Εμείς οι αριστεροί και οι αριστερές δεν ασχολούμαστε με την πολιτική για τα λεφτά ή για να εξουσιάζουμε χωρίς να επιδιώκουμε να αλλάξει τίποτα ουσιώδες. Και σε αυτό διαφέρουμε από τους δεξιούς και τις δεξιές. Μας διακατέχει ένας βολονταρισμός, η επιθυμία να αλλάξουν τα πράγματα προς το καλύτερο. Αυτός ο βολονταρισμός όμως πολύ συχνά οδηγεί σε υποτίμηση των δυσκολιών, σε μεγαλοστομίες, και σε λιγότερη από την απαιτούμενη δουλειά. Όμως ποτέ δεν φαίνεται να φταίνε τα παχιά λόγια και η τεμπελιά, φταίει κάτι άλλο –και κυρίως κάποιος αποδιοπομπαίος τράγος.
Ο βολονταρισμός, εξίσου συχνά, οδηγεί σε κατίσχυση του κανονιστικού λόγου έναντι του αναλυτικού/ερμηνευτικού. Η επιθυμία να δράσουμε και η αδημονία να δούμε τον τροχό της ιστορίας να κινείται προς τα μπρος μεγαλώνουν τον πειρασμό της απλοποίησης, της μείωσης της πολυπαραγοντικότητας, και μικραίνουν την απόσταση μεταξύ του πώς είναι ο κόσμος και πώς μπορεί να γίνει. Αυτό το wishful thinking κάνει την ψυχραιμία, την αναζήτηση των αντινομιών και των αντιφάσεων να μοιάζει ύποπτη. Η ανάλυση και η ερμηνεία που μας καλεί να δούμε τα φαινόμενα ως ενδεχομενικά και εξαρτώμενα από τις σχέσεις και το μεταβαλλόμενα περιβάλλον μοιάζουν παρελκυστικές.
Η δε απλοποίηση κάνει την απόπειρα αναστοχασμού να μοιάζει παράταιρη. Τι να σκεφτεί κανείς, όταν τα πράγματα είναι απλά; Ή είσαι με τους από κει ή είσαι με τους από δω –ένας στοχασμός απόλυτα εξαρτημένος από διομαδικές σχέσεις, που κάποιες φορές διολισθαίνει στον οπαδισμό, στον μεταφορικά μιλώντας φυλετισμό. Αυτός ο κλασικός τρόπος σκέψης, όχι μόνο στους χώρους της Αριστεράς, είναι κάτι πολύ ανθρώπινο –και όπως έλεγε ο Τερέντιος, «είμαι άνθρωπος, και τίποτα το ανθρώπινο δεν μου είναι ξένο». Η ψυχική ασφάλεια που προσφέρει, μέσω της μείωσης της ασάφειας και της ανάγκης για πνευματική εργασία, καθώς και της συνακόλουθης ενίσχυσης της ταυτότητας, είναι ανεκτίμητη, ειδικά σε εποχές ρευστοποίησης και διακινδύνευσης σαν τη δική μας. Όμως η έλλειψη αναστοχασμού ακολουθείται από βαρύ τίμημα: αδυναμία διόρθωσης και επανεκκίνησης.
Γι’ αυτό άλλωστε και η μορφή επικοινωνίας που κυριαρχεί στους χώρους μας δεν είναι ο διάλογος αλλά η αντιπαράθεση. Ο αναστοχασμός ευνοεί τον πρώτο, η έλλειψή του τη δεύτερη. Η αντιπαράθεση με τους πολιτικούς αντιπάλους μεταφέρεται –ως πρότυπο που είναι– στο εσωτερικό της Αριστεράς, και οι κοντινοί ιδεολογικά «σύντροφοι/ισσες» αντιμετωπίζονται όπως οι μακρινοί πολιτικοί/ταξικοί αντίπαλοι. Η έλλειψη αναστοχασμού δεν επιτρέπει την κατανόηση της διαφορετικής άποψης ως τέτοιας και δεν επιτρέπει τη συζήτηση επί αυτής, αφού η πραγματικότητα είναι απλή και μία είναι η σωστή επιλογή. Εξού και η αγαπημένη έκφραση των αριστερών όταν ξεκινούν να μιλούν είναι «διαφωνώ». Εξού και η λέξη που χρησιμοποιείται ως μετωνυμία της πολιτικής επικοινωνίας και του «διαλόγου» είναι η «κριτική».
Όμως η συγχώνευση –όχι η ύπαρξη– του κανονιστικού λόγου, της απλοποίησης, της απουσίας αναστοχασμού και της αντιπαράθεσης οδηγεί συνεχώς και τελετουργικά στον πολυκερματισμό και στη συνακόλουθη πολιτική αδυναμία. Και ακόμα και στις περιπτώσεις που γίνονται προσπάθειες άρσης αυτού του πολυκερματισμού και αυτής της πολιτικής αδυναμίας πρυτανεύουν ο σεχταρισμός και ο πλατφορμισμός (οι υπερβολικές προϋποθέσεις για συνεργασία που συνήθως οδηγεί σε συνεργασία με τον… εαυτό μας).
Βέβαια, η πραγματικότητα είναι σκληρή με τις απόψεις των ανθρώπων, αν και εμφανίζεται πάντα ερμηνευμένη από τις απόψεις των ανθρώπων. Για παράδειγμα: Κάποια στιγμή η εξέλιξη των πραγμάτων επιβεβαιώνει ή διαψεύδει διατυπωμένες προβλέψεις ή προσδοκίες. Τότε αρχίζουν οι εκλογικεύσεις και οι δικαιολογίες. Άλλο παράδειγμα: Μεταξύ λόγων και έργων, ή μεταξύ λόγων και άλλων λόγων, διαπιστώνονται αντιφάσεις. Δηλαδή μας πιάνουν να κάνουμε αυτό που καταγγέλλουμε. Τότε η τακτική «δύο μέτρα και δύο σταθμά» υιοθετείται για να μας βγάλει από τη δύσκολη θέση. Είτε δηλαδή μας διαψεύδει η ίδια η πραγματικότητα είτε ο ίδιος μας ο εαυτός, δυσκολευόμαστε να το αποδεχθούμε.
Τελειώνοντας, θα ήθελα να σημειώσω ότι από όλη αυτήν τη νοοτροπία αξίζει να διασώσουμε μόνο τον βολονταρισμό, αν και είναι δύσκολο να τον διαχωρίσουμε από όλα όσα εξέθεσα μέχρι τώρα. Αξίζει όμως να προσπαθήσουμε, γιατί αλλιώς ο βολονταρισμός μας πάει στράφι. Δεν μπορεί κανείς/καμιά να καταφέρει τίποτα επειδή απλώς θέλει να πολεμήσει το κακό –ή τουλάχιστον νομίζει ότι αυτό κάνει. Δεν μπορείς να πείσεις για τίποτα έναν κόσμο που δεν ξέρεις πώς σε βλέπει, επειδή αρκείσαι στη δική σου αυτοεικόνα. Δεν μπορείς να πλοηγήσεις στον ρευστό κόσμο της ύστερης νεωτερικότητας, σε έναν κόσμο που συνεχώς διαστέλλεται, με μια νοοτροπία συνεχούς περιχαράκωσης. Δεν μπορείς να αντιμετωπίσεις τη νοοτροπία του μίσους ως τυφλού πάθους, του αποκλεισμού και της τοξικότητας, που εκπέμπεται διεθνώς από το δεξιό ημισφαίριο, με τον αυτοεγκλωβισμό σε μια νοοτροπία όπου, επαναλαμβάνω, η συγχώνευση –όχι η ύπαρξη– του κανονιστικού λόγου, της απλοποίησης, της απουσίας αναστοχασμού και της αντιπαράθεσης οδηγεί τελετουργικά σε ένα καθοδικό σπιράλ αποδυνάμωσης.