Εφημερίδα Εποχή

26
05

Αλεξάνδρα Κορωναίου: Η κυβερνητική “στήριξη” στους νέους είναι υποκριτική

Το περασμένο εξάμηνο, στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, διερευνήσαμε μέσω μιας ποιοτικής έρευνας τα βιώματα της πανδημίας στους νέους σε τρεις διαστάσεις: πώς βίωσαν το πρώτο λοκντάουν, πώς βίωσαν την τηλεκπαίδευση στα πανεπιστήμια όσοι βρίσκονταν σε αυτήν τη διαδικασία και τη λεγόμενη «μάχη της πλατείας». Διαπιστώσαμε ότι από την αρχή της πανδημίας οι νέοι ένιωσαν να στοχοποιούνται και να ενοχοποιούνται με αφετηρία το κυβερνητικό αφήγημα: οι νέοι δεν κινδυνεύουν από τον ιό αλλά είναι φορείς του. Οι νέοι επωμίστηκαν ως καθήκον και χρέος να περιορίσουν τις μετακινήσεις, τις επαφές, τις σχέσεις, τις σπουδές τους αλλά και την εργασία τους. Μετά το πρώτο σοκ, οι νέοι άρχισαν να αναζητούν μια «αναπλαισίωση» για να αντιμετωπίσουν μια πρωτόγνωρη και τραυματική κατάσταση. Τότε άρχισαν να βιώνουν τις κοινωνικές και ψυχολογικές συνέπειες της διαχείρισης αυτής. Στην έρευνά μας περιγράφουν μια σειρά από απώλειες: την ελευθερία, την εγγύτητα, το φλερτ, τον έρωτα, τη φιλία, κ.ά. Περιγράφουν επίσης μια σειρά από ψυχοσωματικά συμπτώματα, από πονοκεφάλους μέχρι κρίσεις πανικού και κατάθλιψη. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε όλη αυτή την περίοδο καταγράφεται σε ευρωπαϊκό τουλάχιστον επίπεδο αύξηση των αυτοκτονιών και της χρήσης ψυχοτρόπων ουσιών στους νέους. Η επόμενη φάση αφορούσε την προσπάθεια διαχείρισης του χρόνου και του χώρου τους, αφού είχαν απωλέσει τις χρονικές και χωρικές αναφορές τους, ιδιαίτερα ανάμεσα στον εργάσιμο-σχολικό χρόνο και τον ελεύθερο χρόνο. Παράλληλα, όλες οι δραστηριότητές είχαν συμπυκνωθεί στο χώρο του σπιτιού και μπροστά από μια οθόνη, είχαν δηλαδή απωλέσει την επαφή τους με το δημόσιο χώρο και την κοινωνικότητα.
25
05

Πολυμέρης Βόγλης: Ας είμαστε προετοιμασμένοι για το απρόβλεπτο

Κίνημα νεολαίας, όπως αυτό προηγούμενων εποχών, δεν μπορεί να υπάρξει. Η νεολαία σήμερα έχει άλλες ευαισθησίες από αυτές που είχαμε συνηθίσει, άλλους τρόπους κοινωνικότητας, ενημέρωσης, έκφρασης. Πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι υπάρχει ένα χάσμα. Διαμορφώνονται δύο κόσμοι, οι οποίοι δεν επικοινωνούν μεταξύ τους. Υπάρχει ένα μεγάλο κομμάτι της νεολαίας που είναι μορφωμένο, ζει και εργάζεται στην επισφάλεια και πολύ εύκολα στοχοποιείται από την κυβέρνηση για οτιδήποτε αρνητικό συμβαίνει στην κοινωνία. Επιπλέον, είναι δύσπιστοι απέναντι στα κόμματα και ο λόγος των πολιτικών δεν «περνά» στους νέους ανθρώπους. Δεν υπάρχει κοινή γλώσσα. Θα πρέπει, λοιπόν, να πάρουν τον λόγο. Να μιλήσουν. Να αποκτήσουν συλλογική φωνή. Και αυτό είναι ένα ακόμα τεράστιο ερωτηματικό. Πώς θα βγει αυτό προς τα έξω; Οι νέοι δεν ανέχονται την καταπάτηση των δικαιωμάτων τους, τον πατερναλισμό, τη χειραγώγηση, τον αυταρχισμό και τη βία. Αυτά συνιστούν μια καλή αφετηρία για να διεκδικήσουν το μέλλον τους,  ένα μέλλον που η κυβέρνηση δεν μπορεί να τους προσφέρει.
21
05

Έχει γίνει δύσκολο να παρουσιάσεις την αντίθετη άποψη στην Ελλάδα

Θα είμαι ειλικρινής. Αναστατώθηκα από τη μακροσκελή ανακοίνωση του υπουργείου Πολιτισμού που με κατηγορούσε για το ρεπορτάζ μου για την Ακρόπολη. Αναστατώθηκα, γιατί δεν είχα ποτέ δεχθεί ανάλογη επιστολή.
30
04

Πάνος Σκουρλέτης: Από την υπεράσπιση του 8ωρου στη διεκδίκηση ενός νέου πλαισίου αναβάθμισης της εργασίας

Οι αλλαγές που εμπεριέχονται στο νομοσχέδιο του κ. Χατζηδάκη δεν είναι κεραυνός εν αιθρία. Αποτελούν συνέχεια αλλαγών εις βάρος του κόσμου της εργασίας, που είχαν προωθηθεί την περίοδο των μνημονίων, αλλά και πριν από αυτά αποτελούσαν βασικές θέσεις και αιτήματα του ΣΕΒ. Ουσιαστικά, έρχονται να ολοκληρώσουν την απόλυτη ελαστικοποίηση και υποβάθμιση της εργασίας. Κορυφαίο είναι το θέμα της καταστρατήγησης του οκταώρου και των απλήρωτων υπερωριών, με στόχευση μέσω αυτού του μηχανισμού να μειωθεί το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων. Να σημειώσουμε ότι τα χρόνια της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ σπάσαμε ένα ρεκόρ, είχαμε το μεγαλύτερο ποσοστό πληρωμένων υπερωριών από συστάσεως του ελληνικού κράτους και αυτό γιατί το ΣΕΠΕ (Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας) έπαιζε τον ρόλο του. Δεν είναι τυχαίο ότι πριν έρθει το νομοσχέδιο Χατζηδάκη έχουν ήδη φροντίσει να απαξιώσουν το ΣΕΠΕ, ενώ η Ελλάδα είναι μια χώρα με ένα από τα πιο ξεχαρβαλωμένα εργασιακά πλαίσια. Παρόλα αυτά, η κυβέρνηση δια του κ. Χατζηδάκη, ο οποίος άλλωστε έχει γίνει πια ειδήμονας στην εισήγηση και διεκπεραίωση σκληρών νεοφιλελεύθερων πολιτικών, εμφανίζει το νομοσχέδιο σαν μια ελεύθερη δυνατότητα και επιλογή του εργαζόμενου να διευθετεί το χρόνο εργασίας του. Δεν πρόκειται περί αυτού. (...) Νομίζω ότι για το κυριότερο που έχει να εγκαλέσει κανείς την κυβέρνηση είναι ότι δεν μπόρεσε να έχει μια συνεκτική πολιτική απέναντι στην πανδημία, τουλάχιστον μετά το πρώτο κύμα. Κάθε φορά παίρνονται αποσπασματικά μέτρα, χωρίς να απαντάνε στις ανάγκες. Το είδαμε στα σχολεία, στα μέσα μαζικής μεταφοράς, στο δημόσιο σύστημα υγείας. Για αυτά είναι ασυγχώρητοι. Αν είχαν γίνει, είναι βέβαιο ότι θα είχαμε μικρότερο αριθμό κρουσμάτων. Δεν το έκανε διότι είναι δέσμια μιας ιδεοληπτικής προσέγγισης, αλλά και διότι ασκεί πολιτική αποθεώνοντας την επικοινωνία και τον τακτικισμό. Θεωρεί ότι έτσι μπορεί να ανταπεξέλθει, αλλά μια τέτοια τακτική έχει κοντά ποδάρια. Για αυτό φτάσαμε να είμαστε σε μια από τις χειρότερες θέσεις ως προς τις απώλειες ανά εκατομμύριο κατοίκους.
28
04

Nίκος Θεοχαράκης: «Για ποια επανεκκίνηση μιλάμε; Αυτά είναι για τους αφελείς»

Η κυβέρνηση δεν έχει πλέον σχέση με την προηγούμενη Δεξιά, την κυβέρνηση του Α. Σαμαρά και το τρίπτυχο «πατρίς-θρησκεία-οικογένεια». Τείνει ένα κομμάτι της ακόμα προς τα εκεί, αλλά η πλειονότητά της δεν έχει κανενός είδους αναστολή, για τίποτα. Είναι εντυπωσιακός ο τρόπος που γίνεται η διασπάθιση της δημόσιας περιουσίας. Δεν τηρούνται καν τα προσχήματα, γίνονται όλα χωρίς περίσκεψη και χωρίς αιδώ. Και με τη στήριξη των καλοταϊσμένων ΜΜΕ, των δημοσιών υπαλλήλων που βιώνουν το σύνδρομο της Στοκχόλμης από την εποχή της τρόικας, του δικαστικού σώματος που πάντα στεκόταν στο πλευρό της Δεξιάς. Έχουν, δηλαδή, τα πάντα με το μέρος τους, εκτός από την πραγματικότητα. Αυτή η λεηλασία δεν έχει ξαναγίνει, και μάλιστα επαίρονται που τα έδωσαν όλα. Δείτε, για παράδειγμα, την τούρτα γενεθλίων του κ. Χατζηδάκη ως τον σούπερμαν των ιδιωτικοποιήσεων. Προηγούμενα, άλλωστε, ο κ. Γεωργιάδης έλεγε να μην μου παίρνει τη δόξα η τρόικα ή ο κ. Μητσοτάκης δήλωνε περήφανος για τη συρρίκνωση του δημοσίου. Για ποια επανεκκίνηση, λοιπόν, μιλάμε; Αυτά είναι για τους αφελείς. Δεν υπάρχει σχέδιο με μελέτη παραμέτρων και επιλογή εργαλείων. Όταν μάλιστα η οικονομία είναι υπό τη μπότα του χρέους, δεν υπάρχουν ενδείξεις για ανάκαμψη και το σχέδιο για «επενδύσεις» περιορίζεται μόνο στο «φάγωμα», δεν υπάρχει προοπτική. (...) Όσο πηγαίνεις πιο κοντά στη βάση, όταν φτιάξεις ρίζες παντού, είναι πολύ πιο δύσκολο για την κεντρική ηγεσία να υποχωρήσει και να γίνει εφεκτική, καθώς θα έχεις κάνει αλλαγές και ρήγματα στην κοινωνία. Όταν, λοιπόν, ο κόσμος διαμορφώνει ένα άλλο πρόγραμμα, μέσα από την καθημερινή του πρακτική, είναι αυτός που θα υποχρεώσει την ηγεσία να το υποστηρίξει.  Και προφανώς η λογική των μεγάλων μοντέλων και των μεγάλων ηγετών που θα φέρουν τις αλλαγές έχει παρέλθει. Πλέον, ο μόνος τρόπος για να ξαναέρθει στο προσκήνιο ο ρόλος των μαζών, είναι να φτιάξεις εστίες αντίστασης παντού στο επίπεδο της βάσης και ταυτόχρονα να τους δοθεί μια προοπτική. Μια τέτοια συζήτηση, αν μη τι άλλο, πρέπει να ξεκινήσει, ώστε να προκύψει αυτή η επεξεργασία. Αυτό, βέβαια, προϋποθέτει ενεργή παρουσία στους μαζικούς χώρους, με στόχο ένα γενικότερο κοινωνικό όραμα.
18
04

Η νέα εποχή του συνδικάτου

Maurizio Landini: Η πανδημία έδειξε με δραματικό τρόπο τη μη βιωσιμότητα του σημερινού μοντέλου ανάπτυξης, που οδήγησε στη ρήξη των ισορροπιών με τη φύση. Η διάδοση του ιού βοήθησε να αναδυθούν δραματικά αντιθέσεις, που υπήρχαν από καιρό, και επιτάχυνε την ήδη υπάρχουσα κρίση δημοκρατίας. Η εργασία έγινε επισφαλής και υποτιμήθηκε σε τέτοιο βαθμό, ώστε κάποιος να είναι φτωχός ακόμη και αν εργάζεται. Η εξουσία λήψης αποφάσεων συγκεντρώθηκε στα χέρια λίγων. Μετράνε περισσότερο οι μεγάλες πολυεθνικές από τα μεμονωμένα κράτη. Έχουν γίνει όλο και πιο μακρινοί και απρόσιτοι οι χώροι όπου λαμβάνονται καθοριστικές αποφάσεις για όλους μας. Με ρωτάς αν τα έχουμε συνειδητοποιήσει πλήρως όλα αυτά. Εγώ είμαι βέβαιος για ένα πράγμα: απέναντι στο μέγεθος της κρίσης που βιώνουμε, δεν μπορούμε να επιστρέψουμε, όπως κάποιοι μπορεί να νομίζουν, στα ίδια πράγματα που κάναμε πριν. Χρειάζεται μια ριζική αλλαγή: να σκεφτούμε ένα διαφορετικό μοντέλο κοινωνίας. Το συνδικάτο πρέπει κι αυτό να αλλάξει. Μεγάλωσε σε έναν κόσμο στον οποίο οι όροι μεγέθυνση, τεχνολογική πρόοδος, διάχυση της ευημερίας συνέπιπταν. Σήμερα είμαστε απέναντι σε ένα ριζικά νέο πλαίσιο: έχει διαρρηχθεί εκείνη η σχέση που φαινόταν δεδομένη και σταθερή ανάμεσα στην ανάπτυξη και την ευημερία. Εκτός αυτού η μεγέθυνση πρέπει να αναμετρηθεί με ένα νέο θέμα για το συνδικάτο, και όχι μόνο γι’ αυτό: την έννοια του «ορίου», που μας λέει ότι οι φυσικές πηγές -αέρας, νερό, η ίδια η γη- δεν είναι απεριόριστες. Χρειάζεται να αντιληφθούμε ότι το μοντέλο ανάπτυξης που έχει κυριαρχήσει μέχρι σήμερα, θέτει σε αμφισβήτηση τη ζωή των ανθρώπων πάνω στον πλανήτη ή τουλάχιστον την ποιότητά της, πυροδοτώντας ένα νέο μηχανισμό επιλογής μεταξύ πλούσιων και φτωχών. Αυτό είναι το νέο δύσκολο έδαφος πάνω στο οποίο πρέπει να εργαστεί το συνδικάτο. Το θέμα «τι να παράγουμε, πώς να το παράγουμε, για ποιον να παράγουμε» γίνεται καθοριστικό, αν δεν θέλουμε να πληρώσει ο κόσμος της εργασίας το λογαριασμό της κρίσης.
17
04

Kώστας Μελάς: Στην πρόταση κρύβεται η διάλυση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων

Η κατεύθυνση, ο ιδεολογικός προσανατολισμός – ας μην τον ονομάσουμε νεοφιλελεύθερο, παρ’ ότι είναι – υπονοεί το εξής: δώστε χρήματα στις μεγάλες επιχειρήσεις, στους πλούσιους να δαπανήσουν και να επενδύσουν και μετά θα διαχυθεί η ανάπτυξη προς τα κάτω. (...) Οι πλούσιοι, οι μεγάλες επιχειρήσεις ,λοιπόν, να πάρουν τα χρήματα, αυτοί πρέπει να βοηθηθούν για να κάνουν επενδύσεις, να επεκτείνουν τις επιχειρήσεις τους κ.τ.λ., για να έλθει μετά η όποια αύξηση της απασχόλησης, των μισθών ως συνέπεια όχι ως στόχος. Μέσα απ’ αυτή τη λογική, που είναι ξεκάθαρη στην έκθεση Πισσαρίδη και στο προτεινόμενο σχέδιο ανάκαμψης, επιχειρούν, σιωπηλά, να λύσουν κι ένα ακόμη πρόβλημα, τεράστιο, της ελληνικής οικονομίας που συζητάμε εδώ και εξήντα χρόνια, ίσως και παραπάνω. Ποιο είναι αυτό; Εάν θα πρέπει να διαλυθεί ο ιστός των ελληνικών μικρομεσαίων επιχειρήσεων και να δημιουργηθούν στη θέση τους μεγάλες επιχειρήσεις που θα μπορούν να εντάξουν υψηλότερη τεχνολογία, να έχουν οικονομίες κλίμακος, να είναι ανταγωνιστικές κτλ,. Στην πρόταση, νομίζω, κρύβεται και αυτός ο σχεδιασμός. Γι’ αυτό, αποφασίστηκε ότι δάνεια ύψους 12,7δισ. ευρώ, του Ταμείου Ανάκαμψης, θα οδηγηθούν σε ιδιωτικές επιχειρήσεις. Είναι αυτά επί της ουσίας που θα αποτελέσουν την βάση για την “αλλαγή του λεγόμενου παραγωγικού υποδείγματος”. Γι’ αυτό κατευθύνονται μόνο στις μεγάλες ελληνικές αλλά και ξένες επιχειρήσεις που θα συμμαχήσουν με τις ελληνικές γιατί οι τελευταίες προφανώς στερούνται υψηλής τεχνολογίας και δεν διαθέτουν και τα απαιτούμενα υψηλά πιστοληπτικά κριτήρια που έχει θέσει το τραπεζικό σύστημα. (...) Αν σκεφτούμε ότι όλο το βάρος των μνημονίων της προσαρμογής το σήκωσε η μείωση των μισθών του κόσμου της εργασίας - το εργατικό κόστος τη μνημονιακή περίοδο μειώθηκε 27% - για να αυξηθούν τα κέρδη των μεταποιητικών επιχειρήσεων, που όντως αυξήθηκαν τα εννιά χρόνια των μνημονίων, δεν είδαμε εντούτοις να μετατρέπεται η κερδοφορία των επιχειρήσεων σε επενδύσεις. Ούτε σε μείωση τιμών όπως πρεσβεύει το κυρίαρχο οικονομικό δόγμα των μνημονίων, το οποίο, ειρήσθω εν παρόδω, υπηρετεί και η σημερινή κυβέρνηση. Αυτό δηλαδή θέλουν, με την πρόταση, να γίνει πάλι. Δεν είναι, λοιπόν, θεωρητική μόνο η αντιμαχία για τις επενδύσεις. Οι επιχειρηματίες δεν μας έχουν δείξει δείγματα ότι, εάν τους αφήσουμε να κερδίσουν παραπάνω, αυτά τα κέρδη θα τα επενδύσουν ώστε να γίνει η αλλαγή παραγωγικού υποδείγματος κτλ. Υπάρχουν, βεβαίως, κι άλλα ζητήματα. Έχω την εντύπωση, πχ, ότι μ’ αυτό τον τρόπο η αύξηση των επενδύσεων μόνο, σ’ αυτό το περιβάλλον κρίσης, σε καμιά περίπτωση δεν οδηγεί – βραχυχρόνια ίσως μπορεί – σε ένα μακροχρόνιο μονοπάτι ανάπτυξης εάν δεν αυξηθεί, όχι γενικά και αόριστα το διαθέσιμο εισόδημα των εργαζομένων, αλλά εάν ο ρυθμός αύξησης των εργατικών μισθών δεν είναι μεγαλύτερος από τον ρυθμό αύξησης των επενδύσεων, δημόσιων και ιδιωτικών.
16
04

Φανή Κουντούρη: Η εμπιστοσύνη πρέπει να μετατραπεί σε πολιτικό σύνθημα

Ο ΣΥΡΙΖΑ εξέρχεται σταδιακά από μια φάση στρατηγικής αμηχανίας, μετά τις εκλογές του 2019, χωρίς να έχει ανακτήσει στέρεα το βηματισμό του. Και αυτό θεωρώ ότι εν μέρει αντανακλάται στις δημοσκοπήσεις. Στον ΣΥΡΙΖΑ βλέπω δύο όψεις στρατηγικής. Από τη μία, μια μάκρο-στρατηγική όπου ο ΣΥΡΙΖΑ προβάλει το πρόγραμμά του (Μένουμε όρθιοι Ι και ΙΙ, θέσεις για την υγεία, κ.λπ.) και αναδεικνύει ζητήματα δημοκρατίας και δικαιωμάτων. Αναμένω ότι οι προτάσεις θα ενισχυθούν με τα εργασιακά και πρέπει με τα περιβαλλοντικά ζητήματα. Πρόκειται για την οικοδόμηση της εικόνας του ως δύναμης κυβερνητικής και μεταρρυθμιστικής, ως πυλώνας του πολιτικού δικομματισμού. Από την άλλη, εντοπίζω μία μεσο-στρατηγική πολιτικοποίησης ζητημάτων επικαιρότητας που έχουν προκύψει σε αυτό τον πυκνό πολιτικό χρόνο των τελευταίων μηνών. Σε αυτή τη στρατηγική διακρίνω δύο αδυναμίες. Η πρώτη είναι η εξωστρέφεια και η αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ να συνδεθεί με την κοινωνία. Αυτό έχει να κάνει φυσικά με τον αποκλεισμό του από τα ΜΜΕ, αλλά πρέπει να μπορέσει να παρακάμψει τον αποκλεισμό και να συναντηθεί τον κόσμο. Στην κατεύθυνση αυτή, θεωρώ λάθος που δεν έχει συγκροτήσει ειδικές θεματικές επιτροπές, με την αξιοποίηση ειδικών εκτός και εντός κόμματος, ώστε η πολιτικοποίηση των ζητημάτων της επικαιρότητας να μην μένει στο επίπεδο του σχολιασμού αλλά να προσφέρει αντιπροτάσεις στις κυβερνητικές επιδιώξεις. Και, τέλος, υπάρχει ένας επικοινωνιακός θόρυβος που συνδέεται με την εσωστρέφεια του ΣΥΡΙΖΑ, τα ζητήματα εσωκομματικής συνοχής και τις συχνές διαφοροποιήσεις στελεχών. Υπάρχει, τέλος, το ζήτημα της ανάκαμψης της εμπιστοσύνης στο κόμμα αφού έχει επικρατήσει πολύ περισσότερο η εικόνα του ΣΥΡΙΖΑ του Ιουλίου του 2015 παρά του Απριλίου του 2019 και ό,τι κόμισε στο τέλος της διακυβέρνησής του. (...) Αυτό που λείπει είναι ένα αφήγημα που θα είναι ο συνδετικός κρίκος, η συγκολλητική ουσία των επιμέρους στρατηγικών. Διακρίνω και τώρα αυτό που είδαμε στις αρχές του 2010, τη διάρρηξη του πολιτικού δεσμού, που συνδέεται με την κρίση εμπιστοσύνης, την υπερίσχυση αρνητικών συναισθημάτων, την οικονομική απόγνωση, το σπάσιμο του κοινωνικού δεσμού με την στοχοποίηση πληθυσμιακών ομάδων. Θεωρώ ότι χρειάζεται ένας ορατός στόχος μακροπρόθεσμος που θα εμπνέει θετικές προβολές απέναντι ένα δυστοπικό παρόν. Η εμπιστοσύνη είναι καίρια έννοια, όπως και το αίσθημα της ασφάλειας (οικονομικής, επαγγελματικής, συναισθηματικής). Η κοινωνία θέλει να αισθάνεται ασφάλεια, ειδικά σε έναν κόσμο ρωγμών, ρήξεων και πολλαπλών διακινδυνεύσεων. Η εμπιστοσύνη εμπεδώνει τη βεβαιότητα της οικονομικής, υγειονομικής και συναισθηματικής ύπαρξης, αλλά πρέπει να μετατραπεί σε πολιτικό σύνθημα.
13
04

Γιάννης Μπασκόζος: Το άνοιγμα στο πικ της πανδημίας είναι επικίνδυνο και αντιφατικό

Πρώτον, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε τις ρίζες της πανδημίας και την πανθομολογούμενη πια αδυναμία του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος στην αντιμετώπισή της. Υπάρχουν πια πληροφορίες και σκληρά επιστημονικά δεδομένα για την ευθύνη της μαζικής παραγωγής τροφίμων, ειδικά των big farms, όπου διακόπτεται βιαίως η αλυσίδα της φυσικής ανοσοποίησης με τη γρήγορη εναλλαγή των ζώων, όπως και της αλόγιστης οικιστικής επέκτασης σε χώρους που υπήρχε άγρια ζωή. Αυτά αποτελούν τα αίτια της πανδημίας, αλλά το γεγονός ότι πολλές δυτικές, νεοφιλελεύθερες χώρες, όπως και η χώρα μας, δεν τα καταφέρνουν στην αντιμετώπισή της, δεν αποτελεί άλλοθι για την Αριστερά. Οφείλουμε να εργαστούμε σκληρά και να επινοήσουμε προτάσεις και λύσεις για την κοινωνική οργάνωση με βάση την αλληλεγγύη, την ισότητα και την ενίσχυση των δημόσιων συστημάτων υγείας, ώστε οι πανδημίες που θα έρθουν, γιατί θα έρθουν κι άλλες, να μην βρίσκουν τις κοινωνίες μας απροετοίμαστες και να υποχρεούμαστε, χωρίς άλλη λύση, σε αδιέξοδα και καταστρεπτικά λοκντάουνς.
08
04

Eυκλείδης Τσακαλώτος: Θέλουν επενδύσεις με υποβαθμισμένες θέσεις εργασίας που δεν έχουν προοπτική

Έχουμε, παγκοσμίως, παιδιά με μόρφωση, με πτυχία και οι δουλειές που κάνουν δεν επαρκούν ούτε για να νοικιάσουν μια γκαρσονιέρα για να κάνουν οικογένεια. Αυτές οι ανισότητες, λοιπόν, δεν είναι πουθενά, με το πρόγραμμα που κατέθεσε η κυβέρνηση φαίνεται ότι δεν έχει αυτή την εικόνα, δηλαδή ότι οι ανισότητες είναι πρόβλημα. Εντούτοις, το ζήτημα αυτό το συζητά όλη η πανεπιστημιακή κοινότητα, όλοι οι πολιτικοί τα τελευταία δέκα χρόνια. Και στο Eurogroup, ακόμη, είχαμε ειδική συνεδρίαση για τη στασιμότητα των μισθών. Αυτό δεν φαίνεται πουθενά στην πρόταση της κυβέρνησης για το Ταμείο Ανάκαμψης. Αλλά να θέσω και ένα θέμα που προηγείται, ίσως, αυτού που συζητάμε που είναι αυτό της δημοκρατίας. Σήμερα στις 12μ. θα μας παρουσιάσει ο αρμόδιος Υπουργός κ. Σκυλακάκης, σε επιτροπές της Βουλής, την πρόταση της κυβέρνησης για το Ταμείο Ανάκαμψης και μετά 2-3 μήνες, περίπου, θα έλθει προς κύρωση μια συμφωνία. Ε! Αυτό είναι διαβούλευση; Με ποιον συζήτησαν, με ποιους φορείς, τα Επιμελητήρια, τα Συνδικάτα, την Τοπική Αυτοδιοίκηση κ.ά. Αυτό δείχνει μια εικόνα της αντίληψης ότι η οικονομική επιστήμη και οι οικονομικές πολιτικές που συνεπάγεται είναι πάνω από την κοινωνία, πάνω από αντιπαραθέσεις αξιών, προτεραιοτήτων, συμφερόντων άρα δεν χρειάζεται ούτε καν να τις συζητήσουμε γιατί ξέρουμε τη διαδικασία και απλώς είναι θέμα λογικής, ορθολογισμού να εφαρμοσθούν. Εδώ έχουμε ουσιαστική διαφορά. Δηλαδή, εμείς όταν κάναμε την Αναπτυξιακή Στρατηγική το 2018 είχαν προηγηθεί τα περιφερειακά συνέδρια. Είχαμε συναίσθηση ότι η σοφή διαχείριση της γνώσης δεν είναι στον υπουργό Οικονομικών τον Ευκλείδη ή της Ανάπτυξης στον Δραγασάκη ή στο Μαξίμου τον Αλέξη. Όλοι αυτοί έχουν και τις απόψεις και τις ιδέες τους και τις προτεραιότητές τους και το Πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, τώρα που συζητάμε το νέο, προφανώς δεν ξεκινάμε απ’ το πουθενά. Αλλά από την άλλη, δεν έχουμε την αίσθηση της επάρκειας ότι όλα αυτά τα ξέρουμε και δεν χρειάζεται να συζητήσουμε με κανέναν. Ακούγεται αυτό ως διαδικασία αλλά είναι ουσία. Να σου θυμίσω τη συζήτηση πριν απ’ την κρίση, για την ΟΝΕ, όταν πολλοί οικονομολόγοι βλέπαμε ότι κάνουμε μεγάλα ελλείμματα, ότι χάνουμε ανταγωνιστικότητες με τις Βόρειες χώρες κτλ, κτλ. Εκείνο που έθετε στη Βουλή, τότε, ο Γιάννης Δραγασάκης είναι ποιος τα σκέφτεται αυτά τα πράγματα που εντοπίζονταν, ποιος φτιάχνει ένα σχέδιο για να τα αντιμετωπίσουμε, ανεξάρτητα αν ήσουν υπέρ ή κατά του Μάαστριχτ, της ΟΝΕ κ.τ.λ. Από τη στιγμή που βλέπεις ότι δεν πάμε καλά, γιατί το 2005 ήταν αυτό προφανές σε μας, αλλά και σε πολλούς άλλους, το πού πάμε …