Κατέ Καζάντη

19
02

Κατέ Καζάντη: Οι αρμοί του «βαθέος κράτους» και η Αριστερά

Αρμοί της εξουσίας εκείνης που βαραίνει τους υποτελείς, τον λαό κοινώς, περί του οποίου απαξάπαντες κόπτονται, είναι εκείνοι οι μηχανισμοί που εξασφαλίζουν, στα πλαίσια του κράτους, ως ανεξάρτητης οντότητας, και της κοινωνίας, την αναπαραγωγή της κυρίαρχης τάξης. Και, προφανώς, την εξυπηρέτηση των συμφερόντων της. Πασίγνωστοι από εποχής Μαρξ, οι αντιδραστικοί “θεσμοί” της Εκκλησίας, των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων (σχολεία, πανεπιστήμια κ.ο.κ.) αλλά και οι διάφορες δήθεν ανεξάρτητες αρχές, αναμασώντας τα ηγεμονικά ιδεολογήματα, αναπαράγουν την ταξική δομή της κοινωνίας και τις σχέσεις εκμετάλλευσης. Το δε κράτος, ως εποικοδόμημα, συγκροτείται ταξικώ τω τρόπω: όχι ως προστάτης των από κάτω αλλά ως, περίπου, τιμητής των από πάνω. Με αρμούς της εξουσίας, τους ιδεολογικούς και κατασταλτικούς μηχανισμούς του, όλα δηλαδή τα παραπάνω. Για την Αριστερά, η εξουσία, αντανάκλαση της ίδιας της συγκρότησης του κράτους καθεαυτού, αντιστοιχεί στην αστική εξουσία. Η οποία και ιδιωτικοποιεί εν τέλει το κράτος, ώστε εκείνο που έπρεπε να λειτουργεί επ’ ωφελεία των πολλών, λειτουργεί εντέλει και σε κάθε περίπτωση προς όφελός της αστικής τάξης. Τούτη ακριβώς τη σχέση ιδιοκτησίας, αστικής τάξης-δομών του κράτους, η Αριστερά επιχειρεί να την ανατρέψει. Στο βαθμό δε που ο αυταρχικός χαρακτήρας του βαθέος κράτους γεννά νέες μορφές λαϊκών αγώνων ή κινημάτων, με νέα αιτήματα, η Αριστερά οφείλει πάντοτε να στέκει αρωγός, δίπλα τους.
28
01

Κατέ Καζάντη: Για τις συμμαχίες και το μέλλον της Αριστεράς

Οι συμμαχίες απαιτείται να είναι αμφίπλευρες. Να συμπαρασύρεις, με επαναστατικό οίστρο, εκείνους τους πεπλανημένους που βρίσκονται δεξιότερα των θέσεών σου, είναι η μία πλευρά του αγώνα. Η άλλη, η ίσως σημαντικότερη, είναι να εντάσσεις στις γραμμές σου όλες εκείνες τις δυνάμεις της σκόρπιας, ας πούμε, αριστεράς, οι οποίες στέκουν κριτικά απέναντί σου. Η κίνηση μοιάζει αντιφατική: μεταξύ πρώτων και δεύτερων χάσμα μέγα εστήρικται, ιδεολογικοπολιτικής υφής, που εκτείνεται από τις φιλοσοφικές κληρονομιές, πώς διαβάζει κανείς την ιστορία, μέχρι τις οραματικές πολιτικές για την κοινωνία του αύριο. Η σχάση είναι επίσης υπόθεση κουλτούρας, εγγίζει δε πλείστα όσα θέματα: από κείνα που θα έλεγε κανείς «χαμηλής πολιτικής» ή και από κείνα που δεν ομολογούνται. Από τη θέση που λαμβάνει κανείς απέναντι στη βία ως εναντίωση στο σύστημα -το διαβόητο «καταδικάστε τη βία από όπου κι αν προέρχεται»- έως τους τρόπους του αγωνίζεσθαι, τις μορφές του αγώνα. Αλλά όλα τούτα -πρέπει να- ξεπερνιούνται. Όταν, μάλιστα, οι δυνάμεις της δεξιάς συντήρησης επελαύνουν δυναμικά, να θεωρείς μοναδική ρωγμή εναντίον του συστήματος να του κλέβεις περσόνες, που κατ’ επανάληψη το στήριξαν, η δε δράση τους υπήρχε έως χτες μοναχά στις μηχανές αναζήτησης του διαδικτύου, μοιάζει ματαιοπονία. Όχι πως περισσεύει κανείς, απεναντίας. Δεν φτάνει όμως. Δίχως αναφορές, δίχως αντιστοίχηση με το κοινωνικό εκείνο σώμα που βρίσκεται στην πρωτοπορία, δίχως εκείνες τις μειοψηφίες που επεξεργάζονται τις πλειοψηφικές θέσεις του αύριο -τούτο έπραξε ο κόσμος ΣΥΡΙΖΑ του πολύπαθου 3%-, δίχως βροντώδες κάλεσμα των αποκαλούμενων ανένταχτων, ή και των ενταγμένων, αριστερών, η «πρόοδος» των συμμαχιών εύκολα μπορεί, παρά τις καλές προθέσεις, να κατρακυλήσει σε άλλες ατραπούς.
28
12

Κατέ Καζάντη: Queer ο όντως Χριστός

Ο Χριστός, αυτός που προ ημερών γιορτάστηκε στη Δύση, είναι queer: αν ο Ιησούς γεννήθηκε για να διακόψει τη ροή του υπάρχοντος, άδικου, κόσμου, αν γεννήθηκε για να σταθεί στο πλευρό των κατατρεγμένων και των περιθωριακών, αν γεννήθηκε για να φέρει στο προσκήνιο την πόρνη έναντι του υποκριτή και τον αδελφό τον ελάχιστο έναντι του πλούσιου αξιωματούχου, σήμερα θα κατέβαινε από τους ουρανούς όχι μοναχά ως πρόσφυγας, όπως συχνά λέγεται και γράφεται, αλλά και ως queer.
12
12

Κατέ Καζάντη: Βρετανική καπιταλιστική δυστοπία

Το πρόβλημα της Βρετανίας δεν βρίσκεται στο δίλημμα Leave ή remain. Το όντως πρόβλημα, η δυστοπία της, δεν έχει ευρωπαϊκό ή αντιευρωπαϊκό χαρακτήρα. Η ίδια η κοινωνική της συγκρότηση, τόσο μα τόσο όμοια πια με των περισσότερων δυτικών χώρων, συγκρότηση με χαοτικές ανισότητες, δημιουργεί τέλμα.
05
12

Κατέ Καζάντη: Η «μεγάλη τους καμπάνια» του ξεπλύματος και της υποκουλτούρας

Στην εγχώρια βιομηχανία της κατανάλωσης, μεγάλη -τη μεγαλύτερη ίσως – βαρύτητα στη διάχυση του κρυφού μηνύματος του προϊόντος, ώστε ο πελάτης να ταυτιστεί μαζί του, δίνει γνωστή φίρμα πώλησης παιχνιδιών και όχι μόνο. Φέτος, εν όψει Χριστουγέννων, επιστρατεύεται στόρι πατριαρχικής οικογένειας καπεταναίου που βρίσκεται στα φουρτουνιασμένα πελάγη. Το πλοίο του, σημειωτέον, λέγεται “Μεγαλόχαρη”. Η δε μουσική υπόκρουση, ανήκει στον Ξαρχάκο. “Τα JUMBO”, λέει η εταιρεία, “φέτος αφιερώνουν τη μεγάλη τους καμπάνια, στη Μεγάλη Ελλάδα της θάλασσας και την ψυχή των ανθρώπων της. Μια ψυχή που ανθίζει μέσα από την εμβληματική μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου, από την ταινία «Κόκκινα φανάρια», σε μια νέα συγκλονιστική εκτέλεση που επιμελήθηκε ο ίδιος ο συνθέτης, για τις ανάγκες της ταινίας”. Η τέχνη, δηλαδή, μεταλλαγμένη, υποστηρίζει την μαζική υποκουλτούρα του καταναλωτισμού. Το δε μήνυμα της διαφήμισης, φανερά “πατρίς – θρησκεία – οικογένεια”, αφιερωμένο στις “ψυχές των ανθρώπων”, μπορεί να καταγραφεί ως μνημείο υποκρισίας: η πληθώρα των καταγγελιών για τις κάκιστες σχέσεις εργασίας στα καταστήματα, με τα ωράρια – λάστιχο, την τετράωρη “απασχόληση” που γίνεται καταχρηστικά 6ωρη, 8ωρη κ.ο.κ., δεν αφήνουν περιθώρια για τις “καλές προθέσεις” των αφεντικών. Το δε ξέπλυμα της κακής εικόνας που επιχειρείται είναι ενδεικτικό του τρόπου λειτουργίας του παγκόσμιου καπιταλισμού. Να ξαναθυμηθεί ο καταναλωτής το μαγαζάκι της γωνίας, που δεν έχει τον παρά να ακριβοπληρώσει προπαγανδιστικά σποτ, είναι μια οφειλή στον εαυτό του. Διότι έτσι ενισχύει την ταξική αλληλεγγύη, το δε έξοδο θα του επιστραφεί, ίσως στο πολλαπλάσιο.
27
11

Κατέ Καζάντη: Βουλεύτριες, λοιπόν, όπως εργάτριες ή χορεύτριες

Στην -πλουσιότατη- ελληνική γλώσσα, στις καταλήξεις των ουσιαστικών που δηλώνουν επάγγελμα ή ιδιότητα, η εκλεγμένη στο κοινοβούλιο γυναίκα αποκαλείται επισήμως με το ανδρικό αντίστοιχο. Γράφεται και λέγεται «η βουλευτής». Ο διάλογος που άνοιξε, προ ολίγων ετών, με πρωτοβουλία εκλεγμένων γυναικών του ΣΥΡΙΖΑ, δεν οδήγησε πουθενά. Λησμονήθηκε, αφού δεν υποστηρίχτηκε ούτε από την κοινοβουλευτική ομάδα, ούτε, φυσικά, από γυναίκες ή άνδρες άλλων κομμάτων. Ο προβληματισμός εγγίζει και άλλες πολιτικές ιδιότητες -πρόεδρος, υπουργός, περιφερειάρχης κ.ο.κ.- ή επαγγελματικές -μηχανικός, δικηγόρος κτλ. Το θηλυκό αντίστοιχο εξαφανίζεται εκεί όπου η περιοχή ανδροκρατείται. Η γυναίκα στην πολιτική δεν εμφανίζεται ως αναγνωρίσμένο υποκείμενο, αφού ο συστημικός πολιτικός κόσμος παράγει σταθερά άντρες και αναπαράγεται από αυτούς. Ή από γυναίκες που καταφάσκουν στην πατριαρχία.
14
11

Κατέ Καζάντη: Μαυρουδής Βορίδης, ο οργανικός διανοούμενος του αυταρχισμού

Σήμερα, το μείζον ζήτημα για την ηγεμονία της Νέας Δημοκρατίας είναι η ιδεολογική στοιχειοθέτηση του αυταρχισμού. Και είναι μείζον, διότι το περιβόητο “τάξις και ασφάλεια”, στο οποίο η κυβέρνηση προεκλογικά επένδυσε, δεν είναι  παρά ο παλιός, ατόφιος αυταρχισμός , όπως τον ξέρουμε από το βαθύ κράτος της Δεξιάς. «Η επιβολή του νόμου θα ευχόμασταν παντού στον κόσμο να γίνεται με προσφορά τριαντάφυλλων. Δεν έχει καταστεί αυτό δυνατόν”,  είπε στον ΣΚΑΪ, ο Βορίδης. Η επιβολή του νόμου εμπεριέχει σε αυτούς που δεν συμμορφώνονται στοιχεία αναγκαστικότητας. Το λέω γλυκά”, πρόσθεσε, για να τονίσει: “το ξύλο είναι στοιχείο αναγκαστικότητας (...). Η άσκηση νόμιμης βίας, ελπίζω να μην σας σοκάρω μ’ αυτό που λέω, είναι αυτό που κάνει η αστυνομία”. Θα συνεχίσει η κυβέρνηση, ρώτησε ο δημοσιογράφος. “Φυσικά!”, ήρθε η  κοφτή απάντηση. Επιβεβαιώνοντας τον Πουλαντζά, ο νόμος τώρα γίνεται “ο κώδικας της οργανωμένης δημόσιας βίας». Έτσι, ο Βορίδης θεωρεί δικαίωμα του κράτους, και της τάξης που το διαχειρίζεται, να βιαιοπραγεί απέναντι σε όποιον ανθίσταται, αφαιρώντας το δικαίωμα της διεκδίκησης από εκείνους που θεωρούν ότι η οργανωμένη πολιτεία τους αδικεί. Η αντι-βία, η εναντίωση στις επιβαλλόμενες αδικίες, ποινικοποιείται και στην πράξη και στις συνειδήσεις. Η πιο σκληρή δεξιά εξαπολύει το πυροβολικό της και συναντά το κοινό της: την αστυνομία και τους ευεπίφορους στο δόγμα της τάξεως “νοικοκυραίους”.
06
11

Κατέ Καζάντη: Η Δόμνα, ο Άιχμαν και η κοινοτοπία του κακού

Παρακάμπτοντας την επί της ουσίας συμφωνία ή διαφωνία με την πεποίθηση της ΄Αρεντ, περί “Κοινοτοπίας του Κακού”, δεν γίνεται να μην παρατηρήσει κανείς την ομοιότητα: σε όλες τις συνθήκες, η τρόπος αποφυγής να λάβει οιοσδήποτε θέση απέναντι στο όντως Κακό, είναι, κάθε φορά, η επίκληση του “ιδιαίτερου καθήκοντος”. Η επίκληση του “επαγγελματισμού”, του τεχνοκρατισμού, ο οποίος, δήθεν, μένει ανεπηρέαστος από πολιτικές θέσεις ενώ, στην πραγματικότητα, είναι οργανικό κομμάτι της πολιτικής, ως άλλοθι της πιο βαθιάς συντήρησης. Διότι η κ. Μιχαηλίδου, η μη πολιτικός ούτε και ψυχολόγος, σε προηγούμενη φάση, και όταν την συνέφερε, και επί των συνδρόμων της αριστεράς ομίλησε και για ψυχικά νοσούντες. Και ας δηλώνει τώρα “οικονομολόγος”. Όταν οι δήθεν αγγελικά πλασμένοι άριστοι, σε ζητήματα τόσο σημαντικά όσο εκείνων που άπτονται του ρατσισμού/φασισμού, κρύβονται πίσω από αφελή “δεν ξέρω, δεν απαντώ”, κάποιος οφείλει να τους εγκαλέσει. Και να τους δείξει με σαφήνεια πως, η πολιτική δεν είναι δουλειά για τεχνοκράτες αλλά ενόρμηση (Βέμπερ). Και αν δεν τους αρέσει, να πάνε σε δουλέψουν πολυεθνική. Δεν κάνουν γι΄ αυτούς τα υπουργεία.
31
10

Κατέ Καζάντη: Το δηλητήριο της φεγγαρόφωτης ορθότητας των αρίστων

“Όποιος δεν θέλει να μιλήσει για τον καπιταλισμό δεν πρέπει να μιλάει και για τον φασισμό”, η Κεραμέως, ακολουθώντας, προφανώς εν αγνοία της, τη ρήση του Μαξ Χορκχχάιμερ παρακάμπτει το αντιφασιστικό μήνυμα της 28ης Οκτωβρίου. Αν παραδεχτούμε πως “ολοκληρωτικό καθεστώς δεν είναι παρά το προηγούμενο αστικό χωρίς τις αναστολές του” και αν συνυπολογίσουμε πως στη σύγχρονή μας δεξιά ενσωματώνεται κομμάτι της “σοβαρής” Χρυσής Αυγής, το μήνυμα της υπ. Παιδείας γίνεται περισσότερο κατανοητό. Το κοινό της μεγαλωμένης παράταξης τέτοια θέλει να ακούει. Λόγια στρογγυλεμένα και πετσοκομμένα, με συγκεκριμένο ιδεολογικό φορτίο, εκείνο του ιστορικού αναθεωρητισμού. Από κοντά οι οργανικοί -ο θεός να τους κάνει- διανοούμενοι του συστήματος: Θεοδωρόπουλος, Μουμτζής και άλλοι διάφοροι, διαφορετικών ποιοτικών διαβαθμίσεων, καλλιεργούν τον σπερματικό λόγο μιας νέας ορθοδοξίας που επιτρέπει, αν δεν προτρέπει, σε όλα τα λουλούδια της ακροδεξιάς να ανθίσουν, έστω παρασιτικά.  Εδώ, στη διάχυση του ιδεολογικού δηλητηρίου, βρίσκεται στο μείζον πρόβλημα της εποχής: πάνω, ίσως, και από τα αντιδραστικά νομοσχέδια που περνούν από τη Βουλή, πάνω και από τις αντεργατικές ρυθμίσεις, πάνω και από τις ενισχύσεις στις “ιδιωτικές πρωτοβουλίες”, βρίσκεται η προσπάθεια να διασυρθεί η κοινωνία προς τη χειρότερη, μεταπολιτευτικά, συντηρητικοποίηση. Διότι οι νόμοι και οι ρυθμίσεις αλλάζουν. Η μαυρίλα όμως της λησμονιάς, η απανθρωποποίηση που επιφέρει η, τάχατε τεχνική, παράλειψη της ναζιστικής θηριωδίας είναι η νέα πολιτική ορθότητα, μια νέα κανονικότητα, στην οποία ο λαός οφείλει να εθιστεί. Ο δυτικός κόσμος αλλάζει επί τα χείρω. Οι ‘Ελληνες της “αριστείας” είναι ένα τυπικό δείγμα ενός νέου πολιτικού προτύπου που απέναντι του οφείλει να σταθεί, με κάθε τρόπο, η αριστερά. Για χάρη της ελπίδας εκείνων που δεν ελπίζουν πια, για χάρη της ελπίδας των ηττημένων.
15
10

ΜΜΕ: Oι βιομήχανοι του απολιτίκ πολιτισμού

Τα τηλεοπτικά πάνελ, με τη συμμετοχή εκπροσώπων του κοινοβουλίου, είναι πλήρως ενταγμένα στη βιομηχανία του θεάματος. Η επιλογή των προσώπων έχει αγοραία κριτήρια: μετά τα γούστα του αφεντικού, το επόμενο προσόν είναι τα νούμερα της τηλεθέασης. Ο πόλεμος της φωνασκίας, ο διαγκωνισμός των εξυπνακισμών, το ειδικό στήσιμο όπως ακριβώς το διδάσκει ο επικοινωνιολόγος, αντικαθιστούν τα ιδεολογικοπολιτικά επιχειρήματα, ενίοτε πέρα από κάθε όριο ορθολογισμού. Η απολίτικη πλευρά της πολιτικής, με την απάληψη των ιδεολογικών διαφορών και την αντικατάστασή τους με μια μηχανιστική, ολωσδιόλου ανώδυνη, ανταλλαγή λεκτικών πυρών είναι εδώ.