν»: με τον Ιησού ή τον Βαραββά;

Αληθεύουν δεν αληθεύουν τα αντικρουόμενα των πηγών για το τι όντως συνέβη στον Γολγοθά, εδώ ακριβώς, στον ανθρωποποιημένο “γιο του θεού”, τον  Βαρ-αββά, και στην επιλογή να κρατηθεί ζωντανός, εδράζεται ο εξουσιαστικός χαρακτήρας της θρησκείας: η παντελώς λανθασμένη απόφαση των από κάτω, συνέχεια του προπατορικού αμαρτήματος, έρχεται να αποδείξει πως τα σφάλματα που διαπράττει ο λαός δεν είναι “απείρως προτιμότερα και πολυτιμότερα” από τα αλάθητα των, φυσικών και μεταφυσικών, ηγεσιών, μα το αντίθετο. Εάν οι Ιουδαίοι διέσωσαν τον επαναστάτη, τόσο το χειρότερο για τους Ιουδαίους. Το “λάθος” έπεσε στα κεφάλια τους, ο ίδιος ο σωτηριολογικός χαρακτήρας του “λάθους” -δίχως σταύρωση δεν έρχεται ανάσταση- ξεχάστηκε κι ένας ολόκληρος λαός, ο εβραϊκός, έμεινε στη συνείδηση της κατόπιν χριστιανικής ανθρωπότητας ως προδοτικός. Ώσπου οι διαρκείς επιστρώσεις του ρατσιστικού λόγου, μαζί με άλλα, επέφεραν το Ολοκαύτωμα.  Ιησούς, λοιπόν, ή Βαραββάς; Διαχωρίζονται τα πρόσωπα; Διαχωρίζεται η φυσική, της ζωής, από τη μεταφυσική, της ψυχής, σωτηρία; Διαχωρίζεται η ανάγκη του, έστω, βίαιου, αγώνα για την ελευθέρωση από τους ζυγούς, από την τάση του ανθρώπου να διάγει βίο ειρηνικό; Ως διιστορικό, το δίλημμα δεν απαντιέται, όπως δεν απαντιέται, ορθολογικώ τω τρόπω, η ύπαρξη του θεού. Μπορεί όμως να γίνει ένα διαρκές ερέθισμα αναστοχασμού των δεσμεύσεων της ύπαρξης από τις βίαιες σχέσεις εξουσίας που αναπτύσσονται στην εγκόσμια ζωή, υπενθυμίζοντας ταυτόχρονα τη ματαιότητά της. Η επίγνωση του λιγοστού χρόνου του καθενός επί Γης έπρεπε, κανονικά, να κάνει τον άνθρωπο  ανθρωπινότερο. Αλλά και πιο μαχητικό.