Κατέ Καζάντη

28
06

Κατέ Καζάντη: H σημειολογία στην καθημερινή ζωή των Αριστερών

Η πολιτική των σημείων είναι ταυτόχρονα και πολιτική ουσίας. Υπό κανονικές συνθήκες, ένας/μία αριστερός/η θα έπρεπε να βδελύσσεται τον πλούτο και τα παρελκόμενα προϊόντα του. Θα έπρεπε, αφ΄ ης στιγμής ομνύει στο δημόσιο και δωρεάν χαρακτήρα της εκπαίδευσης ή της υγείας, να παραδειγματίζει τους αλλοτριωμένους με την προσωπική του στάση εμπιστοσύνης. Θα έπρεπε να αποτάσσεται κάθε λογής συστημισμό -εγχώριων, παριζιάνικων κ.ο.κ.- ΜΜΕ, καταγγέλλοντας τον. Αλλά επειδή όλοι/ες τυγχάνουν θνητοί, άρα ευεπίφοροι στην αλλοτρίωση, να ποθείς συστημικές απολαύσεις και να καμαρώνεις την εικόνα σου σε λάιφ στάιλ εκδοχές είναι και συνηθισμένο και, ίσως, συγχωρητέο. Να μην κατανοείς, όμως, ότι οι λεγόμενες “ανθρώπινες συμπεριφορές” και η μικρής κλίμακας ηθική, η οποία σου επιτρέπει ή δεν σου επιτρέπει να αβαντάρεις το σύστημα που πολεμάς, αποτελούν μορφές ενσυναίσθησης, είναι, μάλλον βαθιά, προβληματικό. Διότι δεν είναι μόνο που περιμένει στη γωνία ο αντίπαλος, να αποδείξει πόσο του μοιάζεις τελικά. Είναι που, με τούτα και μ’ εκείνα, διαμορφώνονται η κουλτούρα και ο πολιτισμός. Να δείχνεις από τα πάνω ότι εμπιστεύεσαι το σχολείο της γειτονιάς, το ΕΣΥ, το εναλλακτικό περιοδικό ή το μικρομεσαίο, ανώνυμο, οικογενειακό ξενοδοχείο, είναι από τα πλέον βασικά σήματα που χρειάζεται να αποσταλούν στην κοινωνία ώστε, σιγά σιγά, να εξέλθει από το φαύλο κύκλο των πλασματικών αναγκών που υπαγορεύει η καπιταλιστική συνθήκη. Να μην πριμοδοτείς, δηλαδή, και να μην διαφημίζεις εμμέσως με το παράδειγμά σου την περιώνυμη και ήδη πολυδιαφημισμένη “ιδιωτική πρωτοβουλία”, σε κάθε της μορφή, κι ας έχεις τους οβολούς για να το κάμεις, αποτελεί πολιτική πράξη μείζονος σημασίας. Διότι το λαϊκότροπο με “τον παρά μου και την κυρά μου” δεν αποτελεί πολιτικό άλλοθι. Οι πληβείοι κατατάσσουν στις αλλοτριωμένες συνειδήσεις όσες/ους υποκύπτουν στα άνωθεν επιβαλλόμενα πρότυπα. Ο δε αριστερός ανθρωπότυπος, αυτός που δεν υποκύπτει στις σειρήνες της καπιταλιστικής χλιδής, καλλιεργείται ως αντιπαράδειγμα στην πράξη.
24
06

Κατέ Καζάντη: Η φασίζουσα λογική ως κανονικότητα

"...οι Βορίδειες απόψεις για την απόκτηση Ιθαγένειας δεν μπορεί παρά να είναι ως ανωτέρω: διχαστικές, στη γραμμή Εμείς – Άλλοι, διανθισμένες με μύθους εθνικού ιστορικού μεγαλείου. Προεκτείνοντας δε το Εμείς – Άλλοι στο δίπολο Αριστερά – Δεξιά, η απανθρωποποίηση μέρους του λαού που εκπροσωπεί γίνεται προφανής. Η δε ιδιοκτησιακή σχέση με τις καρέκλες των υπουργείων όπου χρημάτισε, δικαιολογείται: του ανήκουν διότι μόνον αυτός και οι συν αυτώ το αξίζουν. Χρησιμοποιεί έτσι, την ιστοσελίδα του ΥΠΕΣ για προσωπική προβολή ανερυθρίαστα. Αλλά και οι λοιπές πολιτικές της ακροφιλελεύθερης κυβέρνησης είναι σε παρόμοια γραμμή. Η Χατζηδάκειος φιλοσοφία, ας πούμε, στα εργασιακά, με τη νέα δουλοκτητική σχέση που επιβάλλει στους εργαζόμενους ή η Χρυσοχοϊδειος, με την καταστολή και το, σύμφωνα με καταγγελία, ανελέητο ξύλο για να εμπεδωθεί η κατασκευή του “μετανάστη – φονιά”, ή η επιχειρούμενη ιδεολογική αντιμεταρρύθμιση αναφορικά με τη μητρότητα και τις έμφυλες σχέσεις, ένα πράγμα φέρνουν στο νου: τη ρήση του Μαξ Χορκχάιμερ “…όποιος δεν θέλει να μιλήσει για τον καπιταλισμό δεν πρέπει επίσης να μιλάει και για τον φασισμό…”. Και κρούει τον κώδωνα, πως ίσως το Άουσβιτς δεν ήταν μια κατάσταση παρεκτροπής αλλά μια φυσική συνέπεια του καπιταλιστικού πολιτισμού."
14
06

Κατέ Καζάντη: Σακελλαροπούλου μη γίνεις!

η Κατερίνα Σακελλαροπούλου υπονομεύει συστηματικά και αποδομεί με όλους τους τρόπους κάθε εναλλακτική–προοδευτική πλευρά του εαυτού της, αν υποθέσουμε πως διαθέτει τέτοια. Μετά την αφωνία της στην περίπτωση Κουφοντίνα και τη φωτογράφιση μπροστά στον τοίχο του αίσχους στον Έβρο, το κακό τρίτωσε. Με πολύ χειρότερο, μάλιστα, τρόπο. Διότι αν υποθέσουμε πως, χάριν της κυβέρνησης που την πρότεινε, όφειλε πολιτική στήριξη στις δύο πρώτες περιπτώσεις, στην περίπτωση του “1ου Πανελλήνιου Συνεδρίου Γονιμότητας και Αναπαραγωγικής Αυτονομίας” όφειλε, απεναντίας, να της βάλει φρένο: στοιχειώδης ευθιξία λόγω του φύλου της, έστω, έπρεπε να της υπαγορεύσει να αντιταχτεί στον σκοταδισμό του ακροδεξιού συρφετού που διοργανώνει ένα από τα πλέον εξευτελιστικά και οπισθοδρομικά πράγματα που έχουμε δει τα τελευταία 30-40 χρόνια. Υπό την αιγίδα του επίσημου κράτους, μάλιστα. (...) Η Κ. Σακελλαροπούλου ντροπιάζει το φύλο της. Μαζί και πίσω της στην ντροπή, όλες οι γυναίκες που από τις θεσμικές τους θέσεις στήριξαν το φρικαλέο “ιβέντ”. Και δικαιώνει όλες/ους εκείνες/ους που είδαν εξ αρχής τη χρήση του φύλου της από τη δεξιά ως επιφαινόμενο της προόδου για να υποκρύψει έναν αβυσσαλέο υπερσυντηρητισμό. Στον οποίο η ίδια η προεδρίνα, ως φυσικό πρόσωπο, αποδεικνύεται παντελώς ανίκανη να βάλει φρένο.
10
06

Κατέ Καζάντη: «Χωρίς εσένα γρανάζι δεν γυρνά…»

Arbeit macht frei: στις σύγχρονες κοινωνίες, όπου η ιδεολογική κυριαρχία των από πάνω είναι παραπάνω από προφανής, το ναζιστικό ρηθέν επαναλαμβάνεται απροκάλυπτα. Με το παρόν νομοσχέδιο που εγγίζει νέα άκρα, σε μια μεταμοντέρνα ανάγνωσή του, εκείνο που υπαγορεύεται στους εργαζόμενους είναι πως θα δουλεύουν επιπλέον ώρες, δίχως να πληρώνονται, για να κερδίσουν την ελεύθερη μέρα τους. Η υπερεργασία, λοιπόν, φέρνει ρεπό, άρα, συνακόλουθα, η δουλειά φέρνει λεφτεριά. Αλλά η επικράτηση τέτοιων πολιτικών δεν είναι αναπόδραστη μοίρα. Αν το επαναστατικό υποκείμενο της ιστορίας, κοινώς σύσσωμη η εργατιά, (ξανα)βγει μαχόμενο στους δρόμους διεκδικώντας, τα πάντα μπορούν να ανατραπούν. Ακόμα και τα πιο ισχυρά κατεστημένα. «Χωρίς εσένα γρανάζι δεν γυρνά»: το σύνθημα, που φέρει στο νου φαντάσματα μια άλλης εποχής, χρειάζεται εκ νέου να εμπεδωθεί. Μια οραματική πολιτική μείωσης αντί αύξησης των ωρών εργασίας και αύξησης αντί μείωσης μισθών, μια πολιτική κάρφος για τα εργοδοτικά λόμπι, μια οραματική πολιτική στο κατεξοχήν πεδίο της ταξικής σύγκρουσης, την ώρα ακριβώς που ο κόσμος της εργασίας βρίσκεται στη χειρότερη, μεταπολεμικά, κατάσταση, μια επί της ουσίας αριστερή πολιτική, κρίνεται παραπάνω από αναγκαία. Όπως αναγκαία κρίνεται και η πολιτική αλλαγή. Στην Ελλάδα αλλά και παντού.
07
06

Κατέ Καζάντη: Βιβλία από την πυρά στην πολτοποίηση

Κάθε ολοκληρωτικό καθεστώς, ακόμα κι εκείνα που δεν αναγνωρίζουν τον εαυτό τους ως τέτοιο, διασυνδέει την κυριαρχία του με τον έλεγχο της διάχυσης των ιδεών: οπότε λογοκρίνει. Εξ ου και η προσφιλής μέθοδος της δημόσιας καύσης των “επικίνδυνων” βιβλίων, πράξη με ιδιαίτερο περιεχόμενο, αφού το κοινωνούσαν στον λαό, να παραδειγματιστεί. Στους καπιταλιστικούς, δημοκρατικούς καιρούς μας, η συνειδησιακή αλλοτρίωση έχει χίλιους δυο τρόπους να συντελεστεί, οπότε η πυρά εξέλιψε, αφού οι μέθοδοι εκσυγχρονίστηκαν. Η πολτοποίηση, ας πούμε, ταιριάζει μια χαρά στα ευαγή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, τα οποία, επιπλέον, διαθέτουν “μορφωτικά” ιδρύματα, εκδόσεις κ.ο.κ. Οι τράπεζες, που διαφεντεύουν ως μηχανισμοί του κεφαλαίου την παγκόσμια κοινότητα, δεν είναι βέβαια μηχανισμοί λογοκρισίας -όχι τουλάχιστον ευθέως-, μπορούν όμως κάλλιστα, και για ένα σωρό λόγους, να θεωρηθούν μηχανισμοί εκπτώχευσης των λαών. Δεν έχουν, λοιπόν, κανένα λόγο να νοιάζονται για οτιδήποτε άλλο, πλην της αναπαραγωγής της κυριαρχίας τους. Οπότε θα ήταν αστειότητα να πίστευε κανείς πως οι πολιτιστικές τους δραστηριότητες αντιπροσωπεύουν κάτι άλλο πέραν της μόστρας και της επίδειξης της εξουσίας τους σε κάθε τομέα του κοινωνικού χώρου. Δεν είναι που τα βιβλία του Γαβριηλίδη κρίθηκαν επικίνδυνα. Το πράγμα είναι πολύ χειρότερο: στον μεταδημοκρατικού τύπου ολοκληρωτισμό, όλα τα παραπάνω τα περί της ανάγνωσης, όλα τα περί των φετιχιστών με την οσμή του μελανιού, όλα τα περί της τέχνης ως κοινού αγαθού, είναι ψιλά, πολύ ψιλά γράμματα. Οι δε από κάτω είναι πιο πολύ κι από αθέατοι. Απλώς δεν υπάρχουν. Ανύπαρκτα τα σχολεία, επικίνδυνες οι φυλακές, αστειότητες οι δημόσιες βιβλιοθήκες. Δωρεά δίχως διάφορο δεν υφίσταται. Uber alles, η κουλτούρα του κέρδους. Οι ποιητικές συλλογές, τα μυθιστορήματα, ο δοκιμιακός λόγος των εκδόσεων Γαβριηλίδη δεν ήταν επικίνδυνα. Ήταν ένα τίποτα. Και ως τίποτα αντιμετωπίστηκαν. Πολτός, στον πολτό του νου των ιθυνόντων που λαμβάνουν τέτοιες αποφάσεις.
04
06

Κατέ Καζάντη: Αποανάπτυξη, η μόνη πρασινοκόκκινη επανάσταση

Ο δυτικός άνθρωπος, εκμαυλισμένος από τα γεννοφάσκια του, είναι φετιχιστικά εξαρτημένος από τη διαρκή χρήση όλων εκείνων των προϊόντων που προκαλούν τις περιβαλλοντικές καταστροφές. Μπορεί, έτσι, να διαμαρτύρεται για τις ανεμογεννήτριες ενώ ταυτόχρονα διαθέτει, επί παραδείγματι, δυο τρία αυτοκίνητα ή κινητά τηλέφωνα, επιθυμεί όλο και ταχύτερες μεταφορές κ.ο.κ. Είναι, φυσικά, προφανές πως να μεταβληθεί μια αλλοτριωμένη συνείδηση είναι η δυσκολότερη πολιτική διαδικασία. Εάν μπορούσε εύκολα να συντελεστεί, το παράδοξο να στηρίζουν οι σύγχρονοι προλετάριοι δεξιές κυβερνήσεις δεν θα υπήρχε, όπως, κατ’ επέκταση, δεν θα υπήρχε καπιταλισμός. Τούτο όμως δεν είναι λόγος να μην αγγίζονται τα, τουλάχιστον για την Αριστερά, αυτονόητα: να αντιμάχεσαι την επεκτατική δράση του κεφαλαίου και τις σχέσεις εκμετάλλευσης που δημιουργεί, να μιλήσεις για τις ψευδαισθήσεις μιας ιδιωτικοποιημένης, δήθεν “καλής ζωής”, βασισμένης στα όλο και περισσότερα εμπορεύματα, να προτάξεις τον κοινό πλούτο έναντι της κεφαλαιακής συσσώρευσης, είναι από εκείνα που, μάλλον, ξεχάστηκαν. Στα καπιταλιστικά ήθη, όπου και η δημόσια υγεία γίνεται προϊόν που πουλιέται και αγοράζεται (από τις πατέντες των εμβολίων μέχρι τα Μητσοτάκεια όνειρα για την επέλαση ιδιωτών στο ΕΣΥ), μια νέου τύπου, κοκκινοπράσινη, επανάσταση είναι αναγκαία. Η Αριστερά οφείλει να αναστοχαστεί με την αποανάπτυξη στην κορυφή της ατζέντας της. Αλλιώς, μαζί με τα απορρίμματα, θα ανακυκλώνεται, ρητορικά και ασκόπως, και το ακροτελεύτιο πρόβλημα, της καταστροφής της Γης.
29
05

Ο Ντιόρ κι ο ξεπεσμός

Τώρα, βεβαίως, επί τη Μητσοτάκεια βασιλεία, κυρίαρχη ιδεολογία είναι αυτή του τσιμεντώματος. Ποια κραυγή του πνεύματος, ποιες αλυσίδες, ποιο πάθος άναρχο, ποια διάνοια; Και ποια αφύπνιση; Όλα τούτα είναι ψιλά γράμματα, για κείνους που εκλαμβάνουν τους λαϊκούς αγώνες ως “διχαστικό λαϊκισμό” και ονομάζουν τη λαϊκή βούληση για μια κυβέρνηση άλλη από τη δική τους “σκοτεινό διάλειμμα”. Πέραν του παρωχημένου της συμπλεγματικής αντίληψης “να (ξανα)γίνουμε γνωστοί στα ξένα κράτη”, ο αντιδραστικός χαρακτήρας να υποκύπτουμε στις μεταξωτές κορδέλες χάριν του τουρισμού, είναι επί της ουσίας παράδοση στον Μαμμωνά. Απευθείας ανάθεση στις ελίτ με τα φράγκα που ψωνίζουν Ντιόρ, στις ελίτ που μόνο τέτοια χωρούν στον αξιακό τους κώδικα, που μόνον έτσι κατανοούν τη χρησιμότητα των μνημείων και που μπερδεύουν την τέχνη με τα ματαιόδοξα κιτς “ιβέντ” πανάκριβων οίκων μόδας. Αν, όμως, η όντως τέχνη “δεν μπορεί να μην είναι επαναστατική, δηλαδή να μην τείνει σε μια πλήρη και ριζική ανασύνθεση της κοινωνίας”, απαραίτητη προϋπόθεση για να φιλοξενηθεί στην Ακρόπολη ο Ντιόρ θα έπρεπε να ήταν, δίχως αστεία, η πλήρης μετάλλαξή του. Να κοινωνικοποιηθεί, ίσως, και να κατασκευάζει ρουχισμό για πρόσφυγες – μετανάστες. Όλα τ’ άλλα, τα τάχα μου της αριστοκρατίας, είναι διανοητικός ξεπεσμός.
24
05

«Άλλαξε τον κόσμο, το χρειάζεται! Και όταν τον αλλάξεις, άλλαξε τον αλλαγμένο κόσμο»

Η οπτική των διαφόρων ιδρυμάτων “πολιτισμού”, ιδιοκτησία πολυεθνικών επιχειρηματικών κολοσσών, είναι ο μόνος δρόμος με τον οποίον ο καλός καπιταλιστής μπορεί να αντιληφθεί το καλλιτεχνικό γίγνεσθαι. Και ο μόνος τρόπος να το ανεχτεί, αφού πια το θέτει υπό τον πλήρη έλεγχο των συμφερόντων του. Το φιλοθεάμον κοινό γίνεται μια χαρά “πελατάκι” πρόθυμο να αγοράσει ό,τι του σερβίρεται. Όσοι δε, ως δημιουργοί, βιοπορίζονται από την τέχνη τους, ελέγχονται: τα φρονήματα, πολλάκις, καθορίζουν τις καριέρες. Η παντοδυναμία των “μαικήνων” εκβράζει ό,τι δεν μπορεί να εμπορευματοποιήσει. Ο κύκλος του κέρδους είναι ο μοναδικός ορίζοντας. Αν, λοιπόν, το καλλιτεχνικό πάθος είναι κατεξοχήν αναρχικό και αντιεξουσιαστικό, να το τσιμεντώνεις, μαζί με όλα τα κοινωνικά συμπαρομαρτούντα, είναι η συνήθης πρακτική της εξουσίας. Η κυβέρνηση της δεξιάς του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση. Δεν είναι μοναχά που που δεν θέλει, είναι και που δεν μπορεί: για τον/ην καθαρόαιμο/η δεξιό/α, τίποτε, μα τίποτε, δεν κατανοείται έξω από τη συνθήκη του πουλάω–αγοράζω, έξω από τη συνθήκη του κέρδους από κάθε προσφορά, έξω από τη συνθήκη της αναπαραγωγής της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων. Μπορεί να καταργεί ως άχρηστο ό,τι ακόμη δεν κατέστη εμπόρευμα, μπορεί και να καταστρέφει ό,τι φοβάται, μπορεί και τα δύο μαζί. Ο οραματικός χαρακτήρας ενός αυτοδιαχειριζόμενου χώρου πολιτισμού, όπως το Εμπρός, που δίνει τη δυνατότητα μιας άλλης, συνολικής οπτικής και προοπτικής, ως προεικόνιση μιας κοινωνίας ισότιμης συμμετοχής, δεν είναι μόνο φαινόμενο ακατανόητο, είναι και εχθρικό. Το τσιμεντώνουμε λοιπόν εδώ και τώρα, για να μην βρει μιμητές.
23
04

Κατέ Καζάντη: Ποια «Χούντα δεν τελείωσε το ’73»

Το εφοπλιστικό κεφάλαιο, τιμά την αγαστή του σχέση με το χουντικό καθεστώς, ανακηρύσσοντάς τον Παπαδόπουλο, Μάρτη του 1972, ισόβιο επίτιμο πρόεδρο της Ένωσης Ελλήνων Εφοπλιστών, αφού προηγουμένως ο δικτάτορας είχε χαρίσει στο λόμπι δραστικές μειώσεις στη φορολογία. Ενδεικτικές και οι περιπτώσεις των διυλιστηρίων, εκεί όπου συνωστίζονται για την ελληνική πίττα Ωνάσης και Νιάρχος, αλλά και οι λοιποί, Βαρδινογιάννης, Λάτσης κ.ο.κ. Εκλεκτός του Παπαδόπουλου ο Ωνάσης -σε βίλα του διέμενε-, εκλεκτός του Μακαρέζου ο Νιάρχος, είχε και καλύτερη προσφορά, έφερε το καθεστώς σε δύσκολη θέση, αφού βρέθηκαν να τσακώνονται μεταξύ τους. Εν τέλει, με το στανιό έστω, βρέθηκε μια κάποια λύση, ικανοποιήθηκαν και οι Ανδρεάδης και Λάτσης, πήρε κι ένα τέταρτο η οικογένεια Βαρδινογιάννη -οι εξορίες (Βαρδή-Παύλου), εξορίες και η δουλειά δουλειά. Αν, λοιπόν, η αποστροφή του τίτλου μπορεί να μοιάζει επικίνδυνα ισοπεδωτική, και πιθανότατα είναι, δεν μπορεί να μην παραδεχτεί κανείς πως οι κατά καιρούς και κατά τόπους “εθνικοί ευεργέται”, οι οποίοι αργότερα μένουν στη μνήμη ως ιδρύματα, δήθεν προσφοράς στον κοσμάκη, είναι, το συνηθέστερο, πιστοί στυλοβάτες του γύψου. Είναι το οικονομικό κεφάλαιο, οι διαβόητες επενδύσεις, που κονταροχτυπιούνται ανά τον κόσμο για “ιδιωτικές πρωτοβουλίες” με το αζημίωτο, εδώ για το Ελληνικό, αλλού για άλλα, είναι η κοινωνική εκείνη τάξη τα δικαιώματα της οποίας σπάνια περιστέλλονται εντός του καπιταλισμού. Αυτοί εξάλλου επιβάλλουν την αστική νομιμότητα, αυτοί νοηματοδοτούν την έννοια της προόδου, αυτοί ασκούν ιδεολογικό έλεγχο, σωρεύοντας στα χέρια τους τα ΜΜΕ και ελέγχοντας τις καλλιτεχνικές δράσεις.
16
04

Κατέ Καζάντη: Οι δεξιοί και ο θάνατος – των άλλων

Επειδή οι ελίτ του κεφαλαίου, όπως κι οι προλετάριοι, δεν έχουνε πατρίδα, αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα, να πεθαίνουν σωρηδόν οι ανώνυμοι και να ‘ναι μόνο νούμερα σε στατιστικές, δεν είναι και τίποτα πρωτότυπο. Tο ότι, ας πούμε, προ πανδημίας, στην κραταιά Γερμανία, την Αυστρία ή τη Βρετανία, το προσδόκιμο ζωής βρισκόταν κάτω από αυτό της δήθεν “Ψωροκώσταινας” (81,2 -82,1), δείχνει πως ο πλούτος και η οικονομική μεγέθυνση ουδόλως ωφελούν τον γενικό πληθυσμό. Είναι δε πασίγνωστο ότι το ξεχαρβάλωμα των κρατικών συστημάτων υγείας από τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές των τελευταίων δεκαετιών πλήττει ευθέως τις ζωές των υποτελών, όχι των απανταχού Βορήδιδων ή Αδώνιδων -κι ας γατροπορεύτηκε προσφάτως ο εγχώριος σε δημόσιο νοσοκομείο. Ο δε εκρηκτικός συνδυασμός με τις ανατροπές στις εργασιακές σχέσεις, δωράκι στους εργοδότες, φέρνουν τη δυστοπία εγγύτερα. Στην πραγματική, και όχι στην πλατωνική, ζωή, η πολιτική φιλοσοφία των καπιταλιστών είναι η “μελέτη του θανάτου”. Η συνθήκη του θανάτου. Η ιδεολογία του θανάτου. Όχι φυσικά υπό την έννοια της ενασχόλησης με τη ματαιότητα της ύπαρξης, άρα της αυθεντικότερης ζωής. Τουναντίον, υπό την έννοια του κέρδους ως υπέρτατης αξίας, που εύκολα και χαλαρά ξεπετά το θάνατο των άλλων. Το δήθεν κλισέ της αριστεράς “οι άνθρωποι πάνω από τα κέρδη” αντεστραμμένο, τα κέρδη δηλαδή πάνω από τον άνθρωπο, γίνεται το σύμβολο της καταστροφικής μωροφιλοδοξίας εκείνων που νομίζουν πως με τα φράγκα εξαπατούν τον Χάροντα. Το μείζον πρόβλημα, βέβαια, είναι πως εξολοθρεύουν ολάκερους λαούς πολύ πριν οι ίδιοι τον συναντήσουν.