Macro

Κατέ Καζάντη: Η αριστερά των φέις κοντρόλς

Πώς, αλήθεια, ξεσπούν οι επαναστάσεις; Πώς διαμορφώνονται οι συνειδήσεις των επαναστατικών υποκειμένων; Πώς φτιάχνονται και συντονίζονται οι συλλογικότητες; Και πώς, εν τέλει, μετασχηματίζονται οι κοινωνίες;

Στην κομμουνιστική παράδοση, η επανάσταση έρχεται αναπόφευκτα. Είναι το αποτέλεσμα της ταξικής πάλης, της σύγκρουσης μεταξύ του κεφαλαίου και του κόσμου της εργασίας, η μάχη των μαχών την οποία σηκώνει στις πλάτες της το προλεταριάτο, ως η κατεξοχήν επαναστατική πρωτοπορία.

Για τον Βλαδίμηρο Λένιν, ο βασικός παράγοντας ώστε να συντονίζεται η δράση, των επαναστατών είναι η ύπαρξη ενός κόμματος «νέου τύπου», όλως διαφορετικού από τα αστικά κόμματα, στου οποίου την «κεφαλή» θα βρίσκεται η πρωτοπορία του προλεταριάτου.

Για τούτο το κόμμα, το κομμουνιστικό, «απορρέει εντελώς νομοτελειακά η ανάγκη (…) να καταφεύγει σε ελιγμούς, σε συμ­φωνίες, σε συμβιβασμούς με τις διάφορες ομάδες των προλετάριων, με τα διάφορα κόμματα των εργατών και των μικρονοικοκυραίων». Με επίμαχο σημείο, φυσικά, «να εφαρμόζεις αυτή την τακτική έτσι ώστε να ανεβάζεις και όχι να χαμηλώνεις το γενικό επίπεδο της προλεταριακής συνειδητότητας».

Στις μέρες μας, δεν έχει παραμεριστεί μοναχά το πρόταγμα της επανάστασης αλλά και εκείνο της ριζοσπαστικής μεταρρύθμισης. Έτσι, φιγούρες όπως ο Λένιν θεωρούνται ξεπερασμένες, φαντάσματα μιας άλλης εποχής. Ομοίως και το κόμμα του. Περίπου έτσι αντιμετωπίζονται και οι προλετάριοι, ως συλλογικό υποκείμενο. Η «συνειδητότητά» τους είναι κάτι αδιάφορο όχι πια μπροστά στο «αλάθητο της καλύτερης Κεντρικής Επιτροπής» (Λούξεμπουργκ) αλλά μπροστά στα μάτια των ηγετών νέου τύπου. Οι οποίοι –αυτοχριζόμενοι– «χαρισματικοί», έχοντας λησμονήσει πως τα «χαρίσματά» τους αποτελούν αποτέλεσμα των κοινωνικών και ιστορικών συνθηκών της ύπαρξής τους, μετρούν το ανάστημα των υπολοίπων με κριτήρια αυστηρώς προσωπικά και ενίοτε ηθικολογικά. Τι κι αν στις προγραμματικές –και στις επαναστατικές ίσως– αρχές μπορούν, πάνω κάτω, να τα βρουν με όμορους πολιτικούς χώρους; Η αρχή «ένα βήμα πίσω για να γίνουν δυο μπροστά» παραβιάζεται πανταχόθεν. Η φετιχοποίηση των διαφορών αναβιβάζεται σε μείζον ιδεολογικοπολιτικό ζήτημα. Οι προσωπικές δυσανεξίες –ανθρώπινο, ίσως, πολύ ανθρώπινο!– μετράνε περισσότερο του συλλογικού καλού. Τα «προηγούμενα-που-έχουμε» μετρούν παραπάνω από τα τωρινά, η δε διαφορετική ανάγνωση στιγμών της ιστορίας λογίζεται ως έγκλημα καθοσιώσεως.

Οι –ναρκισσευόμενοι– ηγέτες νέου τύπου πορεύονται κατά μόνας: το πολυδιασπασμένο προλεταριάτο, οι πληβείοι, χωρίς –ενίοτε και με– βαριά βιογραφικά και ακαδημαϊκές περγαμηνές, ακολουθούν, εάν ακολουθούν, τους, με όρους θεάματος, πρωταγωνιστές: ο/η ωραιότερος/η, αυτή/ός που γράφει καλά στην κάμερα, εκείνη/ος που τα «λέει» τσεκουράτα. Έτσι, το να ακολουθούν οι μάζες όχι πια τις πρωτοπορίες που βγαίνουν από αυτές αλλά τις μονοπρόσωπες ηγεσίες είναι, σχεδόν, κοινός τόπος. Το κόμμα νέου τύπου είναι περίπου το αντίθετο από εκείνο που ορίζει ο Λένιν: Όχι μόνο «μπροστά στο κοινό γνώρισμα των μελών πρέπει να σβήνει τελείως κάθε διάκριση ανάμεσα στους εργάτες και στους διανοούμενους» αλλά το ανάποδο. Ο ελιτισμός καιροφυλακτεί να αλώσει κάθε ριζοσπαστική ικμάδα.

Και μετά, το φέις κοντρόλ. Ενώ ομνύουν στην κοινωνική αλλαγή –μάλλον, βεβαίως, μεταρρυθμιστικώ παρά επαναστατικώ τω τρόπω– ο βοναπαρτισμός τους δεν τους επιτρέπει να συνδιαλέγονται με συλλογικότητες. «Φέις του φέις», τύπου αφεντικό και υποτελείς, περνούν τις εξετάσεις όχι ομάδες προσώπων ως φορείς ιδεών αλλά τα πρόσωπα ξεχωριστά, εκπρόσωποι μοναχά του εαυτού τους και απογυμνωμένα από το ιστορικό και πολιτικό τους βάρος.

Έτσι, οι βοναπαρτικού τύπου σχηματισμοί προερχόμενοι από τις διασπάσεις της αριστεράς, πέρα και μακριά από κάθε παράδοσή της, απομακρύνονται από τον ιστορικό τους ρόλο που δεν είναι άλλος από την κοινωνική αλλαγή, σε μια ιστορική στιγμή καπιταλιστικής μονοκρατορίας. Μιας αλλαγής μάλιστα που απαιτεί ενίοτε συμμαχίες και με τον ίδιο τον διάολο, σε αγώνες που κανένα δεν περισσεύει.

Αλλά στην Ελλάδα του 2026 και σε ένα παγκόσμιο σκηνικό που θυμίζει σκοτεινούς καιρούς, το φέις κοντρόλ, στο οποίο επιδίδεται ο Αλέξης Τσίπρας και στο οποίο αρέσκεται ο Γιάννης Βαρουφάκης των «τεσσάρων ΠΑΣΟΚ», απομακρύνει ολοένα και περισσότερο την αριστερά από τον ιστορικό της ρόλο.

Σ’ αυτό συμβάλλουν, εξίσου με τους νεόκοπους βοναπάρτηδες, και όλα όσα πολιτικά υποκείμενα συνωστίζονται, αυτοκαταστροφικά, στους προθαλάμους για να διαβούν την πόρτα –εν προκειμένω βουλεύτριες/τες και στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ και της ΝεΑρ. Διότι να δημιουργείς αντίβαρα, με συνεννοήσεις και συμμαχίες, και να κόβεις τον δρόμο στον αρχηγισμό είναι επίσης καθήκον –το πρώτιστο!– κάθε αριστερής συνείδησης.

Η ΕΠΟΧΗ