Κατέ Καζάντη

24
09

Κατέ Καζάντη: «Πατρίς- θρησκεία- οικογένεια», η ιδεολογία που δολοφονεί

«Στην Τήνο πηγαίνω στο σούπερ μάρκετ... εκεί μ' αρέσει να το κάνω, αλλά έχω πλήρη αίσθηση ότι οι βασικές δουλειές στο σπίτι γίνονται από τη νοικοκυρά», δήλωνε προεκλογικά, τον Μάιο του 2019, ο νυν πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, στην εκπομπή της Σταματίνας Τσιμτσιλή στον ALPHA. Η χαρωπή κατάφαση της παρουσιάστριας, «σωστό», συμπλήρωσε το καρέ μιας κοινωνίας που στερεοτυπικά αναπαράγει τη γυναικεία καταπίεση. Τούτη η λογική έδωσε τον τόνο να ξεφυτρώσουν πάλι τα διαβόητα συνέδρια γονιμότητας, οι συζητήσεις περί των αμβλώσεων κ.ο.κ. Αυτή η συστηματική, διαρκής επαναδιαμόρφωση του πασίγνωστου προτύπου εμπεριέχει όλη τη βία που επιφυλάσσουν οι μηχανισμοί του συστήματος για τις γυναίκες. Στην άκρη του νήματος της οποίας τοποθετούνται οι γυναικοκτονίες. Έτσι, οι γυναίκες δολοφονούνται ακριβώς επειδή, ως γυναίκες, δεν ανταποκρίνονται στο ρόλο που τους επιφύλαξε η πατριαρχία. Δολοφονούνται επειδή διεκδικούν τη ζωή τους, κάθε πτυχή της ζωής τους. Τη χαρά του σεξ, την ηδονή πέρα από την αναπαραγωγή, τη διανοητική αυτοπραγμάτωση μακριά από τις “δούλες και κυρές” της νοικοκυρωσύνης, σε μιαν άλλου τύπου ζωή, διαρκώς διεκδικητική. Εννοείται πως το πρόβλημα δεν είναι μοναχά ελληνικό. Τα στατιστικά (Ιούνιος 2021) είναι ενδεικτικά: στην καρδιά της Ενωμένης Ευρώπης, για παράδειγμα, το Βέλγιο, μέχρι και τον Απρίλη, είχαν καταγραφεί 13 γυναικοκτονίες ενώ στη Γαλλία 56, όπου, σημειωτέον, το 2019, 146 γυναίκες δολοφονήθηκαν, σύμφωνα με την οργάνωση «Γυναικοκτονίες από συντρόφους ή πρώην». Ας μην κρυβόμαστε: το σύστημα που στηρίζεται στη βιαιότητα της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, επιτάσσει καθεμιά/νας να κράτα, κατά το κοινώς λεγόμενο, τη θέση του. Να μην επαναστατεί, διότι τότε, η τιμωρία αποτελεί μορφή δικαιοσύνης. Και, ναι, ο ακροφιλελεύθερος ζόφος των καιρών μας και η συντηριτικοποίηση της κοινωνίας με την οποία συνδέεται, ξυπνά παλαιά δαιμόνια. Μαζί με τις συνθήκες που δημιούργησε ο κορονοϊός, δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα. Που ευνοεί τις γυναικοκτονίες. Σήμερα είμαστε όλες μας η Δώρα Ζαχαριά.
14
09

Κατέ Καζάντη: Τα ιδιωτικά σχολεία ως μορφή κοινωνιοπάθειας

Το πρόβλημα, βέβαια, δεν είναι που συναποφασίζουν οι κυρίαρχες ελίτ του χρήματος και της πολιτικής να ζήσουν πέραν του κοινωνικού σώματος και να ιδρυματοποιήσουν τα παιδιά τους. Το μείζον είναι που έπεισαν τους υποτελείς να ακολουθήσουν το παράδειγμά τους, έτσι ώστε και η εξουσία τους, περνώντας μέσα από την εκπαιδευτική διαδικασία, να παραμένει ανέπαφη και αναπαραγόμενη και να μένει και το διάφορο στους ομοϊδεάτες τους σχολάρχες. Ο κοινωνικός αυτοματισμός απέναντι στους δήθεν “τεμπέληδες” εκπαιδευτικούς του δημοσίου και των προερχόμενων από την εργατική τάξη ή των μεταναστών μαθητών, έκανε καλή δουλειά. Σε όλα αυτά, ο κόσμος της Αριστεράς, δυστυχέστατα, δεν στάθηκε απέναντι. Ούτε έμεινε απ’ έξω. Ενίοτε ενίσχυσε, με τον τρόπο του και το παράδειγμά του, τη νεοφιλελεύθερη προσταγή, αντί, επίσης με τον τρόπο του και το παράδειγμά του, να ενισχύσει το δημόσιο σχολείο. Που παραμένει καλύτερο από εκείνα της “ιδιωτικής πρωτοβουλίας”, αφού η κουλτούρα που διαχέει αφήνει ρωγμές στον μπετόν της ακροφιλελεύθερης ηγεμονίας.
03
09

Κατέ Καζάντη: “Στις 18, σοσιαλισμός!”

Το κόμμα του Ανδρέα Παπανδρέου, το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα, ιδρυμένο 3 του Σεπτέμβρη, μέρα της Τέταρτης Διεθνούς, του Λέοντα Τρότσκι, έχει ήδη κατηγοριοποιηθεί δίπλα στα άλλα ποπουλίστικα, ρεφορμιστικά κινήματα: διότι επένδυσε στην αθέατη μάζα, που δεν έβλεπε το πρόσωπό της στους ήδη υπάρχοντες πολιτικούς σχεδιασμούς, τοποθετώντας στο τραπέζι χειραφετητικά προτάγματα, τα οποία όμως γρήγορα εγκατέλειψε, μόλις πιέστηκε από τις κατεστημένες δυνάμεις. Όπως εξάλλου και κάθε άλλος σοσιαλδημοκρατικός σχηματισμός, στην Ευρώπη και στον κόσμο. Ο πρόσφατος θάνατος του Άκη Τσοχατζόπουλου κλείνει ένα κεφάλαιο της ελληνικής ιστορίας, που δεν είχε πάντα κακές στιγμές: οι σοσιαλδημοκράτες του ‘70 και του ‘80 πέτυχαν κάμποσα, πολλά απ’ τα οποία σήμερα, την εποχή της ακροφιλελεύθερης οπισθοδρόμησης, φαντάζουν περίπου ριζοσπαστικά. Το Εθνικό Σύστημα Υγείας, το οικογενειακό δίκαιο, η αποχουντοποίηση του κράτους, η –σχετική- αναδιανομή του πλούτου είναι κάποια από αυτά. Μόλις όμως άλλαξε η ιστορική συνθήκη, το «Τσοβόλα δωσ’ τα όλα» έγινε πολιτική λιτότητας. Το ΠΑΣΟΚ, τέκνο της εποχής του, διολίσθησε. Και έγινε συστημικό κατεστημένο, αποκαθιστώντας τάχιστα τις σχέσεις του με τη μεγαλοαστική τάξη, δημιουργώντας επιπλέον και νέους εκπροσώπους του κεφαλαίου. Η επικινδυνότητα της σοσιαλδημοκρατίας, όμως, αυτής που άνθισε υπό τα όμματα της Σοβιετικής Ένωσης, παρέμεινε για καιρό: προτού την ενσωματώσει, το σύστημα φρόντισε να την εξαγοράσει, βρίσκοντας βέβαια πλήθος προθύμων. Στη συνέχεια, τους έβγαλε στα μανταλάκια. Και είναι σαν οι πεπτωκότες “επαναστάτες”, τύπου Άκη, να μην συναντώνται πουθενά αλλού, λες και η δεξιά του Κυρίου μαζεύει μοναχά τους αμνούς του Θεού που αδιαφορούν για την ύλη. Τα οικονομικά σκάνδαλα των δεξιών είναι σαν να μην υπάρχουν, σε αντίθεση μ’ εκείνα, τα πολυδιαφημισμένα, των πρώην σοσιαλδημοκρατών . Σε κάθε περίπτωση, όμως, σοσιαλδημοκρατία και σοσιαλδημοκράτες εν γένει, είναι μια όλως άλλη, αντιθετική, περίπτωση για την αριστερά. Επί της ουσίας, στην άλλη μεριά του ποταμού.
27
08

Θα πεθάνουμε δουλεύοντας

Το ζην ως βασίλειο της ανάγκης: η γνωστότερη διατύπωση ανήκει στον Κάρολο Μάρξ. Για να ελευθερωθεί ο άνθρωπος απ’ αυτό, “ο βασικός όρος είναι η συντόμευση της εργάσιμης ημέρας”, λέει. Αλλά η πεμπτουσία του καπιταλισμού εδώ ακριβώς βρίσκεται. Στο σημείο, δηλαδή, όπου η δεξιά του Κυριάκου Μητσοτάκη, όπως και κάθε δεξιά διακυβέρνηση όπου γης, επενδύει: στην επιμήκυνση του ωραρίου, δωράκι στους εργοδότες. Κι αν ο Μαρξ λογίζεται επαναστάτης, μαζί του συμφωνεί και ο Επίκουρος που δεν επιθύμησε ν’ αλλάξει τον κόσμο. H επικούρειος λογική ομοιοτρόπως στοχάζεται: “κακὸν ανάγκη, αλλ’ ουδεμιά ανάγκῃ ζην μετὰ ανάγκης”. Κακό πράγμα η ανάγκη, λέει ο Επίκουρος, και δεν έχουμε καμιάν ανάγκη να ζούμε κάτω από την εξουσία της. Η υλιστική εσχατολογία του απορρίπτει τη μεταθανάτια ζωή και βάζει τα πράγματα στη θέση τους: μια φορά γεννιόμαστε, δεν έχει δεύτερη. Γι’ αυτό, μην αναβάλλεις τη χαρά, δεν ξέρεις τι σου ξημερώνει. Η ζωή περνά και χάνεται, μην την καταστρέφεις με πολλά και μην καταστρέφεσαι κι εσύ δουλεύοντας. Από την “καταστηματική ηδονή” του Επίκουρου, αυτή που απαλλάσσει το σώμα από τον πόνο και τον κάματο, οδηγώντας στο “ηδέως και μακαρίως ζην”, ως την μαρξική απαλλαγή του εργάτη από τις αλυσίδες του και την κατάργηση της αλλοτρίωσης, η φιλοσοφική απόσταση είναι μικρή. Αν ο ανθρωπισμός του Κήπου δεν παρέπεμπε σε στάσεις, πολιτικές αλλαγές ή μεταρρυθμίσεις, προτεραιότητα του αριστερού ανθρωπισμού είναι ν’ αλλάξει τον κόσμο. Και να προτάσσει τα αυτονόητα: 6ωρο αντί 8ώρου, επιμήκυνση των ημερών για διακοπές, αύξηση του μεροκάματου. Αλλά στον δυτικό υπερανεπτυγμένο κόσμο ο μεν Επίκουρος έχει μάλλον ξεχαστεί, ο δε Μαρξ κατασυκοφαντηθεί. Η υλιστική, αλλά βαθιά ανθρωπιστική, οπτική για τη μία και μοναδική ζωή, επικαλύφθηκε από τη θεολογία των μεταφυσικών επουράνιων παραδείσων, τόσο βολικών για την καπιταλιστικού τύπου ανάπτυξη, τόσο εχθρικών για τον κόσμο της εργασίας. Δυστυχέστατα, εκτός απροόπτου, μια ακόμα γενιά εργατριών/των αποθνήσκει δουλεύοντας, αφού, ανάμεσα στα άλλα, αυξάνονται και τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης.
16
07

Για μια αριστερή πολιτική στον τουρισμό

Η επιβολή της παγκοσμιοποιημένης τουριστικής αγοράς και των τουρ οπερέιτορ έφερε κατόπιν και την ταφόπλακα των τοπικών κοινωνιών, το “ολ ινκλούσιβ”. Το μοντέλο, πέρα από οικονομικό, είναι και ανθρωπολογικό: ιδρυματοποιημένοι πελάτες του δυτικού κόσμου, δεν κατανοούν καν πού βρίσκονται. Η διασύνδεση με τον Άλλον, πεμπτουσία του υγιούς κοσμοπολιτισμού εξέλιψε δια παντός. Η καπιταλιστική συνθήκη της αλλοτρίωσης ένθεν και ένθεν, μπροστά στα μάτια μας, κάνει καλή δουλειά.  Να αντιτάσσεται σε μια τέτοια δυστοπία, είναι, φυσικά, καθήκον κάθε αριστερής/ου. Και να δημιουργεί τις προϋποθέσεις για αλλαγή παραδείγματος είναι, επίσης, καθήκον κάθε αριστερής-προοδευτικής διακυβέρνησης. Να τεθεί, ας πούμε, αυστηρότατο όριο στις κλίνες που μπορεί να έχει μια ξενοδοχειακή μονάδα, είναι από τα αιτήματα των κοινωνιών που ουδέποτε εμπράκτως εισακούστηκε. Να υποβοηθούνται στο δανεισμό, με προτεραιοποίηση, δίχως τα αλήστου μνήμης πανωτόκια της ΕΤΒΑ, οι μικρομεσαίοι είναι ένα άλλο. Να τεθούν οι βάσεις για συνεταιριστικές επιχειρήσεις ή άλλα εναλλακτικά εγχειρήματα, με τα οποία θα επιστρέφεται κάθε κέρδος στην κοινωνία που το παράγει, είναι ένα τρίτο. Στον αντίποδα του περιβόητου σχεδίου Πισσαρίδη, όπου θεωρείται πρωταρχικό μεταρρυθμιστικό πρόταγμα να μπει λουκέτο στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, η διάχυση των μέσων παραγωγής σε όσο το δυνατόν περισσότερα χέρια, ως τρόπος να μειωθούν εκμετάλλευση και ανισότητες, είναι εκ των ων ουκ άνευ για την αριστερά.  Επίσης: στην τουριστική βιομηχανία, όπως και σε κάθε εργοστασιακή ή άλλη, η εκμετάλλευση των νεόπτωχων που δημιούργησε η συσσώρευση, από τη δεκαετία του ‘90 και μετά, εντείνεται. Ο δε συνδικαλισμός εκλείπει. Όχι διότι τυγχάνουν “πουλημένα” τα συνδικάτα αλλά διότι η ηγεμονία της ακροφιλελεύθερης ιδεολογίας αλλοτρίωσε τόσο τον εργάτη ώστε να αποστρέφει τα όμματα από τις συλλογικότητες. Επειδή, λοιπόν, οι υλικές συνθήκες της ύπαρξης των ανθρώπων καθορίζουν και την ψυχή και τις ιδέες τους, σήμερα, που το πράγμα δυσκολεύει, ένα ακόμη καθήκον για την αριστερά ανακύπτει: να ξαναβγεί μπροστά και, με ιδεολογικές ζυμώσεις, να προσπαθήσει να αποκαταστήσει ακριβώς τούτη τη σχέση. Πέρα και μακριά από κάθε κοινωνικό αυτοματισμό, να στηρίζονται δίχως φόβο εκείνα που η γλώσσα της κυριαρχίας αποκαλεί, προσβλητικά, συντεχνιακά αιτήματα, παραμένει πρόταγμα. Όπως και η εκ νέου κινητοποίηση εκείνων των εργατών που μπορούν ακόμα να πιέσουν και να αναμετρηθούν με την εργοδοσία, όπως αυτών στον τουρισμό. Κοντολογίς, αν ένα άλλο μοντέλο ανάπτυξης για την Ελλάδα είναι εφικτό, τούτο περνά, πρώτα και κύρια, από το πώς κανείς πολιτεύεται απέναντι στον ολετήρα του κεφαλαίου και των μεγαλοξενοδόχων. Πόσο το αντιμάχεται, πόσο έδαφος δίνει στους μικρούς, πώς προστατεύει τους εργαζόμενους.
12
07

Διχασμός και ταξική πάλη

Στο βαθμό, λοιπόν, που η αριστερά κατηγορείται πως ενισχύει τον διχασμό εντός του κοινωνικού σώματος, είναι διότι κάθε φορά καταδεικνύει, ως όφειλε, τις συνθήκες της ταξικής πάλης. Λαός – προλετάριοι και αστική τάξη: στους δύο πόλους πέφτουν τα φώτα της ιστορίας, σε κάθε συγκυρία. Και σε κάποιους ενδιάμεσους, τα στρώματα εκείνα της κοινωνίας τα οποία, αναλόγως της φάσης που διανύει ο καπιταλισμός, κινδυνεύουν ή όχι να προλεταριοποιθούν. Αν σήμερα δεν έχουμε τη συναίσθηση του ταξικού πολέμου, είναι διότι οι μάχες διεξάγονται κάτω από τη μύτη μας, στα μουλωχτά. Διεξάγονται δε με τέτοιον τρόπο, ώστε να μην γίνονται επαρκώς αντιληπτές κυρίως από τον πρώτο πόλο –τον λαό- με προφανή στόχο να υποσκάπτεται η η δυναμική του. Ο οποίος λαός ενίοτε, υποκύπτοντας στην πανουργία της ιστορίας, δεν αντιλαμβάνεται καν τον ιστορικό του ρόλο. Ο ρόλος της αριστεράς εδώ κρίνεται κομβικός: οφείλει να ρίχνει φως στις πραγματικές συνθήκες ύπαρξης των από κάτω και να επαναδιαμορφώνει τη συνείδησή τους. Στην παρούσα συγκυρία, επί παραδείγματι, αν πριμοδοτείς έννοιες όπως εκείνη του “διχασμού”, γίνεσαι θύμα της αστικής πλάνης που επιμένει να πλασάρει ως πραγματική την αναλήθεια μιας κοινωνίας – αχταρμά, στην οποία δεν διακυβεύονται μήτε οικονομικά συμφέροντα μήτε εξουσίες μήτε σχέσεις εκμετάλλευσης. Στο κοντινό παρελθόν της Ελλάδας, η πλάνη των λεγόμενων “εθνικών διχασμών” δεν είναι παρά η ανιστορική καραμέλα της κυρίαρχης τάξης που βαπτίζει έτσι κάθε σύγκρουση ταξικών συμφερόντων. Και ξεπλένεται, ρίχνοντας την ευθύνη στον, αδυνατότερο, αντίπαλο. Σήμερα ο “διχασμός” δεν συντελείται μεταξύ των ελίτ και του σύγχρονου προλεταριάτου, δεν συντελείται μεταξύ του κεφαλαίου των φαρμακοβιομηχανιών, εκείνων που τους προστατεύουν και όλων ημών των ταπεινών, αλλά μεταξύ κάποιου αδιευκρίνιστου ουδέτερου ταξικά συνόλου (εμβολιασμένοι) εναντίον κάποιου άλλου (αρνητές). Αλλά για να φτάσει στο σημείο μια κοινωνική ομάδα να αποκτήσει τέτοια ή άλλα παρόμοια χαρακτηριστικά, είναι προφανές πως ένας ταξικός πόλεμος έχει προηγηθεί και, στο πεδίο της ιδεολογίας, έχει ήδη κριθεί: εκείνος στον οποίο η νίκη που κατήγαγαν οι από πάνω είναι συντριπτική τόσο, ώστε οι από κάτω να είναι ευεπίφοροι σε κάθε λογής μυθεύματα. Ο τρόπος, ας πούμε, με τον οποίο η αστική τάξη διαχειρίζεται την επιστήμη, αποκλείοντας από τα αποτελέσματά της πάνω από τον μισό πληθυσμό του πλανήτη, είναι χαρακτηριστικός. Όπως επίσης και ο συγκεχυμένος τρόπος διάχυσης της πληροφορίας, ευθέως ανάλογος με τα κάθε φορά συμφέροντα των ελίτ. Εξάλλου, οι εν υπνώσει προλετάριοι, οι παραπλανημένοι,όλοι εκείνοι που σήμερα χαρακτηρίζονται “ανεύθυνοι”, αποτελούν, σε περιόδους κανονικότητας, τους στυλοβάτες του συστήματος.
11
07

Στόκοι…

Ο στόκος είναι μία λευκή σκόνη η οποία χρησιμοποιείται για μπάλωμα τρυπών, ρωγμών, κλπ στους τοίχους, πριν το βάψιμο. Στην αργκό “στόκος” αποκαλείται ο ανόητος, που το μυαλό του γίνεται ένα με τον τοίχο, που δεν νογάει δηλαδή! Στόκοι είναι εν προκειμένω τα αστυνομικά όργανα του Χρυσοχοΐδη που επί δύο ημέρες ταλαιπωρούσαν δύο ανθρώπους, καθώς θεώρησαν ότι ο στόκος που είχαν στο αυτοκίνητό τους ήταν κοκαΐνη. Ο στόκος και οι στόκοι κυριολεκτικά και μεταφορικά! Εισαγγελέας στη Θεσσαλονίκη ευτυχώς απάλλαξε τους δύο άντρες που συνελήφθησαν με τις κατηγορίες της διακίνησης ναρκωτικών. Χρειάστηκε ο στόκος να αναλυθεί σε ολόκληρο κρατικό εργαστήριο προκειμένου να διαπιστωθεί ότι δεν ήταν κοκαΐνη! Το γεγονός ότι οι δύο άνδρες ήταν αλβανικής υπηκοότητας θεωρείται εντελώς συμπτωματικό! Σημειώνεται ότι η αστυνομία κράτησε τους άνδρες επί δύο ημέρες, ενώ κατάσχεσαν τα κινητά τους τηλέφωνα, το όχημά τους και 2.900 ευρώ ως φερόμενα κέρδη από το... λαθρεμπόριο ναρκωτικών. Οι άνθρωποι απελευθερώθηκαν, αλλά αρκεί αυτό; Η ψυχική τους οδύνη πως θα αποζημιωθεί; Οι ανεπαρκείς αστυνομικοί, τέλος, αυτοί που δεν μπορούν να διακρίνουν ένα μουλάρι από ένα άλογο, θα εξακολουθούν να ταλαιπωρούν τους πολίτες; Αλλά τα ερωτήματα αυτά δεν απασχολούν την κυβέρνηση του Κυρ. Μητσοτάκη, που θέλει τους αστυνομικούς να μην καταλαβαίνουν προκειμένου να ασκούν χωρίς συνειδησιακά προβλήματα την κατασταλτική τους αποστολή. Να χτυπούν τους κατηγορούμενους στο δικαστήριο του Κορυδαλλού, να τσακίζουν τους νέους στις πλατείες...
28
06

Κατέ Καζάντη: H σημειολογία στην καθημερινή ζωή των Αριστερών

Η πολιτική των σημείων είναι ταυτόχρονα και πολιτική ουσίας. Υπό κανονικές συνθήκες, ένας/μία αριστερός/η θα έπρεπε να βδελύσσεται τον πλούτο και τα παρελκόμενα προϊόντα του. Θα έπρεπε, αφ΄ ης στιγμής ομνύει στο δημόσιο και δωρεάν χαρακτήρα της εκπαίδευσης ή της υγείας, να παραδειγματίζει τους αλλοτριωμένους με την προσωπική του στάση εμπιστοσύνης. Θα έπρεπε να αποτάσσεται κάθε λογής συστημισμό -εγχώριων, παριζιάνικων κ.ο.κ.- ΜΜΕ, καταγγέλλοντας τον. Αλλά επειδή όλοι/ες τυγχάνουν θνητοί, άρα ευεπίφοροι στην αλλοτρίωση, να ποθείς συστημικές απολαύσεις και να καμαρώνεις την εικόνα σου σε λάιφ στάιλ εκδοχές είναι και συνηθισμένο και, ίσως, συγχωρητέο. Να μην κατανοείς, όμως, ότι οι λεγόμενες “ανθρώπινες συμπεριφορές” και η μικρής κλίμακας ηθική, η οποία σου επιτρέπει ή δεν σου επιτρέπει να αβαντάρεις το σύστημα που πολεμάς, αποτελούν μορφές ενσυναίσθησης, είναι, μάλλον βαθιά, προβληματικό. Διότι δεν είναι μόνο που περιμένει στη γωνία ο αντίπαλος, να αποδείξει πόσο του μοιάζεις τελικά. Είναι που, με τούτα και μ’ εκείνα, διαμορφώνονται η κουλτούρα και ο πολιτισμός. Να δείχνεις από τα πάνω ότι εμπιστεύεσαι το σχολείο της γειτονιάς, το ΕΣΥ, το εναλλακτικό περιοδικό ή το μικρομεσαίο, ανώνυμο, οικογενειακό ξενοδοχείο, είναι από τα πλέον βασικά σήματα που χρειάζεται να αποσταλούν στην κοινωνία ώστε, σιγά σιγά, να εξέλθει από το φαύλο κύκλο των πλασματικών αναγκών που υπαγορεύει η καπιταλιστική συνθήκη. Να μην πριμοδοτείς, δηλαδή, και να μην διαφημίζεις εμμέσως με το παράδειγμά σου την περιώνυμη και ήδη πολυδιαφημισμένη “ιδιωτική πρωτοβουλία”, σε κάθε της μορφή, κι ας έχεις τους οβολούς για να το κάμεις, αποτελεί πολιτική πράξη μείζονος σημασίας. Διότι το λαϊκότροπο με “τον παρά μου και την κυρά μου” δεν αποτελεί πολιτικό άλλοθι. Οι πληβείοι κατατάσσουν στις αλλοτριωμένες συνειδήσεις όσες/ους υποκύπτουν στα άνωθεν επιβαλλόμενα πρότυπα. Ο δε αριστερός ανθρωπότυπος, αυτός που δεν υποκύπτει στις σειρήνες της καπιταλιστικής χλιδής, καλλιεργείται ως αντιπαράδειγμα στην πράξη.
24
06

Κατέ Καζάντη: Η φασίζουσα λογική ως κανονικότητα

"...οι Βορίδειες απόψεις για την απόκτηση Ιθαγένειας δεν μπορεί παρά να είναι ως ανωτέρω: διχαστικές, στη γραμμή Εμείς – Άλλοι, διανθισμένες με μύθους εθνικού ιστορικού μεγαλείου. Προεκτείνοντας δε το Εμείς – Άλλοι στο δίπολο Αριστερά – Δεξιά, η απανθρωποποίηση μέρους του λαού που εκπροσωπεί γίνεται προφανής. Η δε ιδιοκτησιακή σχέση με τις καρέκλες των υπουργείων όπου χρημάτισε, δικαιολογείται: του ανήκουν διότι μόνον αυτός και οι συν αυτώ το αξίζουν. Χρησιμοποιεί έτσι, την ιστοσελίδα του ΥΠΕΣ για προσωπική προβολή ανερυθρίαστα. Αλλά και οι λοιπές πολιτικές της ακροφιλελεύθερης κυβέρνησης είναι σε παρόμοια γραμμή. Η Χατζηδάκειος φιλοσοφία, ας πούμε, στα εργασιακά, με τη νέα δουλοκτητική σχέση που επιβάλλει στους εργαζόμενους ή η Χρυσοχοϊδειος, με την καταστολή και το, σύμφωνα με καταγγελία, ανελέητο ξύλο για να εμπεδωθεί η κατασκευή του “μετανάστη – φονιά”, ή η επιχειρούμενη ιδεολογική αντιμεταρρύθμιση αναφορικά με τη μητρότητα και τις έμφυλες σχέσεις, ένα πράγμα φέρνουν στο νου: τη ρήση του Μαξ Χορκχάιμερ “…όποιος δεν θέλει να μιλήσει για τον καπιταλισμό δεν πρέπει επίσης να μιλάει και για τον φασισμό…”. Και κρούει τον κώδωνα, πως ίσως το Άουσβιτς δεν ήταν μια κατάσταση παρεκτροπής αλλά μια φυσική συνέπεια του καπιταλιστικού πολιτισμού."
14
06

Κατέ Καζάντη: Σακελλαροπούλου μη γίνεις!

η Κατερίνα Σακελλαροπούλου υπονομεύει συστηματικά και αποδομεί με όλους τους τρόπους κάθε εναλλακτική–προοδευτική πλευρά του εαυτού της, αν υποθέσουμε πως διαθέτει τέτοια. Μετά την αφωνία της στην περίπτωση Κουφοντίνα και τη φωτογράφιση μπροστά στον τοίχο του αίσχους στον Έβρο, το κακό τρίτωσε. Με πολύ χειρότερο, μάλιστα, τρόπο. Διότι αν υποθέσουμε πως, χάριν της κυβέρνησης που την πρότεινε, όφειλε πολιτική στήριξη στις δύο πρώτες περιπτώσεις, στην περίπτωση του “1ου Πανελλήνιου Συνεδρίου Γονιμότητας και Αναπαραγωγικής Αυτονομίας” όφειλε, απεναντίας, να της βάλει φρένο: στοιχειώδης ευθιξία λόγω του φύλου της, έστω, έπρεπε να της υπαγορεύσει να αντιταχτεί στον σκοταδισμό του ακροδεξιού συρφετού που διοργανώνει ένα από τα πλέον εξευτελιστικά και οπισθοδρομικά πράγματα που έχουμε δει τα τελευταία 30-40 χρόνια. Υπό την αιγίδα του επίσημου κράτους, μάλιστα. (...) Η Κ. Σακελλαροπούλου ντροπιάζει το φύλο της. Μαζί και πίσω της στην ντροπή, όλες οι γυναίκες που από τις θεσμικές τους θέσεις στήριξαν το φρικαλέο “ιβέντ”. Και δικαιώνει όλες/ους εκείνες/ους που είδαν εξ αρχής τη χρήση του φύλου της από τη δεξιά ως επιφαινόμενο της προόδου για να υποκρύψει έναν αβυσσαλέο υπερσυντηρητισμό. Στον οποίο η ίδια η προεδρίνα, ως φυσικό πρόσωπο, αποδεικνύεται παντελώς ανίκανη να βάλει φρένο.