Δημήτρης Παπανικολόπουλος

08
02

Δημήτρης Παπανικολόπουλος: Η ιδεολογία φτιάχνεται από κάτω προς τα πάνω

H ιδεολογική στήριξη στο σεβασμό στη διαφορετικότητα δεν επιφέρει μείωση του φόβου για τον άλλο∙ η ιδεολογική κριτική στον πελατειασμό δεν επιφέρει πλήγματα στην κουλτούρα της ιδιοποίησης του δημοσίου∙ η επίθεση στους «νοσταλγούς της χούντας» δεν εξαλείφει την προσέγγιση των κοινωνικών προβλημάτων με όρους νόμου και τάξης∙ η κατηγορία του σκοταδισμού δεν λύνει το πρόβλημα της ανάγκης σημαντικού μέρους της κοινωνίας να υπερασπίζεται την ταυτότητά του ακόμα και με όρους αντικοινωνικούς. Ο φόβος του άλλου, η κουλτούρα ιδιοτελούς ιδιοποίησης του δημοσίου, η πολιτική της ασφάλειας και η θρησκευτική ταυτότητα (για να επαναλάβω απλώς τα παραδείγματα που χρησιμοποίησα) πρέπει να αντιμετωπιστούν ως αυτά που είναι, όχι ως ιδεολογικές απολήξεις της δεξιάς ιδεολογίας, ως εξαρτημένες μεταβλητές της. Η Αριστερά πρέπει να εξηγήσει με απλά λόγια α) ότι δεν πρέπει να φοβόμαστε τον άλλο, ότι σε κάποια θέματα εμείς είμαστε οι άλλοι, ότι οι άλλοι τελικά κάνουν τη ζωή μας πιο ενδιαφέρουσα και πιο ασφαλή, β) ότι η φοροδιαφυγή, που μειώνει την ανταποδοτικότητα της φορολογίας, στρέφεται τελικά εναντίον της συλλογικής ευημερίας, αφού δεν δίνει τη δυνατότητα στο κράτος να μας παρέχει όλα τα δημόσια αγαθά που στερούμαστε ή αναγκαζόμαστε να (χρυσο)πληρώνουμε, γ) ότι η αστυνομία δεν κάνει τη ζωή μας πιο ασφαλή, αλλά αυξάνει τις κοινωνικές εντάσεις και αδυνατεί να εξαλείψει τις πηγές αυτών των εντάσεων, ενώ δημιουργεί βεντέτες με ολόκληρους πληθυσμούς, αντιθέτως η ανάπτυξη του κοινωνικού κράτους αυξάνει την προστασία και την ασφάλεια, δ) ότι η χριστιανική ταυτότητα συνίσταται στην αλληλεγγύη προς αλλήλους και όχι στην επιδεικτική επιδίωξη ταυτοτικών προνομίων. Η τύχη των αριστερών σημαινομένων κρίνει την τύχη των αριστερών σημαινόντων, και όχι το αντίστροφο.
04
01

Δημήτρης Παπανικολόπουλος: Τι έπεται του «η κυβέρνηση είναι η χειρότερη»

Φαίνεται ότι, από την εκλογή της και μέχρι σήμερα, η ΝΔ συνεχώς εκπλήσσει την αξιωματική αντιπολίτευση ως προς τις αντιλαϊκές προθέσεις και τα πεπραγμένα της, αλλά και όσον αφορά τη ρητορική της. «Νεοφιλελευθερισμός» και «αυταρχισμός». «Καταστροφική διαχείριση» της πανδημίας, της οικονομίας, και της εξωτερικής πολιτικής. «Αναλγησία» και «καθεστωτισμός». «Προπαγάνδα» και «υποτίμηση της νοημοσύνης των πολιτών». Αυτά ακούμε συνεχώς από τους εκπροσώπους του ΣΥΡΙΖΑ. Γενικά, ο πολιτικός λόγος διαμορφώνεται με βάση πολλά (και κάποιες φορές αντικρουόμενα) κριτήρια, ωστόσο, για να είναι πειστικός πρέπει να είναι κατά το δυνατόν σταθερός και συνεκτικός. Εν προκειμένω, αν ισχύουν όσα λέει η αξιωματική αντιπολίτευση (και ισχύουν), τότε θεωρώ πως πρέπει να γίνουν ορισμένες αυτόματες προσαρμογές σε ζητήματα ύφους, συνθηματολογίας, αιτημάτων, δεσμεύσεων, και συμπαραδοχών. Αλλιώς, ο πολιτικός λόγος δεν βγάζει νόημα. (...)
14
12

Το κίνημα απέναντι στον ολοκληρωτικό έλεγχο

Κατά γενική ομολογία, έχουμε βρεθεί απέναντι σε μια απρόσμενη υποχώρηση των πολιτικών ελευθεριών, αλλά και έναν ασφυκτικό έλεγχο της ενημέρωσης των πολιτών, ύστερα από μια σειρά επιλογών της κυβέρνησης της ΝΔ, στα πρότυπα της παγκόσμιας ακραίας Νέας Δεξιάς. Η πανδημία πρόσφερε τη νομιμοποίηση γι’ αυτή την αντιδημοκρατική στροφή. Τόσο οι κινηματικές συλλογικότητες όσο και η κοινοβουλευτική Αριστερά αναζητά διεξόδους από τη ζοφερή πραγματικότητα της καταστολής και της απόκρυψης, προκειμένου να αντισταθεί σε μια αποχαλινωμένη εξουσία και να επικοινωνήσει με την κοινωνία. Οι προσπάθειες αυτές σκοντάφτουν στο τείχος των ΜΜΕ, που υπηρετούν έμμισθα την κυβέρνηση αντί να ενημερώνουν τους πολίτες, και στο τείχος της αστυνομίας, που επίσης υπηρετεί την κυβέρνηση αντί για τη συνταγματική τάξη. Βασικό κριτήριο για την επιλογή των μορφών δράσης από τους κινηματικούς δρώντες υπήρξε ανέκαθεν η αποτελεσματικότητά τους. Ωστόσο, η αφλογιστία τους δεν οδηγούσε στην άμεση αντικατάστασή τους από πιο αποτελεσματικές μορφές, καθώς αυτές οι τελευταίες αποτελούν συλλογικές δημιουργίες, που επινοούνται, δοκιμάζονται, εδραιώνονται με τον καιρό και εξαρτώνται αφενός από τους κύκλους διαμαρτυρίας αφετέρου από τις κοινωνικές και τεχνολογικές αλλαγές. Δεν είναι, λοιπόν, περίεργο που σήμερα αναζητούμε νέες μορφές δράσης, για να ανταπεξέλθουμε στις νέες προκλήσεις, και αδυνατούμε να ανταποκριθούμε επαρκώς. Ωστόσο, η επινοητικότητα και η κινηματική μνήμη μπορούν να μας βοηθήσουν να επιταχύνουμε τις συνηθισμένες αργόσυρτες διαδικασίες. Στο παρόν κείμενο καταθέτω μερικές σχετικές σκέψεις.
06
12

Δημήτρης Παπανικολόπουλος: Ο Δεκέμβρης του 2008 αποτέλεσε τον πυρήνα του κινήματος εναντίον της λιτότητας

Στο επίπεδο του κινήματος [εκείνος ο Δεκέμβρης] άφησε τη συγκρότηση ενός ευρύτατου συμμαχικού μπλοκ αριστερών και αναρχικών οργανώσεων και ομάδων, το οποίο δύο χρόνια αργότερα αποτέλεσε τον πυρήνα του κινήματος ενάντια στη λιτότητα. Μην ξεχνάμε δε ότι τα συνδικάτα που αποτέλεσαν την κύρια μάζα των αντιμνημονιακών δυνάμεων είχαν κατέβει μαζικά στο δρόμο στη διάρκεια του Δεκέμβρη. Μία άλλη παρακαταθήκη του Δεκέμβρη στο κίνημα ήταν η περιφερειακή, αλλά επιτυχής, ανανέωση του ρεπερτορίου δράσης και των οργανωτικών μορφών, που επίσης έγιναν πιο αισθητές στα χρόνια της κρίσης. Ειδικά οι οριζόντιες μορφές δράσης και δικτύωσης, καθώς και η ευρεία χρήση του διαδικτύου. Ο Δεκέμβρης έδωσε επίσης το πρωτότυπο της συγκρουσιακής διαδήλωσης, κατά την οποία η παρουσία ενός πλήθους αριστερών διαδηλωτών έδινε τη δυνατότητα στους αναρχικούς να συγκρουστούν (χωρίς καμία συνεννόηση ωστόσο με τους προηγούμενους) με την αστυνομία. Ο συγκεκριμένος τύπος δράσης παρήγαγε μεγάλα γεγονότα για τις τηλεοπτικές οθόνες τους εσωτερικού και του εξωτερικού μέχρι και το 2012, οπόταν η ρουτινοποίησή του και η αλλαγή επιχειρησιακού σχεδίου από την πλευρά των κατασταλτικών δυνάμεων απομείωσαν την προωθητική του ισχύ. Στο πολιτικό επίπεδο, ο Δεκέμβρης έφθειρε έτι περαιτέρω την κυβέρνηση της ΝΔ, ενώ πριμοδότησε το μοναδικό κόμμα που στάθηκε απροϋπόθετα στο πλευρό των διαδηλωτών, το ΣΥΡΙΖΑ. Η αδυναμία του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ να αντλήσουν υποστήριξη από τις νεότερες ηλικίες κατά τα επόμενα χρόνια, καθώς και η κυριαρχία του ΣΥΡΙΖΑ σε αυτές από το 2012, πρέπει να αποδοθεί σε μεγάλο βαθμό στη στάση που κράτησαν αυτά τα κόμματα απέναντι στις κινητοποιήσεις της νεολαίας. (...) Η ΝΔ δεν είναι αυτή του 2008, έχει ανανεωθεί σε στελεχιακό δυναμικό. Το νεότερο πολιτικό προσωπικό της διακατέχεται από ρεβανσισμό, θέλει να νικήσει εκεί που οι προηγούμενοι συμβιβάστηκαν με τις συνθήκες, την κοινωνία, τους θεσμούς, τη λογική, και κυρίως τους αντιπάλους. Σιχαίνονται τα κινήματα και την Αριστερά και όσους είναι φορείς τους, και δεν το κρύβουν. Θέλουν να ξαναγράψουν την ιστορία που δεν τους επιφύλαξε καμία δάφνη. Στο πλαίσιο αυτό, το 1940 είπαμε όχι στο λαϊκισμό, στο Πολυτεχνείο ήταν και δεξιοί, ο Δεκέμβρης ήταν βία και μπάχαλο, στις πλατείες ήταν οι λαϊκιστές, η απώθηση των άοπλων κατατρεγμένων προσφύγων και μεταναστών στον Έβρο ήταν το νέο ’40, κοκ. Η Νέα Δεξιά είναι ριζοσπαστική. Θέλει να χρησιμοποιήσει την εξουσία για να φτιάξει την κοινωνία σύμφωνα με τις αξίες και τα συμφέροντά της, δεν θέλει απλώς να διαχειριστεί τα πράγματα. Καθώς έχει εξασφαλίσει την τέλεια σύμπνοια μεταξύ των ελίτ δεν αναγνωρίζει κανένα εμπόδιο. Αυτό δεν σημαίνει, όμως, ότι κατανοεί τις κοινωνικές ανάγκες ή τα όρια της ανοχής της ή τη δύναμη των κινημάτων. Δε κατανοεί τους περιορισμούς μέσα στους οποίους καλείται να κινηθεί κάθε εξουσία. Μεγαλωμένοι σε πλούσια προάστια και ιδιωτικά σχολεία, αντιμετωπίζουν τη μεγάλη πλειοψηφία της κοινωνίας σαν υπηρέτες τους.
01
12

Γιατί πρέπει το βασικό εγγυημένο εισόδημα να γίνει προγραμματική αιχμή της Αριστεράς

Το βασικό εισόδημα δεν είναι το θείο δισκοπότηρο, όμως μπορεί να βοηθήσει την Αριστερά να βρει ένα εύληπτο και απλό πολιτικό αίτημα που θα μπορούσε να συσπειρώσει όλο τον πληττόμενο κόσμο ενάντια στη νεοφιλελεύθερη Δεξιά. Είναι, επίσης, ένα αίτημα που λόγω της απλότητας και της κρουστικότητάς του δεν μπορεί να διαστρεβλωθεί ούτε να χαθεί στον κυκεώνα της παραπληροφόρησης του σύγχρονου μιντιακού ολοκληρωτισμού. Είναι κάτι που μπορεί να ακυρώσει με ένα χτύπημα αυτό που επί δεκαετίες ενορχήστρωναν οι νεοφιλελεύθεροι: τον κατακερματισμό της εργατικής τάξης και της ενστάλαξη του φόβου στους κόλπους της. 
25
11

Γιατί πράξαμε σωστά που βγήκαμε στο δρόμο στην επέτειο του Πολυτεχνείου

Είναι ώρα να σκεφτούμε τρόπους να εμπλουτίσουμε το ρεπερτόριο δράσης μας και όχι να αυτοεγκλωβιστούμε. Ο διαδικτυακός ακτιβισμός είναι σημαντικός, δεν μπορεί όμως να αντικαταστήσει πλήρως τον ακτιβισμό στο φυσικό χώρο, κυρίως γιατί δεν δύναται να προμηθεύσει τον κόσμο με αισθήματα τόλμης και αλληλεγγύης και κοινή ταυτότητα, ενώ περιορίζεται η εμβέλειά του από τους αλγορίθμους και τους ασύμπτωτους κύκλους δεξιών και αριστερών followers. Η 17η Νοέμβρη έφερε αισιόδοξα μηνύματα ως προς τη δυνατότητα ανανέωσης: αποκεντρωμένες συγκεντρώσεις, διακοπή κυκλοφορίας από μικρές ομάδες, τρικάκια και πανό σε διάφορα σημεία, ενώ δεν έλλειψαν οι προτάσεις για αυτοκινητοπομπές, μικροφωνικές, όλα προϊόντα μιας κοινής ανάγκης: Πολυτεχνείο παντού. Όμως, η ανάγκη αυτή συνοδεύτηκε και από αμηχανία. Γιατί δεν φτάνει να θες, πρέπει να σκεφτείς ψύχραιμα και παραγωγικά. Και να τολμήσεις να δοκιμάσεις. Με κέφι και επινοητικότητα. Οι διαδηλωτές αποδείξαμε ότι σεβόμαστε την υγεία των συμπολιτών μας σε αντίθεση με την αστυνομία. Να μην αφήσουμε, λοιπόν, να νοσήσει η δημοκρατία, το μόνο όπλο που μπορεί να εγγυηθεί λύσεις στα προβλήματά μας.
14
11

Να κατέβουμε στο Πολυτεχνείο ή να μην κατέβουμε;

Να κατέβουμε στο Πολυτεχνείο ή να μην κατέβουμε; Μπορούμε να κατέβουμε και να καλύψουμε ολόκληρο το χώρο που καλύπτει παραδοσιακά η πορεία, από το Πολυτεχνείο μέχρι την Αμερικανική Πρεσβεία. Είναι μεγάλος ο χώρος για να κρατηθούν οι απαραίτητες αποστάσεις. Όχι όπως στα ΜΜΜ που θα μας πάνε στο κέντρο. Αν εκεί υπάρχει πρόβλημα, μάλλον δεν φταίνε οι διαδηλώσεις. Από την άλλη είναι εύλογο το ερώτημα: Βλάπτεται η δημοκρατία από την έλλειψη συγκεντρώσεων και διαδηλώσεων; Οι δημοκρατίες δημιουργήθηκαν ως αποτέλεσμα ισχυρών κινημάτων, επεκτάθηκαν και διατηρήθηκαν για τον ίδιο λόγο. Η διαδικασία εκδημοκρατισμού και αποδημοκρατικοποίησης είναι συνεχής, δεν σταματά ποτέ (αυτά τα λέει μια άλλη επιστήμη, η Πολιτική Επιστήμη, επειδή τώρα τελευταία μόνο ειδικούς ακούμε). Χωρίς δημόσιο χώρο και δυνατότητα αδιαμεσολάβητης λαϊκής έκφρασης και πίεσης, η δημοκρατία δεν λειτουργεί και γι αυτό αδυνατίζει. Η Δεξιά, με τις απαγορεύσεις των συγκεντρώσεων/διαδηλώσεων, το νόμο για τον περιορισμό των απεργιών και των έλεγχο των ΜΜΕ, εξαλείφει τις ως άνω προϋποθέσεις της δημοκρατίας. Τώρα όμως που η Δεξιά είναι στρυμωγμένη με την αποτυχία της στη διαχείριση της πανδημίας, πρέπει να πέσουμε στην παγίδα της; Δυστυχώς έχουμε ήδη πέσει στην παγίδα της. Η υγεία δεν είναι στον αντίποδα της ασφάλειας, όπου ειδικεύεται η Δεξιά, είναι στον πυρήνα της. Η ρητορική της έκτακτης ανάγκης και ο συνακόλουθος πανικός, οι καταστάσεις χάους, δημιουργούν την ανάγκη για αυταρχικά μέτρα και υπακοή σε όποιον είναι επιφορτισμένος να αντιμετωπίσει το χάος. Ακόμα και αν το έχει δημιουργήσει ο ίδιος, η δημοκρατία σε αυτές τις συνθήκες θεωρείται ότι επιτείνει το χάος. "Δεν είναι ώρα για κουβέντες, είναι ώρα για δράση". Και ποιος μπορεί να δράσει πιο αποτελεσματικά; Η εξουσία, ο κυρίαρχος. Γι αυτό και ο Καρλ Σμιτ είχε συνδέσει άρρηκτα την κυριαρχία με την έκτακτη ανάγκη. Επομένως, πρέπει να βγούμε από την παγίδα που έχουμε ήδη πέσει, με το να βροντοφωνάξουμε ότι η κυβέρνηση δεν νομιμοποιείται να συντρίβει την εργασία, τη δημοκρατία και την κοινωνική ζωή, με πρόσχημα την πανδημία ή επειδή είναι ανίκανη να αντιμετωπίσει την πανδημία. Και στις δύο περιπτώσεις πρέπει να βάλουμε τέλος σε αυτή τη βιοπολιτική. Γιατί περί αυτού πρόκειται, είτε κάποιος/α θεωρεί ότι γίνεται για καλό είτε όχι. Η έκτακτη ανάγκη είναι έκτακτη μόνο αν εμείς αντισταθούμε στην επιθυμία κάθε εξουσίας να καταστήσει την έκτακτη ανάγκη μόνιμη.
04
11

Η προστασία της υγείας δεν επιτρέπει την καταστροφή κανενός άλλου αγαθού

Η Αριστερά επέδειξε στάση ευθύνης. Πράγματι. Η άρρητη συμφωνία όμως ότι κάθε φορά που η κυβέρνηση της ΝΔ τα κάνει μπάχαλο μπορεί να πηγαίνει σε lockdown, αντί να αλλάζει πολιτική, δεν είναι πράξη υπευθυνότητας. Και επειδή αυτός ο φαύλος κύκλος πρέπει να σπάσει, η Αριστερά θα έπρεπε να υποστηρίξει ότι η προστασία της υγείας ενός μέρους του πληθυσμού δεν μπορεί να ισοδυναμεί με την εξουθένωση της υπόλοιπης κοινωνίας ή με την εξαφάνιση του δημοσίου χώρου, ότι η προστασία της υγείας δεν επιτρέπει την καταστροφή κανενός άλλου αγαθού, ότι η υγεία δεν προστατεύεται καν αν δεν προστατεύονται οι προϋποθέσεις της (εισοδήματα και δημόσιοι χώροι συναναστροφής και δραστηριότητας), ότι η γυμνή ζωή είναι απεχθής, ότι αν υποβαθμιστεί η εργασία, η δημοκρατία, η ψυχική υγεία, κ.λπ, αυτό δεν γυρίζει πίσω (όπως συμβαίνει ακριβώς και με τη γυμνή ζωή), ότι το lockdown είναι κόκκινη γραμμή. Ότι πρέπει να εντείνει τις προσπάθειές της η Πολιτεία, κάνοντας ό,τι είναι ανθρωπίνως δυνατό και όχι δημιουργώντας μεγαλύτερα προβλήματα στο κοινωνικό σώμα από αυτά που προσπαθεί να λύσει. Ότι το «ασθενήν έχομεν, στο γύψο τον εβάλαμεν» δεν θα ξαναεφαρμοστεί ποτέ. Κι αν, όμως, δεν μένει τίποτε άλλο από το lockdown; Τότε να παραιτηθούν αυτοί που δεν μπορούν να κάνουν τίποτε άλλο από το να κατεβάζουν ρολά στην κοινωνία και να της επιφέρουν ανεπανόρθωτα πλήγματα. Αυτό πρέπει να ζητάει η Αριστερά σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο: παραίτηση. Δεν είναι πολιτικοποίηση ενός υγειονομικού προβλήματος, ούτε ασέβεια προς τους πιο ευάλωτους. Είναι αναγνώριση ότι το lockdown (και η κοινωνικο-οικονομική δυστυχία που επιφέρει) δεν είναι μοιραίο, είναι απόδειξη οικτρής αποτυχίας της κάθε κυβέρνησης που το χρησιμοποιεί (ειδικά όταν το κάνει επανειλημμένα). Και η κοινωνία δεν αντέχει ένα φάρμακο χειρότερο από την ασθένεια για δεύτερη φορά μέσα σε δέκα χρόνια.
13
10

Ποιος έχει δίκιο; Η Εφσυν, η ΝΔ ή η Αυγή;

Η Εφσύν, λοιπόν, τοποθέτησε το «τείχος της δημοκρατίας» εκεί που τελειώνει το δημοκρατικό τόξο και αρχίζει η ΧΑ. Στο δημοκρατικό τόξο -πολύ σωστά- ενέταξε τη ΝΔ, παρ’ όλες τις ευθύνες της για την άνοδο της ΧΑ, γιατί ο κίνδυνος του φασισμού χρειάζεται δημοκρατική πανστρατιά. Το δημοκρατικό τόξο πρέπει να είναι ευρύχωρο για να είναι πλειοψηφικό, και ως εκ τούτου αποτελεσματικό. Αν η διαχωριστική γραμμή έμπαινε εκεί που αρχίζει η ΝΔ και όχι εκεί που τελειώνει, τότε δεν θα ήταν πιστευτό (άρα ηγεμονικό), μιας και η ΝΔ εξόφθαλμα δεν μοιάζει με τη ΧΑ, ενώ θα σήμαινε πως η μισή κοινωνία απειλείται από την άλλη μισή, και άρα είμαστε στα πρόθυρα εμφυλίου. Μια τέτοια διαχωριστική γραμμή δεν θα ήταν αποτελεσματικό όπλο στη μάχη κατά του φασισμού. Μπράβο, λοιπόν, στην Εφσύν. Αυτό σημαίνει πως κακώς η Αυγή προσπάθησε να μετακινήσει τη διαχωριστική γραμμή από εκεί που την είχε βάλει η Εφσύν; Η απάντηση φαίνεται προφανής, αλλά δεν είναι. Γιατί εκείνη που προσπάθησε να μετακινήσει τη διαχωριστική γραμμή είναι η ΝΔ, όταν επανέφερε τη «θεωρία των δύο άκρων», προκειμένου να ενοχοποιήσει αυτή την άλλη μισή κοινωνία, δηλαδή τα κινήματα, τον κόσμο που κατέβηκε στις πλατείες, και τα αριστερά κόμματα (γιατί ποιος μπορεί να πιστέψει ότι η μπάλα δεν παίρνει και το ΚΚΕ ή το ΜΕΡΑ25;) Για τη διάρρηξη του δημοκρατικού τόξου η ΝΔ και οι παπαγάλοι της «δεν είναι αθώοι». Είναι δεδομένο ότι η ΝΔ δεν έχει μεγαλύτερα δημοκρατικά διαπιστευτήρια από το ΣΥΡΙΖΑ. Επομένως, χρησιμοποιεί την αντιφασιστική διαχωριστική γραμμή με τελείως ανήθικο τρόπο, εργαλειακά. Δεν την ενδιαφέρει να απομονωθεί ο φασισμός, την ενδιαφέρει να χρησιμοποιήσει και αυτό το ζήτημα προκειμένου να κατισχύσει του πραγματικού αντιπάλου της, του ΣΥΡΙΖΑ. Την ενδιαφέρει, με άλλα λόγια, να βάλει τη διαχωριστική γραμμή κάπου στη μέση της κοινωνίας (θυμίζω ότι τα αριστερά κόμματα πήραν μαζί πάνω από 40% στις τελευταίες εκλογές), να αυξήσει την πόλωση και να επωφεληθεί, αφού πρώτα ταυτιστεί με την καλή πλευρά του μετώπου. Η Εφσύν έβαλε -σωστά- τη ΝΔ στην καλή πλευρά και η ΝΔ θέλησε να πετάξει έξω τους πάντες για να μείνει μόνη της με την Ελληνική Λύση και το ΠΑΣΟΚ, δηλαδή με αυτούς που στις ψηφοφορίες της Βουλής βρίσκονταν πιο κοντά με τη ΧΑ από ό,τι ο ΣΥΡΙΖΑ.
30
09

Προς τον σ. πρόεδρο και τους συντρόφους

Το κύριο ερώτημα που ταλανίζει εδώ και πολύ καιρό το εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ είναι αν πρέπει να μείνει αριστερό κόμμα ή αν πρέπει να μετεξελιχθεί σε κεντροαριστερό κόμμα. Φρονώ ότι σε ιδεολογικό επίπεδο πρέπει να παραμείνει αριστερό, αλλά σε πολιτικό επίπεδο πρέπει να συμπεριλάβει όλο τον κεντροαριστερό χώρο. Οι αντιμαχόμενοι κάνουν από ένα λάθος ο καθείς. Οι μεν, οι οποίοι θεωρούν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να μετασχηματιστεί σε κεντροαριστερό κόμμα,  ξεχνούν α) ότι εκεί δεν κατοικοεδρεύουν ιδέες ικανές να λύσουν σύγχρονα προβλήματα (διευρυνόμενες και αντιπαραγωγικές ανισότητες, ασυμμετρία μεταξύ γνωσιακών προσόντων των εργαζομένων και «σκατοδουλειών»/shitjobs, κλιματική αλλαγή, αυξανόμενος αριθμός μεταναστών χωρίς ίσα δικαιώματα στις κοινωνίες υποδοχής, ασυμμετρία μεταξύ διαδικτυακής οριζοντιότητας και απαρχαιωμένης κάθετης πολιτικής δομής, ανάγκη για νέες ταυτίσεις και ταυτότητες σε έναν κατακερματισμένο εργασιακό και κοινωνικό χώρο, κ.λπ.) και β) ότι ο κεϋνσιανισμός που εφάρμοσε ο ΣΥΡΙΖΑ μετά την έξοδο από τα μνημόνια, μπορεί να είναι χρήσιμος για την άμυνα της κοινωνίας, αλλά δεν μπορεί να ενθουσιάσει κανένα, και άρα να κινητοποιήσει κόσμο στον αγώνα ενάντια στο νεοφιλελευθερισμό και τον αυταρχισμό, καθώς και να αναπτύξει νέα πολιτικά και πολιτιστικά οράματα. Οι δε, οι οποίοι θεωρούν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να παραμείνει αριστερό κόμμα, παραγνωρίζουν τη σημασία των εξής δεδομένων: το σημαίνον «κέντρο» καθησυχάζει τους ανθρώπους α) που είναι μετριοπαθείς στις απόψεις τους, που προτιμούν να ακούν όλες τις πλευρές πριν αποφασίσουν, που ζυγίζουν υπέρ και κατά, που δεν πιστεύουν στις απόλυτες αλήθειες, β) που νοιώθουν πιο καλά με την ιδέα ότι αποτελούν κάποιον «μέσο όρο», ότι είναι «κανονικοί», ότι δεν είναι «ακραίοι», ότι αποτελούν τον κορμό της κοινωνίας, ότι δεν είναι σε πόλεμο με το άλλο μισό της, που σε τελική ανάλυση δεν θέλουν να σηκώσουν τα ψυχολογικά βάρη ενός συμβολικού εμφυλίου πολέμου, γ) που είναι ηλικιωμένοι και άρα αξιοδοτούν την ασφάλεια και τη σταθερότητα έναντι της ριζοσπαστικής ρητορικής που υπόσχεται, χωρίς να μπορεί να εγγυηθεί, γρήγορες και μεγάλες αλλαγές (και μην το ξεχνάμε: η ελληνική κοινωνία έχει γεράσει δημογραφικά και συνεχίζει να γερνάει). Με βάση αυτές τις διαπιστώσεις, θεωρώ πως καμία από τις  εκατέρωθεν πολιτικές εκτιμήσεις δεν πρέπει να εκφέρεται ωσάν να ήταν η πλέον σωστή, και ότι η αναγνώριση της μερικότητας των εν λόγω απόψεων θα έπρεπε να οδηγήσει σε μια ειλικρινή αλληλοκατανόηση και συνεννόηση. Ομοίως, όσον αφορά την επικείμενη διεύρυνση μέσω της Προοδευτικής Συμμαχίας, κανείς δεν μπορεί να παραγνωρίσει ότι μόνο το ¼ περίπου του κοινωνικού σώματος ταυτίζεται με αμιγώς αριστερές αξίες, και άρα δεν επαρκεί για την εκλογική νίκη. Κανείς, όμως, δεν μπορεί να παραγνωρίσει ότι μεγάλο μέρος των στελεχών του πάλαι ποτέ κραταιού κεντροαριστερού χώρου έχουν αποδειχθεί αριβίστες της πολιτικής και διεφθαρμένοι, και άρα η ηγεσία θα πρέπει να περιορίσει τις μεταγραφές που θυμίζουν πολιτικές συναλλαγές. Τα παθήματα της περασμένης δεκαετίας πρέπει να γίνουν μαθήματα.