Συνεντεύξεις

Κωνσταντίνος Πουλής: «Τα σκάνδαλα δημιουργούν ένα κλίμα ηθικής κατακραυγής, αλλά αυτό δεν φέρνει πολιτική αλλαγή»

Η εβδομάδα ξεκίνησε με την αναχαίτιση του Διεθνούς Στόλου Ελευθερίας, Global Sumud Flotilla, από ισραηλινές στρατιωτικές δυνάμεις σε ζώνη έρευνας και διάσωσης της Κύπρου, με το Ισραήλ να θέλει να στείλει ένα σαφές μήνυμα κυριαρχίας, επιλέγοντας η αναχαίτιση να γίνει στη Μεσόγειο. Η ελληνική κυβέρνηση στέκεται σιωπηρά συνένοχη, στο όνομα της στρατηγικής συμμαχίας με το Ισραήλ. Η κοινωνία αποδέχεται επίσης σιωπηρά;

Έχω την εντύπωση ότι αυτό είναι από τα πιο οδυνηρά κομμάτια της επικαιρότητας. Ενώ –εύλογα– μπορεί να νιώθουμε εντελώς αδύναμοι για να σταματήσουμε τη γενοκτονία των Παλαιστινίων, φαίνεται ότι είμαστε πολύ αδύναμοι για να καταφέρουμε και κάτι πολύ λιγότερο φιλόδοξο: να εμποδίσουμε έστω την κραυγαλέα συνενοχή της δικής μας κυβέρνησης σε αυτά τα εγκλήματα. Και αυτό είναι οδυνηρό. Φαίνεται ότι με όσο πάθος και αν υπερασπιζόμαστε κάποιοι αυτόν τον δίκαιο αγώνα, αυτό δεν απασχολεί ευρύτερα την ελληνική κοινή γνώμη, εξού και δεν ασκείται καμία πίεση προς την κυβέρνηση. Αντίθετα, η κυβέρνησή μας, ανερυθρίαστα, στο όνομα κάποιων θολών γεωπολιτικών υπολογισμών δεν διστάζει να είναι από τους πιο φανατικούς υποστηρικτές του Ισραήλ και συνενοχής του στα εγκλήματα.

Η Νέα Δημοκρατία βγαίνει από ένα συνέδριο όπου προσπάθησε να δώσει την εικόνα ενός συνεκτικού και ισχυρού κόμματος, ώστε να ριχτεί στη μάχη των εκλογών, έχοντας περίπου μια «έξωθεν καλή μαρτυρία». Είναι έτσι; Οι δημοσκοπήσεις παρουσιάζουν διαφορετική εικόνα.

Σε αυτό που προσπαθεί να πει η Νέα Δημοκρατία προεκλογικά υπάρχει κάτι που είναι προκλητικό και εκτός πραγματικότητας και κάτι που θεωρώ εύλογο να επικαλεστεί. Το πρώτο είναι η μάχη της εναντίον της διαχρονικής παθογένειας του ελληνικού κράτους. Προφανώς αυτά είναι επιχειρήματα που απευθύνονται σε ήδη πεισμένους. Δεν έχουν καμία επαφή με την πραγματικότητα. Το ερώτημα που λέει «αν όχι εγώ, ποιος;» είναι πιο εύλογο επικοινωνιακά. Μπορεί να μην με καλύπτει, να μην είναι η δική μου πολιτική ανάλυση, αλλά πράγματι η εικόνα της αντιπολίτευσης είναι αποκαρδιωτική και αυτό δίνει μια ευκαιρία στον πρωθυπουργό να προσπαθήσει να συγκρατήσει αυτό το πολύ σκληρό 20%, που είναι πάντα στο πλευρό του.

Πόσο μπορεί να συνεχίσει η πολιτική συζήτηση να επικεντρώνεται στην εικόνα διάλυσης της αντιπολίτευσης; Έχει και η κυβέρνηση τις δικές της ανοιχτές πληγές, για τις οποίες φέρει ευθύνη και έχω την εντύπωση ότι δεν θα μπορέσει να στήσει ένα δίπολο τύπου «Μητσοτάκης ή χάος».

Γιατί όχι; Δεν κάνω εκλογικές προβλέψεις, αλλά δεν μου φαίνεται απίθανο αυτό. Και το επιχείρημα «ποιος θα έρθει στη θέση του» μπορεί να μην καλύπτει εμένα, αλλά είναι πολύ ισχυρό. Από την άλλη, τα σκάνδαλα φαίνεται ότι απασχολούν ένα κομμάτι μόνο της κοινής γνώμης, και αυτό όχι αποφασιστικά. Η αλήθεια είναι ότι η ΝΔ επέζησε από τα Τέμπη και τις υποκλοπές και τώρα –πριν την τρίτη θητεία– συζητάμε ότι δεν έχει ποσοστά που εξασφαλίζουν αυτοδυναμία. Ε, δεν το λες και θρίαμβο. Μας πατάει κάτω.

Δημοσκοπικά πάντως της αποδίδονται τα σκάνδαλά της και γι’ αυτό επιχειρεί με κάθε τρόπο να αλλάξει την ατζέντα. Δεν είναι η αχίλλειος πτέρνα της;

Κρατάω μια απόσταση από αυτή τη συζήτηση. Έχω μια αντιδημοσιογραφική στάση. Καταλαβαίνω ότι τα σκάνδαλα είναι ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της δημόσιας συζήτησης, πάντα. Η εκτίμησή μου είναι ότι αυτό δεν είναι μια καλή ιδέα, πολιτικά. Τα σκάνδαλα εξασφαλίζουν ότι θα συζητείται μόνο το κομμάτι της παρανομίας στην πολιτική και θα καταπίνεται όλο το κομμάτι της νομότυπης αρπαγής του πλούτου. Και επομένως θα έχουμε συνεχώς κόμματα που θα ηθικολογούν το ένα εναντίον του άλλου και ταυτοχρόνως θα αποδέχονται τον πυρήνα της νεοφιλελεύθερης συνθήκης, ενώ στην πραγματικότητα δεν θα πάει κανένας στη φυλακή, όπως έχει αποδείξει η μεταπολιτευτική ιστορία. Μπορεί να δημιουργούν ένα κλίμα ηθικής κατακραυγής, αλλά αυτό δεν φέρνει πολιτική αλλαγή. Οι τιμές στην ενέργεια, η στεγαστική κρίση, είναι νομιμότατες εκδοχές της επίθεσης στα λαϊκά εισοδήματα, όσο και αν μας εξοργίζουν οι Ferrari του ΟΠΕΚΕΠΕ.

Η αντιπολίτευση είναι πολυδιασπασμένη και ρευστή, με τη συζήτηση περί συμμαχιών και τη δημιουργία ενός αντιΝΔ μετώπου να μπαίνει στο επίκεντρο, χωρίς να καταλήγει σε κάτι απτό. Ποιο είναι το πρόβλημα με την αντιπολίτευση;

Λόγω μια γενικής αλλεργίας προς τις ηθικές παραινέσεις, αποφεύγω να λέω ότι πρέπει να ενωθούμε. Μου φαίνεται πολύ πιο λογικό, από τη δική μου οπτική γωνία, να συζητώ μόνο για απόψεις. Υπάρχουν απόψεις που με καλύπτουν και άλλες που δεν με καλύπτουν. Την κουβέντα περί συμμαχιών δεν την καταλαβαίνω. Όταν υπάρχουν συνθήκες πραγματικών πολιτικών ζυμώσεων, οι όποιες διαφορές πηγαίνουν στην άκρη. Δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Καταλαβαίνω ότι το ποιος θα ενωθεί με ποιον είναι ζήτημα ζωτικής σημασίας για διάφορα απομεινάρια της αντιπολίτευσης, για τα οποία κρίνεται σε αυτές τις συμμαχίες η πολιτική τους ύπαρξη και σε κάποιες περιπτώσεις και η προσωπική κοινοβουλευτική επιβίωση, αλλά δεν μπορώ να πω ότι είναι μια ανάλυση που ακολουθώ ή συμμερίζομαι.

Σε κάθε περίπτωση, έχουν μπει στον πάγο ορισμένα κόμματα, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ ή η Νέα Αριστερά, που περιμένουν την κίνηση του Αλ. Τσίπρα, για να δουν τι θα κάνουν. Στις 26 Μαΐου, λοιπόν, θα αρχίσει κάτι να κινείται.

Είναι πολύ θλιβερό, αλλά δεν νομίζω ότι έχω να προσθέσω σε μια κουβέντα που αφορά στην πολιτική επιβίωση ανθρώπων που συμπορεύθηκαν με τον Αλ. Τσίπρα για χρόνια, αλλά προσπαθούν να βρουν με ποιον τρόπο τους συμπεριλαμβάνει ή όχι τώρα στα σχέδιά του. Ανάμεσα σε αυτούς υπάρχουν άνθρωποι που εκτιμώ, αλλά πολιτικά όλο αυτό είναι ασήμαντο, αν δεν ανήκεις σε αυτά τα κόμματα. Ο ΣΥΡΙΖΑ αυτή τη στιγμή ξαναζεί την περίοδο Κασσελάκη. Απουσιάζει η γκροτέσκα φιγούρα του Κασσελάκη, αλλά οι συνθήκες είναι εξίσου κωμικοτραγικές. Ένα υπαρκτό κόμμα δηλώνει ότι θα διαλυθεί μέσα σε ένα κόμμα που δεν έχει συγκροτηθεί, ακολουθώντας τον πρώην πρόεδρό του, που λέει ότι δεν τους θέλει! Προσωπικά δεν βρίσκω κανένα πολιτικό ενδιαφέρον στην περίπτωση Τσίπρα. Πιστεύω ότι εδώ και πολύ καιρό δεν έχει τίποτε άλλο να προσφέρει, εκτός από τον απόλυτο κυνισμό με τον οποίο κάνει τους εσωτερικούς υπολογισμούς του. Όπως φάνηκε και στο βιβλίο του, το όριο της ανάλυσής του είναι οι ισορροπίες στους εσωτερικούς καυγάδες.

Το κόμμα Καρυστιανού είναι και αυτό υπό διαμόρφωση, με την κα Καρυστιανού να επιχειρεί να εκπροσωπήσει, μέσα από αυτό, το αίτημα δικαιοσύνης για το έγκλημα στα Τέμπη. Πού θα καταλήξει αυτό;

Νομίζω πως η περίπτωση της Καρυστιανού είναι ένα πολύ χειροπιαστό σύμπτωμα της πολιτικής μας κρίσης. Ακόμα και πριν κάνει το ακροδεξιό coming out στην κουβέντα για τις αμβλώσεις και τους μετανάστες, πίστευα πως ήταν πολύ κακή ιδέα να συνδέσουμε τη συζήτηση για την ασφάλεια των σιδηροδρόμων με τα δικαστικά αιτήματα των γονιών. Τελικά, πήγε χειρότερα από ό,τι φοβόμουν, διότι η κ. Καρυστιανού συμπορεύθηκε μεν αρχικά με τον προοδευτικό κόσμο, αλλά όταν άρχισε να μιλάει ανακαλύψαμε ότι είναι ένας άνθρωπος με αφόρητα συντηρητικές θέσεις. Ως αρχηγός κόμματος πια δεν εκπροσωπεί μόνο την υπόθεση των Τεμπών, κρίνεται και για αυτές τις πολιτικές θέσεις.

Εκτιμάς ότι το κομματικό σύστημα έχει πιάσει τον σφυγμό της κοινωνίας; Το πρώτο πρόβλημα των πολιτών είναι διαχρονικά η οικονομία και αντιμετωπίζεται επιδερμικά.

Έχω την επιφύλαξη ότι γενικά ούτε εμείς ξέρουμε τι απασχολεί την κοινωνία. Αν κρίνω από τα πρώτα θέματα που παίζουν στα κανάλια, και με τα οποία κερδίζονται εκλογές, φαίνεται ότι ο μηχανισμός της δεξιάς προπαγάνδας έχει έναν στόχο: να μην είναι στα πρώτα θέματα συζήτησης η οικονομία, γιατί τότε ανακαλύπτουμε ότι είναι παράλογο να κερδίζουν δισεκατομμύρια από το κομμένο μας ρεύμα μια χούφτα ολιγάρχες. Οπότε όλη η συστημική συζήτηση, το μεταναστευτικό, το δημογραφικό, η κάψα ενάντια στην woke ατζέντα, είναι τα θέματα που θέλει ο επικοινωνιακός μηχανισμός να αναδείξει, ώστε να ναρκοθετεί τη συζήτηση και να ανάβει στα λαϊκά στρώματα φιτιλιές εναντίον όλων των άλλων. Και αυτό λειτουργεί πολύ αποτελεσματικά, εξού και μας κυβερνά ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Στο βιβλίο σου Social Media. Η ελευθερία να μιλάς χωρίς να ακούγεσαι (εκδόσεις Gutenberg) αναφέρεσαι στην κυριαρχία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Θα κυριαρχήσουν και στις εκλογές;

Πιστεύω ότι τα social media δεν διαμορφώνουν την ατζέντα. Καλλιεργούν την ψευδαίσθηση ότι έχουν μια εξισωτική επίδραση στον δημόσιο διάλογο, επειδή ο καθένας μπορεί να μιλήσει, αλλά στην πραγματικότητα η κυριαρχία της συστημικής ατζέντας είναι απόλυτη. Δεν κατάλαβε κανένας τίποτα για την Πύλο. Δεν υπάρχει αυτό το θέμα. Τα social media δεν έχουν επιβάλλει ποτέ, κανένα θέμα κεντρικής πολιτικής επικαιρότητας. Μπορούμε να συζητήσουμε τα «σκοιλ ελλικικου» ή το τροχαίο του Ιάσονα ή το μεταπτυχιακό του Μακάριου Λαζαρίδη, αλλά κατά βάθος κανένα από αυτά τα ζητήματα δεν είναι ζήτημα κεντρικής πολιτικής. Τα social media εξασφαλίζουν ότι θα έχουμε πάντα δίκιο, υπό τον όρο ότι θα είμαστε εκτός θέματος.

Είναι, ωστόσο, το κυρίαρχο μέσο επικοινωνίας. Δεν μπορούμε θεωρείς να διεισδύσουμε σε αυτά; Δεν το έχουμε δει ήδη να γίνεται; Όπως για παράδειγμα το πώς οργανώθηκαν οι συγκεντρώσεις για τα Τέμπη ή πώς κατάφερε την εκλογή του ο Μαμντάνι.

Είναι πράγματι, αρκεί να αντιληφθούμε ότι και εκεί η τηλεόραση παίζει μπάλα. Τηλεόραση βλέπει ο κόσμος στα social media, όχι κάτι άλλο. Αν είχαμε τη δυνατότητα να διαμορφώσουμε ηχηρές φωνές που να ξεπερνούν τον συστημικό λόγο, θα το είχαμε καταλάβει. Υπάρχει η ψευδαίσθηση ότι διαμορφώνουμε τη συζήτηση, ενώ η συζήτηση αναπαράγει σταθερά τις προτεραιότητες της συστημικής ατζέντας. Ας δούμε το παράδειγμα των Τεμπών. Δεν δικαιολογείται ότι η μεγαλύτερη διαδήλωση έγινε με τόση καθυστέρηση μετά το δυστύχημα, δύο χρόνια μετά, όταν τα κανάλια το έπαιζαν πρώτο θέμα. Η περίπτωση Μαμντάνι είναι χαρακτηριστική για διαφορετικούς λόγους. Προσπαθούν να μας πείσουν ότι ήταν φαινόμενο των social media η εκλογή του, αντί να δούμε ότι είναι γέννημα μιας τεράστιας κρίσης νομιμοποίησης των Δημοκρατικών. Συζητούν αν έκανε όρθια ή οριζόντια βίντεο, αντί να δούμε ότι οι Δημοκρατικοί είχαν υποψήφιο τον Μπάιντεν και μετά την Χάρρις που πλειοδοτούσε στο τείχος εναντίον των μεταναστών και υπερηφανευόταν για την κατοχή όπλου. Πολιτικοί είναι οι λόγοι που επέτρεψαν αυτή τη νίκη, δεν το έκαναν τα βίντεο.

Πώς μπορεί κάποιος χώρος να ξεχωρίσει σε αυτό το σκηνικό που περιγράφεις ή να αναδειχθεί ένα εναλλακτικό αίτημα;

Δεν ξέρω. Στο ερώτημα «πώς θα νικήσουμε» δεν προσποιούμαι ότι έχω την απάντηση. Τα ερωτήματα τίθενται, δεν υπάρχει κάτι ουσιώδες που να λείπει από τον δημόσιο διάλογο. Το αγωνιώδες ερώτημα είναι πώς θα αποκτούσε μια δυναμική, έναν αέρα που θα μπορέσει να τα φέρει στο προσκήνιο. Στο ερώτημα αυτό οι απαντήσεις σχετίζονται με το πολιτικό υποκείμενο. Ποιος θα το κάνει; Δεν προσποιούμαι ότι μπορώ να δώσω μια καινούργια απάντηση σε αυτό το ερώτημα. Το ζήτημα είναι ότι ο κόσμος επιδιώκει την παρηγοριά, να του προσφερθεί ένα όραμα νίκης. Θεωρώ ότι αυτό είναι πολιτικαντισμός. Χρησιμοποιούμε τη ρητορική της νίκης, της ελπίδας, του αύριο. Αυτό που προκρίνω είναι να αναζητούμε το κουράγιο και τις συλλογικότητες αυτές που θα μας βοηθήσουν, ο ένας δίπλα στον άλλον, να παραμείνουμε όρθιοι και να λέμε και να διεκδικούμε αυτά που πρέπει. Το να θέσει κανείς τον πήχη ψηλότερα και να βεβαιώνει για κερδισμένες νίκες του αύριο, είναι μια ρητορική προσθήκη που δεν είναι του γούστου μου.

Ιωάννα Δρόσου
Η ΕΠΟΧΗ