Εφημερίδα Εποχή

26
10

Φανή Κουντούρη: «Πάνω στην καθημερινότητα μπορεί να σκοντάψει το επιτελικό κράτος»

Προφανώς δεν μπορεί να είναι μοναδικός στόχος μιας αξιωματικής αντιπολίτευσης τα ζητήματα της καθημερινότητας. Χρειάζεται συνολικότερος και ισχυρότερος προγραμματικός στόχος. Η καθημερινότητα δεν είναι μια κατηγορία νέα στον πολιτικό ανταγωνισμό. Στις εκλογές του 2004, ο Κ. Καραμανλής ανέδειξε την καθημερινότητα του πολίτη σε μείζον διακύβευμα μαζί με την Επανίδρυση του Κράτους. Στη διάρκεια του 2000 η κύρια αντιπολιτευτική γραμμή της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ ήταν τα ζητήματα διαφθοράς και καθημερινότητας μέσα στο πλαίσιο ενός συγκλίνοντος δικομματισμού όπου υπήρχε συναίνεση των κομμάτων εξουσίας ως προς τα μείζονα πολιτικά διακυβεύματα. Η ανάδειξη της κατηγορίας «Καθημερινότητα του πολίτη» σε βασικό διακύβευμα του πολιτικού ανταγωνισμού έγινε σε ένα πλαίσιο ενός μοντέλου διακυβέρνησης που πρότασσε την αποτελεσματική διαχείριση όχι μόνο των μεγάλων και κρίσιμων αλλά και των μικρών και καθημερινών προβλημάτων. Πρόκειται για μια κατηγορία που, πρώτον, επιβάλλεται αυτόνομα, δεύτερον, προβάλλεται πολύ από τα μίντια και, τρίτον, αναδεικνύει –μαζί με τα ζητήματα ηθικής και διαφθοράς– τις συγκλίσεις του πολιτικού ανταγωνισμού και των μίντια. Τη δεκαετία του 1990 και του 2000 αναπτύχθηκε η ιδέα της «διαιρεμένης δημοκρατίας» ή της «δημοκρατίας διπλής ταχύτητας». Αναπτύχθηκε η ιδέα ότι σε μία δημοκρατία έχουμε μια κατεύθυνση ζητημάτων προσωπικών, που αφορούν την ηθική και τις καθημερινές συνθήκες ζωής, τα οποία μπορούν να κινητοποιήσουν τους πολίτες, και από την άλλη έχουμε τα μεγάλα ζητήματα, π.χ. εξωτερικής πολιτικής, που πολλές φορές φαίνονται θολά και πάνω στα οποία δύσκολα υπάρχουν κινητοποιήσεις. Τονιζόταν ότι τα μικρά και καθημερινά είναι τελικά ζητήματα τα οποία μπορούν να επικρατήσουν στη δημόσια ατζέντα και να δημιουργήσουν ρήγματα. Αν, λοιπόν, πάμε σε μια λογική κανονικοποίησης και δεν έχουμε εκρηκτικά μείγματα γεγονότων όπως συμβαίνει τα τελευταία δώδεκα χρόνια που ζούμε σε ένα ηφαίστειο γεγονότων, μπορεί να δούμε την επάνοδο τέτοιων ζητημάτων. Ωστόσο, παραμένει ανοιχτό το ζήτημα και έχει πολύ ενδιαφέρον πώς θα πλαισιωθούν αυτά τα ζητήματα σήμερα: για παράδειγμα οι πυρκαγιές και οι πλημμύρες και τα προβλήματα που αυτές δημιουργούν μπορεί να εγγραφούν σε ένα ευρύτερο πλαίσιο κλιματικής κρίσης ή η ακρίβεια να εγγραφεί σε ένα πλαίσιο ενεργειακής κρίσης. Υπάρχει θέλω να πω σήμερα η μεγάλη εικόνα, της διεθνοποίησης των προβλημάτων, που επιβάλλει νέους όρους συζήτησης στον πολιτικό ανταγωνισμό, σε σχέση με τη δεκαετία του 2000.
23
10

Αλέξης Ηρακλείδης: «Η θέση περί “απειλητικής Τουρκίας” είναι μια κατασκευή με διάφορες σκοπιμότητες»

Η ουσία βρίσκεται όχι στο ότι η Τουρκία είναι προκλητική -που είναι και θα συνεχίσει να είναι- αλλά στο ότι η θέση περί «απειλητικής Τουρκίας» είναι μια κατασκευή, ένα ελληνικό αφήγημα με διάφορες σκοπιμότητες. Το ερώτημα είναι όταν η ελληνική εξωτερική πολιτική ακολουθεί το δόγμα «σέρνουμε τα πόδια και δεν θέλουμε λύση» του Α. Παπανδρέου (πλην της εποχής Νταβός) και του Π. Μολυβιάτη (λύση στις ελληνικές καλένδες), προκειμένου να μείνει η κατάσταση ως έχει, γιατί το κάνει, τι φοβάται; Φοβάται ότι για να επιλυθεί η διένεξη του Αιγαίου, η Ελλάδα θα πρέπει να υποχωρήσει εκεί που είναι λάθος, όπως σε σχέση με τον εθνικό εναέριο χώρο (10 μίλια αντί 6 που έπρεπε να είναι). Καμία κυβέρνηση -και πάντως όχι μια κυβέρνηση της ΝΔ- δεν μπορεί (αυτό είναι το σκεπτικό Μολυβιάτη) να έχει το πολιτικό κόστος να αναγκαστεί να κάνει υποχωρήσεις στο Αιγαίο και ας κάνει υποχωρήσεις και η Τουρκία. Υπάρχει όμως και ένας άλλος λόγος που πολλοί Έλληνες δεν θέλουν την επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών: πρόκειται για τη ανάγκη οι Τούρκοι να είναι απροσάρμοστοι, «βάρβαροι». Αυτός είναι ο βαθύτερος λόγος που δεν επιλύονται οι διαφορές, η ανάγκη των περισσότερων Ελλήνων να αντιπαθούν ή να μισούν τους Τούρκους ως «βάρβαρους», ανάγκη σχεδόν υπαρξιακή που έχει σχέση και με την κύρια αιτιολογία της Ελληνικής Επανάστασης.
22
10

ΠΑΣΟΚ και αριστερά: Μια συζήτηση σαράντα χρόνια μετά τη νίκη του ΠΑΣΟΚ στις εκλογές του 1981

Γολέμης: Ισχυρίζομαι ότι στη γιγάντωση του ΠΑΣΟΚ συνέβαλε και η Αριστερά. Ειδικότερα ως προς το ΚΚΕ εσωτερικού, η αδικαιολόγητη μεγάλη χρονική παράταση μετά τη μεταπολίτευση της, σωστής στη δικτατορία, γραμμής της εθνικής, αντιδικτατορικής ενότητας (ΕΑΔΕ), το απομάκρυνε από τον λαϊκό, αντιδεξιό ριζοσπαστισμό, τον οποίο καρπώθηκε το ΠΑΣΟΚ και εν μέρει το ΚΚΕ. Γενικά η Αριστερά ήταν αμήχανη απέναντι σ’ αυτό το νέο δυναμικό κόμμα που εμφανιζόταν ως ένα πατριωτικό, αντιδεξιό, και αντιιμπεριαλιστικό «σοσιαλιστικό κίνημα», επιδίωκε την απαλλαγή της χώρας από την «εξάρτηση», και μια ριζική αλλαγή της ελληνικής κοινωνίας προς όφελος των «μη προνομιούχων» (μιας διαταξικής κατηγορίας στην οποία κυρίαρχο ρόλο είχαν τα μεσαία στρώματα). Πάντως, τουλάχιστον μέχρι το 1981, τόσο το ΚΚΕ εσωτερικού όσο και το ΚΚΕ δεν επιθυμούσαν τη σύγκρουση με το ΠΑΣΟΚ. Στο ΚΚΕ εσωτερικού ένας μέρος της ηγεσίας φλέρταρε με την ιδέα ότι αυτό ως ένα «ιδιότυπο» σοσιαλιστικό κόμμα θα μπορούσε να είναι μια συμμαχική δύναμη στο πλαίσιο του «δημοκρατικού δρόμου προς τον σοσιαλισμό», σε αντίθεση με τις κλαδικές οργανώσεις του κόμματος ΚΚΕ, κυρίως στο δημόσιο και τις τράπεζες, που είχαν μεγάλη αντιπαλότητα με το συνδικαλιστικό ΠΑΣΟΚ, την ΠΑΣΚΕ, ιδιαίτερα μετά το 1981. Σχετικά θετική ήταν και στάση του ΚΚΕ απέναντι σ’ αυτό το «μικροαστικό» κόμμα με το οποίο επιδίωκε μια λαϊκομετωπική συμμαχία κατά της Δεξιάς, δεδομένης και της κοινής τους θέσης κατά της ΕΟΚ και του ΝΑΤΟ. Σ’ αυτό το γενικό κλίμα, εξαίρεση στον χώρο της ανανεωτικής κομμουνιστικής και ευρύτερης Αριστεράς αποτέλεσε η θέση του Άγγελου Ελεφάντη και της ομάδας του περιοδικού Ο Πολίτης, που θεωρούσαν το ΠΑΣΟΚ προσωποπαγές λαϊκιστικό κόμμα το οποίο δεν είχε καμιά σχέση με τον σοσιαλισμό, και πρότειναν την ιδεολογική και πολιτική σύγκρουση μαζί του. Αντιπαλότητα προς το ΠΑΣΟΚ εκείνη την περίοδο, προ του 1981, είχε μια ενδογενή δυσκολία άρα και περιορισμούς. Το γενικό φρόνημα ήταν να φύγει η Δεξιά και επομένως το μέχρι πού θα πας την κριτική σου ήταν δύσκολο. Όταν, μάλιστα, ντε φάκτο αυτό έπειθε ότι το μπορεί και όχι η Αριστερά.
22
10

Κώστας Μελάς: «Η Ελλάδα ουσιαστικά βρίσκεται πάλι στην κατάσταση πριν το μνημόνιο»

Μια νέα αβεβαιότητα είναι η αύξηση του πληθωρισμού, δηλαδή η μείωση της αγοραστικής δύναμης, δεδομένου ότι η κυβέρνηση δεν είναι υπέρ της αποκατάστασης της εισοδηματικής απώλειας των κατώτερων και μεσαίων εισοδηματικών στρωμάτων, πχ, με αύξηση του κατώτατου μισθού ή των μισθών, γενικά. Πιθανότητα η μείωση της αγοραστικής δύναμης θα συμβάλλει στην επιβράδυνση της μεγέθυνσης το 2022. Η δεύτερη αβεβαιότητα έρχεται από την Ευρώπη. Τον Μάρτιο του 2022 λήγει το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων λόγω πανδημίας, όπου έχει συμπεριληφθεί και η Ελλάδα, αν και δεν έχει την επενδυτική βαθμίδα. Θα πρέπει να περιμένουμε, λοιπόν, να δούμε ποια θα είναι η συνέχεια στη νομισματική πολιτική της ΕΕ. Χωρίς τη βοήθειά της δεν θα είχαμε αυτό το κόστος χρήματος για την Ελλάδα, αυτές τις αποδόσεις για τα ελληνικά ομόλογα. Υπάρχει, πάντα, και η αβεβαιότητα της πανδημίας, αλλά φαίνεται πως η κυβέρνηση έχει αποφασίσει να μην πάρει μέτρα τύπου γενικού λοκντάουν ή παρεμφερή, αλλά παραμένει παράγοντας αβεβαιότητας. Πηγή αβεβαιότητας είναι και η αύξηση των τιμών της ενέργειας που θα επιβαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό, εάν επιβεβαιωθούν οι εκτιμήσεις των ειδικών ότι υψηλές τιμές θα κρατήσουν, τουλάχιστον, έως τον Απρίλιο. Αυτό θα συνιστά σημαντικότατη επιβάρυνση και στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, αλλά και στην αύξηση του δημοσιονομικού κόστους, το οποίο υπολογίζεται, πάνω από 4,5 δισ. ευρώ. Αν σ’ αυτή την απώλεια προσθέσουμε και τον Προϋπολογισμό που προβλέπει, το 2022, ότι πρέπει να μειωθεί το δημοσιονομικό έλλειμμα από τα 10,5 – 11 δισ. στα 2 δισ. πρόκειται για τεράστιες μειώσεις, που θα χρειαστεί να γίνουν. Τέταρτη πηγή αβεβαιότητας προκύπτει από το αν ανακληθούν τα μέτρα στήριξης. Κανένας δεν ξέρει σε ποια θέση θα βρεθούν όλες αυτές οι κοινωνικές κατηγορίες που μέχρι σήμερα βρίσκονται σε προσωρινή αναστολή των υποχρεώσεών τους. Αυτές οι μεταβιβάσεις στήριξαν, σε ένα βαθμό, τη μεγέθυνση του 2021.
20
10

Σωτήρης Αλεξίου: «Τα όνειρα των νέων θα πάρουν “εκδίκηση”»

Οι καταστροφικές πυρκαγιές που έπληξαν όλη τη χώρα το καλοκαίρι που μας πέρασε, το μεγαλύτερο πλήγμα των οποίων το βίωσαν οι κάτοικοι της Β. Εύβοιας, έθεσαν την αυτονόητη για εμάς προτεραιότητα να κινητοποιήσουμε πανελλαδικά τις οργανώσεις μας και να βοηθήσουμε με κάθε τρόπο. Από τις πρώτες κιόλας μέρες βρεθήκαμε στην Β. Εύβοια τόσο για να διανείμουμε ήδη πρώτης ανάγκης, που συλλέχθηκαν ύστερα από την πανελλαδική καμπάνια που οργάνωσε η Νεολαία ΣΥΡΙΖΑ μαζί με τον ΣΥΡΙΖΑ σε συνεργασία με την Αλληλεγγύη για Όλους, όσο και για να προσφέρουμε ανθρώπινο δυναμικό για χειρωνακτικές εργασίες αποκατάστασης των καταστροφών που δημιούργησαν οι πυρκαγιές. Ως μια οργάνωση που δρα με γνώμονα την κοινωνική χρησιμότητα και στο παρελθόν έχουμε πραγματοποιήσει αντίστοιχες δράσεις, όπως την αποκατάσταση ζημιών από πλημμύρες στην Εύβοια, πάντα με κίνητρο την αλληλεγγύη, που αποτελεί δομική αξία της κοινωνίας που παλεύουμε να οικοδομήσουμε.
20
10

Νίκος Μπελαβίλας: «Η πρόληψη των καταστροφών είναι ζήτημα πολιτικής βούλησης, χρόνος υπήρχε»

Ήταν πράγματι αναμενόμενη η πλημμύρα [στη Βόρεια Εύβοια]. Δεν έχω γνώση του φυσικού ανάγλυφου της περιοχής, αλλά αυτό που ξέρουμε σίγουρα είναι ότι πρόκειται για ψηλά βουνά, με τους χειμάρρους να κατεβαίνουν μέσα στις παράκτιες πόλεις, που οι περισσότερες είναι χτισμένες στις εκβολές των χειμάρρων. Σε αυτή την περίπτωση, ο τρόπος που μπορείς να αντιμετωπίσεις τα πλημμυρικά φαινόμενα, είναι να βάλεις εκσκαφείς να ανοίξουν γρήγορα τις κοίτες, ώστε να απελευθερωθεί χώρος για το νερό και να μην καταστρέψει τα πάντα στο διάβα του. Όπως είδαμε από τις εικόνες στη Β. Εύβοια, το νερό έχει σπάσει την άσφαλτο, που σημαίνει ότι το εμπόδιζε να τρέξει άνετα. Άρα, κάπου εκεί λείπει μια κοίτη. Έχει σπάσει, επίσης, τσιμέντα, άρα κάποιο τοιχίο εμπόδιζε το νερό να περάσει. Αυτό που πρέπει να κάνουμε εμείς, είναι να του ανοίξουμε χώρο, ώστε να μην συμβαίνουν τέτοιες καταστροφές. Δεν συζητάω δε για τις κατασκευές μέσα στις κοίτες των ρεμάτων, αυτές πρέπει να φύγουν άμεσα. Στην επιστήμη της πολεοδομίας, των δασικών και υδάτινων πόρων, αυτό που ξέρουμε, είναι ότι ένα ρέμα πρέπει να μένει αδόμητο σε πλάτος 50 μέτρων, ώστε να υπάρχει η κοίτη υπερχείλισης, όχι μόνο η φυσιολογική συνηθισμένη κοίτη που μπορεί να έχει πλάτος λίγα μέτρα. Μόνο έτσι μπορεί να γλιτώσει μια πόλη. Να σημειώσουμε ότι στο Λεκανοπέδιο Αττικής δεν έχουμε πουθενά τέτοιες κοίτες υπερχείλισης, παρά μόνο στο νότιο κομμάτι του Θριασίου, στο ύψος της Χαλυβουργικής. Στην Εύβοια τώρα ποταμάκια ενός μέτρου έγιναν 10μετρα και 20μετρα. Το δεύτερο έργο που θα έπρεπε να είχε γίνει, είναι να φτιαχτούν μικρά φράγματα ανάσχεσης ψηλά στο ξεκίνημα της ροής, κατασκευασμένα με τους καμένους κορμούς στα δάση, δημιουργώντας αναβαθμούς, ώστε να κυλίσει το νερό με μικρότερη ταχύτητα προς τα κάτω. Αυτά τα κορμοδέματα δημιουργούν όρους ανάσχεσης του νερού και συγκρατούν τα εδάφη, στοιχείο πολύ σημαντικό για να μην δημιουργηθούν λασποχείμαρροι και κατολισθήσεις. Καθώς οι καμένες πλαγιές των βουνών «ξεπλένονται» με τις βροχές, τα χώματα δεν συγκρατούνται πλέον από τη βλάστηση, τους θάμνους, το χορτάρι, τα δένδρα, τις ρίζες. Αυτά πρέπει να φτιαχτούν και στην Πάρνηθα, κάτι που δυστυχώς δεν έχει συμβεί ακόμα. Ετούτα έπρεπε να έχουν γίνει άμεσα μετά τις πυρκαγιές. Και παρά τα λεγόμενα της κυβέρνησης, σε ενάμιση μήνα θα μπορούσαν να είχαν γίνει πάρα πολλά, αν όχι όλα. Είναι αρκετός χρόνος για να καθαριστούν τα ρέματα και να διευρυνθεί η κοίτη τους και είναι αρκετός, ώστε να φτιαχτούν χιλιόμετρα φραγμάτων με κορμοδέματα. Υπό την προϋπόθεση, βέβαια, ότι θα προσλάβει η κυβέρνηση εκατοντάδες υλοτόμους, δασικούς εργάτες για τα δάση, εκσκαπτικά μηχανήματα και εργάτες για τις πόλεις για να υλοποιηθούν τα έργα. Αν εκτιμά πως είμαστε σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, έπρεπε να το είχε κάνει. Το ξέραμε από τον Αύγουστο αυτό. Φωνάζαμε όλοι, και επιστήμονες και τοπική αυτοδιοίκηση. Από τότε έχουν γίνει πόσες αμφιβόλου αναθέσεις για άλλα θέματα, αλλά τίποτα για την υλοποίηση αυτών των έργων. Είναι ζήτημα πολιτικής βούλησης, λοιπόν, να υπάρχει πρόληψη των καταστροφών. Αυτή θα έπρεπε να είναι η στρατηγική της πολιτείας. Στρατηγική δεν είναι να χτυπάει απλά το 112, όταν θα γίνεται η καταστροφή.
13
10

Κωστής Παπαϊωάννου: «Όταν αφήνεται το γήπεδο ελεύθερο, φυσικά η ακροδεξιά θα παίξει μπάλα»

Όπως έχει γίνει σε όλη την Ευρώπη, έτσι και εδώ, η Ακροδεξιά βρίσκει χώρο και κινείται. Η Ακροδεξιά προβάλλεται πια ως θεματοφύλακας των κοινωνικών δικαιωμάτων και προστάτρια των ατομικών ελευθεριών. Ύφεση και μέτρα κατά της πανδημίας είναι εύφορο έδαφος για τέτοια καπηλεία. Όταν αφήνεται το γήπεδο ελεύθερο, φυσικά η Ακροδεξιά θα παίξει μπάλα, θα μιλήσει σε όσους πληρώνουν τη νεοφιλελεύθερη διαχείριση. Θα τους μιλήσει για χαμένες ταυτότητες και το έθνος που κινδυνεύει. Δεν υπήρξε πειστική απάντηση από την Αριστερά. Αλήθεια, τι λέει κάποιος σε έναν κόσμο που πλήττεται από την ύφεση, την ανεργία, την πανδημία, τα περιοριστικά μέτρα; Δεν πρέπει να σκεφτούμε μόνο τι θα κάνουμε απέναντι στην Ακροδεξιά, αλλά τι θα πούμε σε αυτόν τον κόσμο, που να είναι ειλικρινές, ουσιώδες και πειστικό. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι μέχρι τότε αφήνεις τους νεοφασίστες να αλωνίζουν. Είναι πολύ σημαντική η ενσώματη παρουσία μας στον δημόσιο χώρο, γιατί όπου έχει παραδοθεί στη βίαιη δράση τους, τον έχουν κυριέψει και δύσκολα τον ανακτάς, το είδαμε αυτό μετά το 2010. Και σίγουρα θα πρέπει να συνεχίσουμε να πιέζουμε τους θεσμούς να κάνουν τη δουλειά τους. Δεν είναι μια αντιπαράθεση θεωρητική, ούτε μια μάχη μόνο της Αριστεράς απέναντι στην Ακροδεξιά, είναι μια μάχη επιβίωσης της Δημοκρατίας. Και δεν χρειάζεται εγρήγορση μόνο απέναντι στους νεοναζί, αλλά και την Alt-right που ωθεί προς μια ανελεύθερη δημοκρατία τύπου Ουγγαρίας. Είναι εδώ το πρόβλημα, στη χώρα μας. Χρειάζεται ευρεία πολιτική συμπαράταξη για την αντιμετώπισή της. Είναι στενά πλέον τα περιθώρια.
03
10

Βάλια Αρανίτου: «Ενοχλεί το οικοσύστημα των μικρών επιχειρήσεων»

Που ενοχλούν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις την ελληνική οικονομία όταν δεν απορροφούν ούτε δάνεια ούτε κονδύλια; Παράλληλα, η παρουσία τους στην οικονομία δεν δημιουργεί κανένα απολύτως πρόβλημα στο να γίνουν μεγάλες επενδύσεις. Και ύστερα, η κυβέρνηση που σκίζει τα ιμάτιά της για να γίνουν start up επιχειρήσεις, τώρα γιατί τις πνίγει; Είναι ελάχιστες οι περιπτώσεις των start ups που γίνονται μεγάλες επιχειρήσεις και εξαγοράζονται. Οι περισσότερες παραμένουν μικρές, αλλά δυναμικές μονάδες. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, λοιπόν, πρώτον, κρατούν την κοινωνική συνοχή. Δεύτερον, δίνουν δουλειά σε ανθρώπους που προσπαθούν να επιβιώσουν στη νέα δύσκολη φάση που μπαίνουμε. Τρίτον, κρατάνε τη δομή των πόλεων ζωντανή. Αυτά δεν τα σκέφτονται; Τι θα συμβεί αν εκλείψουν; Θα πατήσουμε ένα κουμπί και θα γίνει αλλαγή μοντέλου; Χωρίς, μάλιστα, να υπάρχει δίχτυ ασφαλείας για αυτούς τους ανθρώπους; Με ένα τεχνητό τρόπο, όπως συνέβη και με την Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής, που άφησε χιλιάδες παιδιά εκτός πανεπιστημίων, αποφασίζουν να πετάξουν έξω από την οικονομία αυτές τις επιχειρήσεις, με σχέδιο.
24
09

Οι εξαγγελίες του πρωθυπουργού είναι ο ορισμός των ταξικών μέτρων

Από το ξεκίνημα της υγειονομικής κρίσης, κατέστη απολύτως σαφές ότι ο ρόλος του κράτους είναι αποφασιστικός για τη μείωση των συνεπειών της και για την αντιμετώπισή της. Δυστυχώς, οι νεοφιλελεύθερες εμμονές της ΝΔ, οι επιλογές της για εξυπηρέτηση συγκεκριμένων στόχων και συμφερόντων, δεν επέτρεψαν στο κρατικό μηχανισμό να είναι αποτελεσματικός στη διαχείριση της κατάστασης. Η έμφαση δόθηκε στην καταστολή, με αποκορύφωμα τα γεγονότα της Νέας Σμύρνης. Η ουσιαστική ενίσχυση του ΕΣΥ, που –πάρα τα όσα λέγονται για την αποτελεσματικότητα του ιδιωτικού τομέα– σήκωσε σχεδόν αποκλειστικά το βάρος της πανδημίας, δεν ήρθε ποτέ. Μείναμε στο χειροκρότημα και στις προσλήψεις ορισμένου χρόνου, ενώ, μεσούσης της κρίσης, ανακοινώθηκαν συγχωνεύσεις και κλείσιμο περιφερειακών νοσοκομείων. Όχι ενίσχυση της πρωτοβάθμιας φροντίδας! Στην παιδεία, αύξησαν μέσα στην πανδημία τον αριθμό των παιδιών στις αίθουσες, ούτε μερίμνησαν για τον έλεγχο των κρουσμάτων, ούτε καν τα πιο απλά, όπως μια θερμομέτρηση κατά την είσοδο στις τάξεις. Τα σχολεία έμειναν κλειστά σχεδόν ολόκληρη την περσινή χρονιά, ενώ τα πανεπιστήμια δεν άνοιξαν καθόλου. Και φέτος που άνοιξαν είχαν κοπεί οι μισές θέσεις. Στην πολιτική προστασία, είδαμε τα αποτελέσματα του επιτελικού κράτους στις μεγάλες πυρκαγιές του καλοκαιριού. Οι έως τώρα επιλογές τους έφεραν μια από τις μεγαλύτερες οικολογικές καταστροφές που έχει βιώσει η χώρα. Για όλα αυτά δεν ακούσαμε κουβέντα από τον πρωθυπουργό. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει κάνει εποικοδομητική κριτική παρουσιάζοντας ταυτόχρονα ρεαλιστικές προτάσεις και ένα συνολικό εναλλακτικό σχέδιο. Στην ατζέντα του η ενίσχυση της δημόσιας παιδείας και υγείας, αλλά και της πολιτικής προστασίας, ήταν πάντοτε ψηλά. Η δημοσιονομική χαλάρωση που επέφερε η κρίση θα ήταν ευκαιρία να ενισχυθούν ακόμα παραπάνω, ενώ η ΝΔ την είδε ως ευκαιρία να ενισχύσει, για μια ακόμα φορά, τους ισχυρούς. Αν η κριτική είναι ότι οι θέσεις αυτές δεν ακούγονται όσο θα έπρεπε θα συμφωνήσουμε. Αλλά δεν βρισκόμαστε ακριβώς και σε ένα αντικειμενικό μιντιακό περιβάλλον. (...) Αυτό αποτελεί μία από τις βασικές υποθέσεις του νεοφιλελευθερισμού. Είναι το γνωστό «trickle -down economics», όπου η μεγέθυνση της πίτας αυτόματα θα φέρει υποτίθεται οφέλη σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, και άρα είναι η μόνη ασφαλής και διατηρήσιμη μέθοδος για να μειωθεί η φτώχεια. Μάλιστα η κυβέρνηση –και ευρύτερα η δεξιά παγκοσμίως– δεν λέει μόνο ότι με την ανάπτυξη θα μειωθούν φτώχεια και ανισότητες, αλλά πάει ένα βήμα παραπέρα και λέει ότι για να τονωθεί η ανάπτυξη, ο μόνος δρόμος είναι η μείωση της φορολογίας στις επιχειρήσεις (και το κεφάλαιο γενικότερα – βλέπε μείωση φόρου συγκέντρωσης κεφαλαίου της ΝΔ) ως μονόδρομος για την ενίσχυση των επενδύσεων. Η προσέγγιση αυτή όχι απλώς δεν υποστηρίζεται από τα πραγματικά δεδομένα, αλλά έχει αρχίσει να αμφισβητείται ανοιχτά από τις περισσότερες κυβερνήσεις των ανεπτυγμένων κρατών. Αν κοιτάξει κανείς τα δεδομένα των τελευταίων 50 ετών θα δει ότι ενώ είχαμε ανάπτυξη και αυτή συνοδεύτηκε από αύξηση των αποδόσεων για το κεφάλαιο, δεν συνέβη το ίδιο για την εργασία. Το αντίθετο μάλιστα, οι πραγματικοί μισθοί παραμένουν σχετικά στάσιμοι και το μερίδιο της εργασίας μειώνεται. Για αυτό βλέπουμε αύξηση ανισοτήτων και φτώχειας. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να επιδιώκουμε την ανάπτυξη, αλλά ότι στη συζήτηση πρέπει να μπαίνουν και ζητήματα του πώς και του για ποιους. Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο ότι ακόμη και ο αμερικανός πρόεδρος Μπάιντεν, πριν από μερικούς μήνες, μίλησε ανοιχτά για αποτυχία των «trickle - down economics» και ανέδειξε ως μοχλό ανάπτυξης την ενίσχυση της εργασίας και γενικότερα των εισοδηματικά χαμηλών και μεσαίων στρωμάτων.
21
09

Μιχάλης Σπουρδαλάκης: «Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να αλλάξει στρατηγική επειγόντως»

[Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει] να αξιοποιήσει τη χαμένη ευκαιρία που δίνει η πανδημία. Πρέπει να αλλάξει στρατηγική επειγόντως. Να συνδέσει το αίτημα της διασφάλισης της δημοκρατίας, όχι μόνο ως κράτους δικαίου αλλά και με εκείνο της κοινωνικής δικαιοσύνης. Αυτό θεωρώ μπορεί να ανασκευάσει κάποια από τα λάθη, της τελευταίας διετίας, που πλήγωσαν όχι μόνο την εικόνα, αλλά την ψυχή του ΣΥΡΙΖΑ (Ελληνικό, εργασιακό νομοσχέδιο, προτάσεις για υπουργούς κοινής αποδοχής κ.ά.). Φυσικά θα πρέπει να εξακολουθεί να έχει κυβερνητική οπτική και στόχευση. Ο ΣΥΡΙΖΑ αναλαμβάνει κυβερνητικές ευθύνες γιατί θέλει πάντα να απαλύνει τον πόνο των ανθρώπων που δημιουργεί ο καπιταλισμός. Εκτός από αυτό –που έκανε παλιά η σοσιαλδημοκρατία όταν μπορούσε- ο ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να εμφανιστεί και ως η αριστερά που δίνει όραμα και προοπτική στο επίπεδο της Δημοκρατίας αλλάζοντας τους συσχετισμούς και μεταφέροντας δύναμη στις υποτελείς τάξεις και στρώματα. (...) Πράγματι το ενδεχόμενο [να συσσωρευτεί η κοινωνική δυσαρέσκεια και ο ΣΥΡΙΖΑ να εκπροσωπήσει ξανά μαζικά αιτήματα της κοινωνίας] είναι πολύ πιθανό και ο ΣΥΡΙΖΑ μπροστά σε αυτή την προοπτική πρέπει να ανακτήσει επειγόντως την αξιοπιστία του, αναδεικνύοντας τα δικά του κεκτημένα, αναγνωρίζοντας και επικαιροποιώντας τη δική του πολιτική. Δεν μπορεί να αναμένει κανείς από τον ΣΥΡΙΖΑ να αποκτήσει μια σχέση με την κοινωνία ΠΑΣΟΚ-ΚΚΕ λογικής, μιας λογικής δηλαδή που παρεμβαίνει στην κοινωνία ως κόμμα, σπρώχνοντάς την σε άκαμπτες προειλημμένες αποφάσεις. Δεν ξέρει να το κάνει, και ευτυχώς. Γιατί και εδώ οφείλεται η μεγάλη του επιτυχία. Πρέπει να μπει στο κοινωνικό πεδίο με όποιες δυνάμεις έχει, αξιοποιώντας αυτά που ξέρει. Ότι δηλαδή είναι δίπλα στην κοινωνία, μαθαίνει από αυτήν, σέβεται τις προοπτικές που αυτή επιλέγει, διατυπώνει τις διαφωνίες του, συνθέτει και προχωρά. Πρέπει να δείξει ο ΣΥΡΙΖΑ ότι απέναντι σε μια κυβέρνηση που υπονομεύει συστηματικά ακόμη και τα ελάχιστα της κοινωνικότητας έχει άλλη πρόταση και προοπτική. Σε αυτό το πλαίσιο για παράδειγμα να ανοίξει τη συζήτηση για το πώς θα θέσει ολόκληρο το σύστημα υγείας υπό κοινωνικό έλεγχο.