Μικέλα Χαρτουλάρη

11
04

Νίκος Παναγιωτόπουλος: Σεξιστικό είναι το ασυνείδητό μας

«Ηθελα να υπενθυμίσω πως το να γνωρίζουν οι πολιτικοί Κοινωνιολογία δεν είναι λιγότερο χρήσιμο από το να γνωρίζουν Οικονομία. Το να συνειδητοποιούμε ότι η ανδρική κυριαρχία είναι τόσο βαθιά ριζωμένη στο ασυνείδητό μας ώστε δεν την αντιλαμβανόμαστε και συνεπώς δυσκολευόμαστε να την αμφισβητήσουμε, μας βοηθά να αυξήσουμε τις πιθανότητες “ώστε το φως της αλήθειας να κάψει για πάντα το έγκλημα που ζει στο σκοτάδι”, όπως ειπώθηκε από επίσημα χείλη. Θέλησα να ανακαλέσω το πολύ γνωστό επιστημονικό γεγονός πως αυτό που είναι σεξιστικό είναι, τελικά, το ασυνείδητό μας, πως η ανδρική κυριαρχία που γεννά όλα αυτά τα σκανδαλώδη φαινόμενα αποτελεί την παραδειγματική μορφή της συμβολικής κυριαρχίας που ασκείται μέσω της συμβολικής βίας. Είναι μια μορφή κυριαρχίας της οποίας τα θύματα είναι, ταυτόχρονα, οι συνένοχοι. Προσπάθησα να συμβάλω στο να διαχυθεί η γνώση του γεγονότος πως ο φαλλοκρατικός τρόπος σκέψης είναι ειδικά αποτελεσματικός επειδή νομιμοποιεί μια σχέση κυριαρχίας εγγράφοντάς τη στους εγκεφάλους και στα σώματα, ανδρών και γυναικών, και συνεπώς η ακύρωσή του δεν μπορεί να προέλθει από ένα απλό πρόταγμα ετσιθελικού ή συνειδησιακού τύπου».
25
03

Γιάννης Δούκας: Ο εχθρός είναι η «ανελεύθερη δημοκρατία»

Εθνικοφροσύνη και ελληνοκεντρισμός, ιδεολογική χρήση της Ιστορίας, εξοβελισμός του κοινωνικού, κυριάρχησαν στο επίσημο αφήγημα για το Εικοσιένα. Ουσιαστικές ερμηνείες του υπήρξαν, όμως σπάνια δημιούργησαν ρωγμές στη ρητορεία του κράτους, της Εκκλησίας, των σχολικών εγχειριδίων και των τηλεοπτικών καναλιών. Πώς αισθάνεται για τον εορτασμό «1821-2021» ένας 40άρης ποιητής με ενδιαφέρον για την Ιστορία; «Ο φετινός εορτασμός δεν θα μπορούσε παρά να φέρει, ως θέαμα και ιδεολογικό πλαίσιο, την υπερπληθώρα των βλεμμάτων, αφηγήσεων κι ερμηνειών που επί δυο αιώνες έχουν επικαθίσει ως στρώματα πάνω στο γεγονός. Για να υπάρξει, εξάλλου, ένα εθνικό αφήγημα θωρακίζεται στη συνοχή και τη συνέχεια που εφευρίσκει και παραγνωρίζει όλες μας τις κυτταρικά εγγεγραμμένες αποκλίσεις και αντιφάσεις. Αυτές ακριβώς θα ’θελα εγώ ν’ αναδειχθούν. Με αυτές βλέπω το Εικοσιένα στον φακό της δικής μου ερμηνείας και βλέπω τον πλούτο του. Το τιμώ και το γιορτάζω γιατί δεν ζω αλλού, εδώ ζω κι αυτός είμαι. Και γιορτάζω τη σύλληψη και τη στερέωση ενός κόσμου που με καθορίζει, ακόμη κι από τις αντιρρήσεις μου μαζί του. Οφείλοντάς του πάντα τους Ελεύθερους Πολιορκημένους του Σολωμού και τις Ωδές του Κάλβου». Στη συλλογή του Γιάννη Δούκα ένα από τα πιο επίκαιρα αλλά και δυσοίωνα ποιήματα είναι ο «κτύπος τελικός», εμπνευσμένος από τον Αριστίντ Μπριάν και τον Στέφαν Λουξ που με τις συμβολικές πράξεις τους στον Μεσοπόλεμο χτύπησαν συναγερμό για το μέλλον της Ευρώπης. Ο πρώτος υπέγραψε τη Γενική Συνθήκη Αποκήρυξης του Πολέμου ως Οργάνου για την Ασκηση Εθνικής Πολιτικής (1928) και ο δεύτερος αυτοκτόνησε κατά τη Γενική Συνέλευση της Κοινωνίας των Εθνών (1936). Το ποίημα φέρει ειρωνικό μότο: Oh, I believe in yesterday, και κλείνει ως εξής: …παγκόσμια σκηνή/ μικρών ανθρώπων/ τραγούδια της αγάπης/ θα του γράφουν,/ μνημόνια του μέλλοντος,/ τον τόπο του δοχείο/ και τον τύφο,/ την κόλαση ως στοίχημα,/ τη φρίκη ως μόνη διαθήκη
09
02

Μικέλα Χαρτουλάρη: Η πολιτική και ηθική παρακαταθήκη του Τζον Λε Καρρέ

Μπροστά στο corpus των 25 μυθιστορημάτων του, αποδεικνύεται πιο κρίσιμο το τι είπε με τα βιβλία του, και πώς το είπε: οι καίριες παρατηρήσεις του για τα μέτωπα του μεταπολεμικού κόσμου που επηρεάζουν τους κατοίκους της Ευρώπης, η επιδραστική γραφή του και το λογοτεχνικό χάρισμα, που σπάνιζαν σε άλλους συγγραφείς-πρώην κατασκόπους. Με εξαίρεση τον κατά 27 χρόνια μεγαλύτερό του, Γκράχαμ Γκρην με τον οποίο τους ένωνε βαθιά αλληλοεκτίμηση. Ο Λε Καρρέ προτιμά να εστιάζει στην πλοκή παρά στην περιπέτεια. Είναι μάστορας στην εναλλαγή δράσης και πολιτικής ανάλυσης, εξαιρετικός στα ψυχογραφήματα των χαρακτήρων όσο και στους διαλόγους, με λόγο υπαινικτικό, πνευματώδη, ειρωνικό και γλώσσα δουλεμένη, οξυδερκής ερμηνευτής της γεωπολιτικής πραγματικότητας, με κριτική στάση στα πράγματα, φιλοσοφικό προβληματισμό και ευρύ ορίζοντα. (...) Το λογοτεχνικό έργο του Τζον Λε Καρρέ, διαψεύδει τα κλισέ των κατασκοπικών μυθιστορημάτων (το «καλό» δεν επικρατεί, οι εξελίξεις είναι δυσοίωνες, οι πρωταγωνιστικοί χαρακτήρες έχουν αδυναμίες, δεν είναι γενναίοι, αστραφτεροί ούτε σαγηνευτικοί). Και κυρίως, υπονομεύει το κυρίαρχο αφήγημα τόσο της επίσημης όσο και της μυστικής ιστορίας του δυτικού κόσμου, από τον Ψυχρό Πόλεμο μέχρι και τη σημερινή μετα-δημοκρατική συνθήκη. Έτσι ακονίζει τη συνείδηση του κοινού του, δηλαδή εκατομμυρίων ανθρώπων σε όλη την υφήλιο. Έντιμος άνθρωπος.
24
12

Jonathan Coe: Με ανησυχεί το πνεύμα του κυνισμού και της αδιαφορίας που βλέπω να κυριαρχεί

Οταν ο Μπίλι Γουάιλντερ επέστρεψε στη Γερμανία το 1945 για να γυρίσει το «Death Mills», το ντοκιμαντέρ μικρού μήκους που έκανε για τις θηριωδίες των ναζί, φαίνεται πως τον εντυπωσίασε, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, το γεγονός πως κανένας από τους μέσους Γερμανούς πολίτες που συνάντησε, δεν παραδεχόταν ότι είχε υποστηρίξει τον Χίτλερ ούτε ότι γνώριζε τι πραγματικά έκαναν οι ναζί. Κι όμως, εννοείται ότι οι φασίστες δεν θα μπορούσαν να πάρουν την εξουσία χωρίς την υποστήριξη του κόσμου. Αυτή ακριβώς η συνενοχή και η άρνηση να την παραδεχτούν, συντάραξαν τον Γουάιλντερ και προκάλεσαν την τόσο αμφίθυμη στάση που κράτησε απέναντι στη Γερμανία, στα μεταπολεμικά πλέον χρόνια. Πρόκειται για μια σημαντική πτυχή της ιστορίας του και ήμουν από την αρχή αποφασισμένος να την αποτυπώσω στο μυθιστόρημά μου. Και για έναν ακόμη λόγο φυσικά. Διότι είναι αποκαλυπτική για το τι συμβαίνει σήμερα παντού στην υφήλιο. Είναι ένα κλασικό παράδειγμα γι’ αυτό που η Χάνα Αρεντ αποκάλεσε «κοινοτοπία του κακού». (...) Με ανησυχεί το πνεύμα του κυνισμού και της αδιαφορίας που βλέπω να κυριαρχεί και που σημαίνει ότι ο κόσμος θα σηκώσει τους ώμους του και θα αποδεχτεί οτιδήποτε, επειδή «όλοι οι πολιτικοί είναι το ίδιο» και «ο ένας είναι χειρότερος από τον άλλο». Ομως οι πολιτικοί δεν είναι χειρότεροι ο ένας από τον άλλο. Χρειάζεται να ανακτήσουμε την εμπιστοσύνη μας στο ότι υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που είναι ικανοί να κυβερνήσουν καλύτερα από άλλους, με την απαραίτητη επάρκεια και εντιμότητα. Τα τελευταία χρόνια την έχουμε χάσει στη Βρετανία αυτή την πίστη.
09
10

Πώς κυοφορείται η ανθρωπιά;

Ο Τζεφ Βαντερμίερ ξεχωρίζει καλλιεργώντας μια «μετα-Αποκαλυπτική» λογοτεχνία. Αυτό το είδος τρέφεται συνήθως από τη νοσταλγία και θρηνεί την απώλεια του κόσμου-όπως-τον-ξέραμε, μεταφέροντας εν τέλει μηνύματα του τύπου «είμαστε καλά, καθίστε ήσυχα». Αντίθετα, ο Βαντερμίερ χρησιμοποιεί τα εργαλεία του είδους, προκειμένου να επεξεργαστεί κοινωνικά μηνύματα μη συμβατικά, που αφυπνίζουν το κοινό παίρνοντας υπόψη τους και τις προκλήσεις που θέτει η κλιματική αλλαγή. Το έκανε με την πολυβραβευμένη Τριλογία της Νότιας Ζώνης (εκδ. Καστανιώτης 2015, 2016, μτφρ. Μιχάλης Μακρόπουλος), το κάνει και με τον Μπορν (που έχει πιο άτεχνη μετάφραση). Εδώ δεν παρακολουθούμε τη σύγκρουση του Καλού με το Κακό αλλά τη σύγκρουση της «πραγματικής πραγματικότητας», που υπερασπίζεται ο συγγραφέας, με την «εναλλακτική πραγματικότητα» που μας έχει τυφλώσει με τις «Εταιρείες», τους «Μορντ», τις «Μάγισσες» ή τους «Μπορν», ή αλλιώς με τον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό, τα τάγματα εφόδου, τους οπορτουνιστές πολιτικούς, τον κάθε Μωυσή ή τα παιδιά με την «κακή διαγωγή» που «σκοτώνουν» την… πρόοδό μας ή σκοτώνουν στην ψύχρα τους αντιπάλους τους. Η πραγματική πραγματικότητα, υποστηρίζει ο Τζεφ Βαντερμίερ, είναι «κάτι που ξεπετιέται από τις δικές μας αποφάσεις κάθε δευτερόλεπτο», «κάτι που δημιουργούμε κάθε μέρα». Γι’ αυτό είναι σημαντικό «να εξουσιάζουμε τη ζωή μας».
12
08

Αριστείδης Αντονάς: Μήπως μας βλέπουν σαν πράγματα;

Το έναυσμα για τον συγγραφέα ήταν η πολύνεκρη επίθεση του «Ισλαμικού κράτους» στον παρισινό χώρο συναυλιών Bataclan (13/11/2015) όπως και οι «θεατρικοί» και διαδικτυακά δημοσιοποιημένοι αποκεφαλισμοί ομήρων στην έρημο, αλλά και η τηλε-δολοφονία του Ιρανού αξιωματούχου Σουλεϊμανί με διαταγή Τραμπ (14/2/2020), παράλληλα με την περιρρέουσα κοινωνικοπολιτική συνθήκη. Σε αυτό το κλίμα, προστέθηκε εφέτος η πανδημία του Covid-19, η οποία ανανοηματοδοτεί με πολύ ενδιαφέροντα τρόπο αυτόν τον «πολτό», που τον «δένουν» αλλόκοτες εικόνες εννοιολογικά συγκροτημένες. Ο Αντονάς βλέπει εδώ έναν μηχανισμό εκκένωσης του δημόσιου χώρου, μια ερήμωση του δήμου. Κι αυτή τη φορά, όπως μας λέει, η συνέπεια δεν είναι η μετα-δημοκρατία, αλλά ένα πλήγμα στην κοινότητα, μια ακύρωσή της, «αυτό που ο Ιταλός φιλόσοφος Αγκάμπεν ονομάζει α-δημία».
17
07

Το μωσαϊκό των ηρώων της γνώσης

Οι πρωταγωνιστές/στριες της Νικολαΐδου, εκπροσωπούν τρεις γενιές γεννημένες στον 20ό αιώνα, που μεγάλωσαν σε περιβάλλοντα εργατικά, αγροτικά, μικροαστικά, πολλοί/ές σε συνθήκες ακραίας φτώχειας και απαξίωσης, και πάντως χωρίς προδιαγραφές για όνειρα, αλλά το έβαλαν πείσμα να σπουδάσουν. Και τα κατάφεραν παρότι δεν είχαν «ίσες ευκαιρίες», δεν είχαν το απαραίτητο «πολιτισμικό κεφάλαιο» που δίνει διαβατήριο για τον κόσμο της «αριστείας» - τον μόνο που συλλαμβάνει το μυωπικό βλέμμα της σημερινής υπουργού Παιδείας... Είναι σπαρακτική η μαρτυρία της γεννημένης το 1961 Χ.Κ., μιας Σταχτοπούτας στα 13 της που έχει πλέον διδακτορικό στη Φιλοσοφία. Οπως λέει, όταν πέρασε στη Φιλοσοφική άκουσε για πρώτη φορά από τον Γεράσιμο Βώκο τη θεωρία του Πιερ Μπουρντιέ για την κοινωνική «διάκριση» που λειτουργεί απριόρι υπέρ αυτών που κουβαλούν μια οικογενειακή παιδεία. «Βγήκα από το αμφιθέατρο κλαίγοντας. Σπάραξα. Τότε συνειδητοποίησα για ποιον λόγο δυσκολευόμουν να συντονιστώ με τα παιδιά που ήμασταν μαζί στο Φιλοσοφικό, στην ειδίκευση. Τα μισά ήταν παιδιά πανεπιστημιακών... Είχαν μια κουλτούρα.» Η συγγραφέας ηχογράφησε 102 μαρτυρίες γεωγραφικά διασκορπισμένες. Από αυτές, παρουσιάζει ταξινομημένες τις μισές, σαν ψηφίδες ενός μωσαϊκού των ηρώων της γνώσης. Είναι «αυτοί που ήθελαν να γίνουν γιατροί», οι «επιχειρηματίες», τα «στελέχη και οι ελεύθεροι επαγγελματίες», εκείνοι που σπούδασαν εκτός των τειχών, ή άλλοι που σπούδασαν με υποτροφίες κι έτσι κατάφεραν να παρακάμψουν τα ταξικά εμπόδια (όπως ο 45άρης σήμερα ογκολόγος Ν.Τ., με αναλφάβητο πατέρα και μάνα της Δ΄ Δημοτικού, ο οποίος όταν θέλησε να προχωρήσει σε διδακτορικό, αντιμετώπισε την ερώτηση «Ποιανού είσαι εσύ;»). Το βιβλίο κλείνει με τους 20-30άρηδες, μεταξύ τους πολλά παιδιά μεταναστών. Ολες οι μαρτυρίες είναι ατόφιες φέτες ζωής, περασμένες μέσα από το φίλτρο της μνήμης (η Νικολαΐδου το σχολιάζει), και μεταγραμμένες έτσι ώστε να φανερώνονται οι άβολες αλήθειες και τα τραύματα αυτού του ηρωικού κόσμου. Χαρακτηριστικό το «γυάλινο ταβάνι», δηλαδή η αόρατη οροφή στην ανέλιξη όσων δεν ήταν «γόνοι» (κάτι που δεν φοβάται η σημερινή νέα γενιά), ή η έμφυλη διάσταση των σπουδών, αφού για πολλά χρόνια «στη μαύρη επαρχία ήταν αδιανόητο για τα κορίτσια να σπουδάσουν»...
31
05

Νόνα Φερνάντες: «Ενοχλητική Χιλιανή, ενίοτε εξαγριωμένη»

Γεννημένη το 1971, η Nona Fernández Silanes είναι μια δυναμική και πολιτικοποιημένη συγγραφέας, σεναριογράφος και ηθοποιός, μια «ενοχλητική Χιλιανή ενίοτε εξαγριωμένη», με τολμηρή και ουσιαστική ματιά σε σχέση με «τα συναισθήματα ενός ολόκληρου έθνους απέναντι σε ένα παρελθόν μαύρο και ίσως ντροπιαστικό». Αυτό σημείωνε η επιτροπή που της απένειμε ένα κορυφαίo βραβείo της ισπανόφωνης λογοτεχνίας, το «Sor Juana Inès de le Cruz». Η Φερνάντες παρακολουθεί τις προσπάθειες να ξεπλυθεί η πολιτική, θεσμική, οικονομική κληρονομιά της δικτατορίας, και εξερευνά το φαινόμενο του ελέγχου της μνήμης και της λήθης, ζητώντας «δικαιοσύνη και αλήθεια», διότι «δεν πιστεύω στη συγγνώμη». Η επιλεκτική μνήμη είναι κάτι που σημάδεψε τη γενιά της και που χαρακτηρίζει πολλές και ισχυρές πολιτικοκοινωνικές δυνάμεις στη Χιλή μετά το 1980, από τότε δηλαδή που εγκρίθηκε με ευρεία πλειοψηφία το σύνταγμα που πρότεινε η στρατιωτική χούντα. Εκείνη τη χρονιά ξεκινά και το μυθιστόρημα Space Invaders, που έχει έντονη αυτοβιογραφική διάσταση. Το εύρημα της Φερνάντες είναι το ηλεκτρονικό παιχνίδι του τίτλου, που παραπέμπει στην αντιστροφή της αλήθειας για την έκρηξη της βίας που έζησε η γενιά της στα μαθητικά της χρόνια. Τότε που όποιος αμφισβητούσε τη διακυβέρνηση Πινοτσέτ αντιμετωπιζόταν σαν απειλή, και εξοντωνόταν χωρίς δισταγμό όπως οι «εισβολείς από το Διάστημα» σ’ αυτόν τον πρόδρομο των βιντεοπαιχνιδιών επιβίωσης. Οι πρωταγωνιστές της πυροβολούν στις τηλεοπτικές οθόνες τους στρατιές εξωγήινων, αλλά στο σχολείο τους αυτοί είναι που καλούνται να πειθαρχούν σαν στρατός, και στα όνειρά τους αυτοί βάλλονται σαν εξωγήινοι.
09
04

Έρχονται καιροί βιβλιοφάγοι

Στην καμπάνια «Μένουμε σπίτι», και σε πολλά διαφημιστικά τηλεοπτικά σποτ, βλέπουμε συχνότερα από κάθε άλλη φορά στα χρονικά ανθρώπους χαλαρούς και χαρούμενους να καμώνονται ότι απολαμβάνουν το διάβασμα βιβλίων, κι έπειτα στον καναπέ να βλέπουν ταινίες, να χορεύουν μόνοι στους ήχους κάποιας μελωδίας ή να σερφάρουν σε ψηφιακά προγράμματα μουσείων. Ο κορονοϊός και η καραντίνα μας φέρνουν, λέει, κοντά στα βιβλία! Κοντύτερα στον πολιτισμό! Άραγε είναι αλήθεια; Ή μήπως όχι ακριβώς; Μέχρι πριν από λίγο καιρό τα βιβλία ήταν, για την πλειονότητα του μεγάλου κοινού, το αξεσουάρ ενός ντεκόρ, έστω λίγο ωραιότερου σήμερα από τις παλιές δερματόδετες (και απείραχτες) σειρές πίσω από την πλάτη κάθε σπουδαιοφανούς. Έφτασε άραγε η στιγμή που τα βιβλία θα ξεφύγουν από τα χέρια των βιβλιόφιλων και θα αγκαλιαστούν από καινούργια κοινά (ναι, είναι πολλά τα κοινά τους και όχι ένα); Αλλά πώς; Πώς θα επιβιώσουν εκεί έξω στην αγορά, όταν έχει σπάσει η αλυσίδα της παραγωγής, της διακίνησης και της προβολής τους εξαιτίας της υγειονομικής κρίσης; Πόσες εκδοτικές, εκτυπωτικές, βιβλιοπωλικές επιχειρήσεις έχουν το απαραίτητο «μαξιλάρι» για μια επανεκκίνηση; Η αόρατη απειλή δεν επιτρέπει προβλέψεις. Τι θα κάνει ο κόσμος του βιβλίου τώρα που η έλλειψη ρευστότητας έχει γονατίσει τον κλάδο; Τι θα κάνει γενικότερα η πολιτιστική βιομηχανία που έχει πληγεί από τους περιορισμούς και τα μέτρα καραντίνας παντού στον κόσμο;
05
04

Τζ. Μ. Κουτσί: «Κατηγορώ» για τα στρατόπεδα τιμωρίας των αιτούντων άσυλο

«Η πέραν των συνόρων μετανάστευση», σχολιάζει στο NYRB ο Τζ. Μ. Κουτσί, «είναι μια πραγματικότητα στον σημερινό κόσμο και οι ροές θα αυξάνονται όσο η Γη θα υπερθερμαίνεται, όσο τα παλιά βοσκοτόπια θα μεταμορφώνονται σε ερήμους και η θάλασσα θα καταπίνει ολόκληρα νησιά. Απέναντι σ’ αυτό το παγκόσμιο ιστορικό φαινόμενο υπάρχουν τρόποι αντίδρασης μπερδεμένοι, μπελαλίδικοι, αλλά ανθρωπιστικοί – ή τουλάχιστον ανθρώπινοι – ακριβώς όπως υπάρχουν και τρόποι αντιμετώπισης νοικοκυρεμένοι, καθαροί, αλλά απάνθρωποι». Ο Μποοχανί το καταλαβαίνει και το καταγράφει ότι τόσο ο ίδιος όσο και οι «δίχως χαρτιά» («sans papiers») σύντροφοί του στο Μανούς, από το Αφγανιστάν, το Πακιστάν, το Κουρδιστάν, το Ιράκ, τη Σομαλία, τον Λίβανο, το Μιανμάρ κ.α., είναι όμηροι που χρησιμοποιούνται «για να ξυπνούν τον φόβο, για να τρομάζουν τους συμπατριώτες τους και να τους αποτρέπουν από το να κατευθύνονται στην Αυστραλία». Στο Φίλος κανένας, μόνο τα βουνά… περιγράφει τα τέσσερα πρώτα χρόνια της κράτησής του στο νησί Μανούς, ώσπου το στρατόπεδο-φυλακή έκλεισε στα τέλη του 2017 και οι κρατούμενοι μεταφέρθηκαν σε άλλα καταλύματα στην ενδοχώρα. Παράλληλα, αναλύει το σύστημα της ιδιότυπης αυτονομίας των στρατοπέδων που έχει επιβληθεί από τις αρχές της Αυστραλίας, ένα σύστημα δεσμευτικό για τους δεσμοφύλακες όσο και για τους δεσμώτες, που έχει στόχο να σπάσει το ηθικό των προσφύγων, να διαλύσει την αλληλεγγύη μεταξύ τους, να τσακίσει τις αντοχές τους με καψόνια, περιορισμούς κ.ο.κ., μέχρι να δεχτούν την επαναπροώθηση στις χώρες τους.