Micro

Το λεξικό ως πραγματικό πρόσωπο

Βασίλης Αλεξάκης «Οι ξένες λέξεις», εκδόσεις Εξάντας, 2003

 

Ο Βασίλης Αλεξάκης (Αθήνα, 25 Δεκεμβρίου 1943 – 11 Ιανουαρίου 2021) ήταν μια σπουδαία φυσιογνωμία για τη γαλλική αλλά και για την ελληνική λογοτεχνία. Οι πολλαπλές εκδόσεις των έργων του δείχνουν την αγάπη του κοινού και οι βραβεύσεις και άλλες διακρίσεις την αποδοχή του έργου του από την κριτική.

Σε οπισθόφυλλα βιβλίων του χαρακτηρίζεται «Έλληνας από τους γονείς του και Γάλλος από τα παιδιά του». Η πολυετής παραμονή του στη Γαλλία ίσως να τον απομάκρυνε κάπως από τους επίσημους λογοτεχνικούς κύκλους στην Ελλάδα. Οι αντιδράσεις όμως των αναγνωστών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, έδειξαν πόσοι παρακολουθούσαν το έργο του με πίστη για την ποιότητα των γραπτών του αλλά και αγάπη για τον ιδιόρρυθμο τρόπο ζωής του και τη συνεπή στάση του στις απόψεις του.

Η γραφή του μπορεί να θεωρηθεί λανθασμένα, με μια πρώτη επιπόλαια ανάγνωση, φλύαρη και σχετικά εύκολη, όμως κρύβει ενδελεχή έρευνα για τα θέματα που διαπραγματεύεται, μεγάλη ευαισθησία για τον άνθρωπο και κυρίως έγνοια για τις ιστορικές συνθήκες που έφεραν την κοινωνία στα σημερινά αδιέξοδα. Η ενασχόλησή του με τη μικρή μουσική της ζωής μας, δήθεν εύκολη παρατήρηση της καθημερινότητας, έχει πάντα ένα δεύτερο υπόστρωμα, το θέμα του κάθε μυθιστορήματος.

Το «Παρίσι-Αθήνα» είναι ένα βιβλίο που λάτρεψαν οι Ελληνογάλλοι και βοήθησε πολλούς να διαχειριστούν συναισθήματα και γεγονότα. Το «Θα σε ξεχνάω κάθε μέρα» είναι ένας ύμνος στη μορφή της μητέρας και ένα σημαντικό κείμενο για την απόσταση και την απώλεια. Αν βιβλία όπως «Η πρώτη λέξη» ή «Η μητρική γλώσσα» έχουν προφανώς ως βασικό μοτίβο την έρευνα για γλωσσικά θέματα, το μυθιστόρημα «Οι ξένες λέξεις» με την επίφαση της ενασχόλησης με τα σάνγκο, γλώσσα της Κεντροαφρικανικής Δημοκρατίας, είναι μια εξαιρετική περιπλάνηση στην ελληνική γλώσσα. Στο βιβλίο αυτό έχουμε επίσης, όπως πάντα με όπλο τη λεπτή ειρωνεία και το χιούμορ, σκληρή κριτική για το ρόλο που έπαιξε η Γαλλία στην αποικιοκρατούμενη Αφρική. Το αέναο ταξίδι του συγγραφέα από τα γαλλικά στα ελληνικά και η έγνοια του για τη γλώσσα, τον άνθρωπο και την κοινωνική πρόοδο επικεντρώνεται σε αυτό το βιβλίο στην εκμάθηση μιας γλώσσας και σε μια μυθιστορηματική πλοκή όπου το λεξικό γίνεται ένα πραγματικό πρόσωπο. Η εκμάθηση αυτή γίνεται μόνο μέσα από τον γραπτό λόγο, πράγμα που φαίνεται παράξενο για μια γλώσσα προφορικής παράδοσης.

 

Ταξίδι στις γλώσσες ως λογοτεχνικό εργαλείο

Η προσέγγιση όμως του βιβλίου πρέπει να γίνει με λογοτεχνικό τρόπο κι όχι με βάση τα διδάγματα της γλωσσολογίας και της διδακτικής. Το μυθιστόρημα αυτό μπορεί να διαβαστεί και σαν ημερολόγιο παρόμοιο με εκείνο που κρατούν οι φοιτητές της διδακτικής ξένων γλωσσών που υποχρεούνται να προσπαθήσουν να μάθουν μια «απόμακρη» γλώσσα. Το ημερολόγιο που δίνουν ως εργασία στο τέλος του έτους μοιάζει με το ημερολόγιο ενός ταξιδιού και μας το θυμίζει σε μεγάλο βαθμό το μυθιστόρημα του Αλεξάκη. Η εμπειρική προσέγγιση της εκμάθησης άνευ διδασκάλου μιας γλώσσας και το γνωστό πηγαίο χιούμορ του συγγραφέα χαρίζουν μια πραγματική απόλαυση ανάγνωσης.

Οι λέξεις, κι εδώ φαίνεται καθαρά η σημασία του λεξικού, απασχολούν ιδιαίτερα τον Βασίλη Αλεξάκη και σε αυτό το βιβλίο. Ζητήματα όμως φωνητικής, μορφολογίας, σημασιολογίας, ποιητικής λειτουργίας της γλώσσας, πολιτιστικής διάστασης του λεξιλογίου, η μεταγραφή του προφορικού λόγου, η σύνταξη, η μιμική και οι χειρονομίες, ακόμα και ειδικά ζητήματα όπως το ποιόν ενεργείας, προσφέρουν στον συγγραφέα την ευκαιρία για εύστοχες παρατηρήσεις. Ένα από τα μεγαλύτερα προτερήματα του βιβλίου είναι το ότι τα αποσπάσματα στα σάνγκο εντάσσονται στη μυθιστορηματική πλοκή και δεν μοιάζουν με εμβόλιμα κείμενα. Κι αυτό επειδή το ταξίδι στις γλώσσες γίνεται γοητευτικό λογοτεχνικό εργαλείο. Ίσως να μην επιτυγχάνεται εύκολα η εκμάθηση των σάνγκο από τον αναγνώστη, όπως φαίνεται να είναι ο δευτερεύων στόχος του συγγραφέα. Το βιβλίο όμως αποκτά έτσι κι έναν άλλο χαρακτήρα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως γλωσσικό εγχειρίδιο. Είναι εξαιρετικά σημαντικό το ότι η πρόοδος στην εκμάθηση της γλώσσας συμβαδίζει με την ψυχολογική πορεία του Νικολαΐδη, κύριου ήρωα του βιβλίου, alter ego του Αλεξάκη, προς τη γαλήνη μετά το πρόσφατο πένθος για το χαμό του πατέρα του.

 

Βαθύτατα πολιτική στάση

Η εμφάνιση, με πετυχημένο μυθιστορηματικό τρόπο, ενός ντόπιου καθηγητή επιτρέπει στον Βασίλη Αλεξάκη να περάσει από μία ποσοτική αντιμετώπιση της εκμάθησης της γλώσσας –λεξιλόγιο και γραμματική– σε μια ποιοτική, με επίκεντρο τις παρατηρήσεις για την κοινωνία, τις σχέσεις προφορικού και γραπτού λόγου, καθαρεύουσας και δημοτικής –το θέμα δεν είναι μόνο ελληνικό– και τον γλωσσικό προγραμματισμό.

Ο συγγραφέας ουσιαστικά μιλά για την Ελλάδα, ιδιαίτερα για την αφ’ υψηλού αντιμετώπιση της προφορικής παράδοσης στη λογοτεχνία και τον ελληνοκεντρισμό στην εξέταση του γλωσσικού ζητήματος στην πρώτη του πατρίδα. Οι παρατηρήσεις του για τον γλωσσικό προγραμματισμό είναι ιδιαίτερα εύστοχες. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Βασίλης Αλεξάκης πρωτοστάτησε στην πρώτη έκδοση λογοτεχνικών κειμένων στα σάνγκο.

Η απουσία στερεοτύπων κι η επικέντρωση του ενδιαφέροντος στην προσωπική ιστορία του κάθε ομιλητή είναι βαθύτατα πολιτική στάση και χαρακτηρίζει όλο του το έργο. Οι ξένες λέξεις είναι λέξεις δικές μας. Η κατάκτηση μιας γλώσσας συμβαδίζει με την κατάκτηση της ταυτότητας του καθένα μας μέσα από την αναζήτηση της μνήμης και την πορεία προς την αυτογνωσία.

 

Η γλώσσα ως πατρίδα

Έχουν μιλήσει για την δήθεν «απάτριδα» γραφή του συγκεκριμένου συγγραφέα. Στο «Παρίσι-Αθήνα» όμως φαίνεται καθαρά ότι η ιδιαίτερη χρήση της γλώσσας από τον κάθε ομιλητή είναι η προσωπική πατρίδα του και δεν περιορίζεται σε εθνικά όρια.

«Οι γλώσσες σού ανταποδίδουν το ενδιαφέρον που τους δείχνεις. Σου λένε ιστορίες μόνο και μόνο για να σε προτρέψουν να πεις κι εσύ τη δική σου» και «οι λαοί που έχασαν τη γλώσσα τους είναι ανίκανοι να προστατέψουν τον εαυτό τους» όπως πολύ σωστά αναφέρει ο συγγραφέας. Με τον ίδιο τρόπο που ένας άνθρωπος που έχει στερηθεί με βία την προσωπική του ιστορία νιώθει χαμένος. Το ότι η αναζήτηση αυτογνωσίας περνά μέσα από τη γλώσσα είναι προφανές. Στις στιγμές αμφιβολίας, όπως το πένθος, η λογοτεχνία μας βοηθά και μας δείχνει τον δρόμο του νοήματος που θέλουμε να δώσουμε στη ζωή μας. Θεωρούμε ότι «Οι ξένες λέξεις» είναι ένα σημαντικό μυθιστόρημα που καλεί τον αναγνώστη να προχωρήσει στην κατανόηση και της ίδιας του της πορείας αλλά και του κοινωνικού περιβάλλοντος ιδωμένου σε μια ιστορική προοπτική.

Αξίζει να διαβάσουμε ξανά και ξανά το έργο του Βασίλη Αλεξάκη. Ίσως καταφέρουμε κι εμείς να δούμε τη ζωή μας σαν μια όμορφη μυθοπλασία της οποίας όμως θα είμαστε οι συγγραφείς κι όχι απλά πρόσωπα μιας ξένης ιστορίας.

 

To βιβλίο του γράφοντα, «Ερωτήματα», κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Συρτάρι.

Ο Νίκος Γραικός είναι καθηγητής ελληνικής γλώσσας στο Παρίσι

Πηγή: Η Εποχή