Μικέλα Χαρτουλάρη

17
01

«Μαύρη» γραφή, λάτιν αλήθεια

Το ντοκιμαντέρ «Latin Noir» του Ανδρέα Αποστολίδη για την έκρηξη της λατινοαμερι­κανικής λογοτεχνίας, με «πρωταγωνι­στές» τους συγγραφείς Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ, Λεονάρδο Παδούρα, Λουίς Σεπούλβεδα, Σαντιάγο Ρονκαλιόλο, Κλαούντια Πινιέιρο και τους ήρωές τους, «γέννησε» και την ομώνυμη μελέτη που κυκλοφορεί από την "Αγρα". Το 1988 ο Λεονάρδο Παδούρα έχει επιστρέψει από έναν χρόνο θητεία στην Αγκόλα, όπου η Κούβα του Κάστρο είχε στείλει στρατό, και φτάνει ως δημοσιογράφος στην Ισπανία. «Είχα το προνόμιο να καλύψω την πρώτη “Σεμάνα Νέγρα”, που ήταν η πιο σημαντική συνάντηση συγγραφέων αστυνομικής λογοτεχνίας στην Iστορία. Μόνο ο Λε Καρέ έλειπε γιατί είχε προβλήματα υγείας. Εκεί γνώρισα τον Μονταλμπάν και τους άλλους Ισπανούς». Εξήντα ένας συγγραφείς συγκεντρώθηκαν εκείνη τη χρονιά στην παραθαλάσσια Χιχόν της άλλοτε αυτόνομης κοινότητας των Αστούριας, δίνοντας φτερά σε μια ιδέα που είχε ένας 39χρονος Μεξικανός συγγραφέας, γεννημένος στη Χιχόν από γονείς κυνηγημένους από τον Φράνκο. Ηταν ο Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ. Είχε ζήσει τη «σφαγή στο Τλατελόλκο», το 1968, όταν οι μεξικανικές ένοπλες δυνάμεις άνοιξαν πυρ σε πορεία φοιτητών και πολιτών που διαμαρτύρονταν στην πρωτεύουσα για τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση διαχειριζόταν την υπόθεση των Ολυμπιακών Αγώνων, δίνοντας μια πλαστή εικόνα ευημερίας της χώρας. Σκοτώθηκαν τουλάχιστον 400 και στη συνέχεια η αυταρχική κυβέρνηση επιδόθηκε σε μια συστηματική εκστρατεία συγκάλυψης της αλήθειας. Από τότε, η μάχη για την αλήθεια έγινε κομβικό ζητούμενο στη ζωή και στο έργο του Τάιμπο. Το ίδιο αισθάνονταν εκείνη την εποχή πλήθος συγγραφείς στη Λατινική Αμερική, κι αυτό συνεχίστηκε στις δεκαετίες του ’70 και του’80, των δικτατοριών, της κρατικής διαφθοράς και των 30.000 «εξαφανισμένων» της Αργεντινής. Αλλά συνεχίστηκε και στη δεκαετία του ’90 και των εκστρατειών συγκάλυψης της αλήθειας στη Χιλή, στο Περού κ.α. όπως και μετά το 2000 που η αστυνομία αποδείχτηκε πια σύμμαχος του οργανωμένου εγκλήματος, και τα «λευκά κολάρα» έδειξαν το αδίστακτο πρόσωπό τους. Ετσι διαμορφώθηκε το λογοτεχνικό ρεύμα των «novelas negras», των «μαύρων μυθιστορημάτων» της Νότιας Αμερικής, όρος που καθιερώθηκε το 1984. Εδώ και 34 χρόνια, η Εβδομάδα του «μαύρου» μυθιστορήματος (Semana Negra) στη Χιχόν, λειτουργεί με ψυχή της τον Τάιμπο, σαν τόπος συνάντησης των συγγραφέων που βλέπουν κατάματα το σκοτάδι και θέλουν να μιλήσουν αλλιώς γι’ αυτό. Το χαρακτηριστικό της είναι ότι εξελίσσεται σαν πανηγύρι στο οποίο παίρνει μέρος όλη η πόλη. Ενα πανηγύρι που γίνεται εγερτήριο σάλπισμα για μια λογοτεχνία που θέλει να είναι στην πρώτη γραμμή της κριτικής στην κρατική εξουσία και στα παρακλάδια της. Από τους μόνιμους εμψυχωτές της ήταν και ο Λουίς Σεπούλβεδα, που έγινε κάτοικος της Χιχόν. Εκεί γνωρίστηκαν με τον Πέτρο Μάρκαρη, ο οποίος από το 2004 έχει συμμετάσχει τέσσερις φορές στη Semana Negra. Ολα αυτά έρχονται στο προσκήνιο χάρη στον συγγραφέα και μεταφραστή αστυνομικών μυθιστορημάτων αλλά και σκηνοθέτη, Ανδρέα Αποστολίδη, που γύρισε το ντοκιμαντέρ «Latin Noir» με «πρωταγωνιστές» κατά σειρά, τους συγγραφείς Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ (Μεξικό), Λεονάρδο Παδούρα (Κούβα), Λουίς Σεπούλβεδα (Χιλή), Σαντιάγο Ρονκαλιόλο (Περού), Κλαούντια Πινιέιρο (Αργεντινή) και τους ήρωές τους.
21
12

«Εχω στην πλάτη ουλές από τα γέλια»

[…] «Μη μου μιλάτε για το προλεταριάτο/ Γιατί το να είσαι φτωχός και αδερφή είναι ακόμα χειρότερο/ […]/ Για την τρυφερότητα μιλάω σύντροφε/ Εσείς δεν ξέρετε/ Πόσο κοστίζει να βρει κανείς τον έρωτα/ Σ’ αυτές τις συνθήκες/ Εσείς δεν ξέρετε τι είναι να κουβαλάει κανείς αυτή τη λέπρα/ Ο κόσμος κρατάει τις αποστάσεις/ Ο κόσμος δείχνει κατανόηση και λέει:/ Είναι αδερφή αλλά γράφει καλά/ Είναι αδερφή αλλά είναι καλός φίλος/ […] / Εχω στην πλάτη ουλές από τα γέλια / Εσείς νομίζετε ότι σκέφτομαι με τον κώλο/ Και ότι με το πρώτο ηλεκτροσόκ της CNI/ Θα τα ξερνούσα όλα/ […]/ Γι’ αυτό και σε τούτο το τρένο δεν ανεβαίνω/ Χωρίς να ξέρω πού πάει/ Εγώ δεν θ’ αλλάξω από τον μαρξισμό/ Που μ’ απέρριψε τόσες φορές/ Δεν χρειάζεται ν’ αλλάξω/ Είμαι πιο ανατρεπτικός από σας/ […]/ Σ’ εσάς δίνω τούτο το μήνυμα/ Είναι τόσα τα παιδιά που θα γεννηθούν/ Με μια μικρή φτερούγα τσακισμένη/ Κι εγώ θέλω να πετάξουν σύντροφε/ Θέλω η επανάστασή σας/ Να τους δώσει ένα κομματάκι κόκκινο ουρανό/ Για να μπορέσουν να πετάξουν». (Σ.σ. CNI, ήταν η μυστική αστυνομία επί Πινοτσέτ.)
18
11

Η ιστορική κουλτούρα και το Πολυτεχνείο

«Ξέρω Ιστορία σημαίνει βάζω τα μεγάλα ερωτήματα» «Το ζήτημα δεν είναι να φορτώσουμε τα παιδιά με “περισσότερη Ιστορία”» γράφει η Σαλβάνου, αλλά «να τα μάθουμε να σκέφτονται διαφορετικά πάνω στο παρελθόν, τόσο σχετικά με το αρχικό πλαίσιο των γεγονότων όσο και με τις δεύτερες και τρίτες ζωές τους». Και συμπληρώνει για την «Εφ.Συν.»: «Από τη στιγμή που οι 17άρηδες έχουν δικαίωμα ψήφου, χρειάζεται να έχουν τα εργαλεία για να μπορούν να αναμετρηθούν με τη μνήμη που υπάρχει στον δημόσιο χώρο και να καταλάβουν την ιστορικότητα του παρόντος, αλλά και τη συμβολική γλώσσα της πολιτικής. Αυτό είναι ευθύνη της σχολικής εκπαίδευσης. Δεν αρκεί να αναπαράγει την εθνική ταυτότητα, όπως λέει η υπουργός Παιδείας. Θα πρέπει οι μαθητές να καταλαβαίνουν και ότι οι ταυτότητες είναι σε συνεχή αναδιαπραγμάτευση, να βλέπουν την αρχιτεκτονική τους. Ηταν χαρακτηριστικό λ.χ. ότι οι πολιτικές της μνήμης για τα 450 χρόνια από τη ναυμαχία της Ναυπάκτου που γιορτάστηκαν φέτος έφεραν στο προσκήνιο τη σύγκρουση χριστιανισμού και ισλάμ, όταν την ίδια στιγμή εφαρμόζονται αντιπροσφυγικές πολιτικές». Πότε λοιπόν μπορούμε να πούμε ότι ξέρουμε Ιστορία; «Δεν αρκεί να ελέγχουμε τις πηγές», εξηγεί η Σαλβάνου. «Ξέρω Ιστορία, δεν σημαίνει μόνο ότι γνωρίζω τα πραγματολογικά στοιχεία ή ότι ξέρω να αξιολογώ μια πληροφορία και πώς αυτή εντάσσεται στα συμφραζόμενα και στον ιστορικό της χρόνο. Σημαίνει και αυτά, αλλά και το ότι έχω μάθει να αναδεικνύω τα μεγάλα ερωτήματα που έχουν σημασία στο εκάστοτε παρόν. Ξέρω Ιστορία, σημαίνει ότι έχω μάθει να διαβάζω τα κομμένα νήματα, να διαβάζω τον διάλογο μεταξύ της μνήμης και των “σκληρών δεδομένων” και ότι ξέρω να ανιχνεύω τη νοηματοδότηση του παρελθόντος και τον ρόλο της στο παρόν. Είναι ακριβώς το θέμα αυτού του βιβλίου». Τους λόγους για τους οποίους η επέτειος λαμβάνει υπόψη της κάθε φορά τα πολιτικά διακυβεύματα, απαντώντας και σε αγωνίες του παρόντος, διερευνά στην υπό έκδοση μελέτη της «Πώς μαθαίνουμε Ιστορία χωρίς να τη διδαχθούμε;» (Ασίνη) η ιστορικός Αιμιλία Σαλβάνου, ξεκινώντας την αφήγησή της με ανάλυση της σειράς «Game of Thrones», που παρουσιάζεται ως χαρακτηριστικό παράδειγμα για το πώς το παρελθόν γίνεται επιδραστικό στο παρόν.
27
10

Στη ζυγαριά η εξωστρέφεια του ελληνικού βιβλίου

Ο Έλληνας Υφυπουργός δεν παρουσίασε κανένα συνεκτικό σχέδιο, ούτε για την «ορατότητα» των επαγγελματιών της μετάφρασης, ούτε για μια μεταφραστική πολιτική (λ.χ. υποτροφίες, διμερείς ανταλλαγές, ερευνητικά προγράμματα για τους μηχανισμούς των λογοτεχνικών αγορών, συνεργασία με τα κέντρα νεοελληνικών σπουδών στα πανεπιστήμια του εξωτερικού κ.ά.). Μίλησε για τα σχέδιά του περισσότερο με γενικολογίες, με κλισέ, και με έναν αέρα απαξίας για τις δημόσιες πολιτικές του παρελθόντος. Αντιμετώπισε τον κλάδο σαν μια χούφτα έφηβους κουλτουριάρηδες που το θεωρούν «unsexy» (sic) να ζουν από τη δουλειά τους. Για τον κύριο Υφυπουργό, ο χώρος του Βιβλίου έχει κολλήσει σε διακρίσεις του τύπου «ποιοτικό- εμπορικό-μαζικό» και αντιμετωπίζει «το χρήμα ως ταμπού». Σημείωσε ότι «έκλεισαν τα βιβλία τους 18.000 άτομα στο διάστημα 2012-2019», χωρίς να αναφερθεί στην κρίση και δεν υποστήριξε δημόσιες πολιτικές ενίσχυσης, απαλλαγών, διευκολύνσεων κ.ά. για συγγραφείς, μεταφραστές, βιβλιοπώλες ή εκδότες. Ο δρόμος που προτείνει για τους δρώντες στον χώρο είναι, όπως είπε, η ανάπτυξη δεξιοτήτων και η «επιμόρφωση» σε τομείς όπως εκείνος της εξεύρεσης οικονομικών πόρων μέσω ποικίλων προγραμμάτων ή «partnership» κ.ο.κ.
22
10

Συναρπαστική ακροβασία

Εμφανίστηκε στα γράμματα το 1983, κέρδισε έναν διθύραμβο από τον Απντάικ, παρέμεινε έξω από τις λογοτεχνικές φατρίες, τιμήθηκε με σημαντικά βραβεία, κυνήγησε παράτολμες εμπειρίες, μάχεται ενάντια στους δαίμονές του και ξεγυμνώνεται στα βιβλία του με έναν τρόπο μοναδικό. Ο Εμανυέλ Καρέρ ρισκάρει να μη λέει ψέματα. Το καινούργιο του αφήγημα, το «Γιόγκα» (Εκδ. του Εικοστού Πρώτου) κορυφώνεται στη Λέρο. (...) Στο Γιόγκα, που παραπέμπει σε τέσσερα πυκνά χρόνια της ζωής του (2015-2019), αποκαλύπτει: «Μου έχουν πει ότι χρειάζεται πολύ θάρρος για να περιγράφεις τον εαυτό σου όπως κάνω στα βιβλία μου, χωρίς φτιασίδια. Δεν είναι αλήθεια (…) γιατί όποιος γράφει έχει όλη τη δύναμη στα χέρια του, κι εκείνος για τον οποίο γράφει βρίσκεται στο έλεός του. (…) Κυκλοφόρησα ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο, το Ρώσικο μυθιστόρημα. Ξεγυμνώθηκα εκεί μια χαρά, εμένα αφορούσε, υπέβαλα όμως στην ίδια μεταχείριση τη μητέρα μου που φοβόταν μήπως αποκαλύψω ένα οικογενειακό μυστικό (σ.σ. για τον εμιγκρέ Γεωργιανό πατέρα της), αλλά και την τότε σύντροφό μου της οποίας φανέρωσα τη συναισθηματική και σεξουαλική ιδιωτική ζωή, με πρόσχημα ότι ήταν αξεδιάλυτα ενωμένη με τη δική μου.(…) Πέρασα μια γραμμή που δεν έπρεπε να την περάσω.» Αυτή τη γραμμή κατηγορήθηκε από τη δεύτερη γυναίκα του πως την ξαναπέρασε με το Γιόγκα. Ετσι, ενώ ήταν το φαβορί για τα βραβεία Γκονκούρ του 2020, αποκλείστηκε. Οπως παραδέχεται στο βιβλίο του: «Εχω εξαιρετικό ταλέντο στο να κάνω μια ζωή που θα είχε τα πάντα για να είναι ευτυχισμένη, αληθινή κόλαση».
10
10

Ερωτισμός και ουτοπία

Τα Σανδάλια -που πρωτοκυκλοφόρησαν στα ελληνικά το 2003 (Εξάντας) και επανεκδόθηκαν φέτος το καλοκαίρι σε πιο ώριμη και διεισδυτική μετάφραση- ανοίγουν στη Βενετία. Η Φρανς (όπως Γαλλία) Μπαμπελσόν, δικηγόρος σε μια εταιρεία με αντικείμενο τα ΜΜΕ, έχει φτάσει στο ξενοδοχείο όπου θα συναντηθούν με τον εραστή της. «Ομορφιά εσωτερική και ακτινοβόλα. Διαθέσιμη, μα όχι χωρίς να κρατά αποστάσεις: πρόθυμη και ταυτόχρονα συγκρατημένη». Με τον Μπερνάρ Μπορίς (επίθετο με ρωσικό χρώμα) είχαν πρωτοσυναντηθεί στις ΗΠΑ, μόλις εκείνος είχε παντρευτεί την Κλεμάνς (όπως φιλεύσπλαχνη, επιεικής). Ηταν δημοσιογράφος με ζηλευτές σπουδές, που ασχολιόταν με την παραγωγή ντοκιμαντέρ «για να οραματίζεται το πραγματικό». Η έλξη μεταξύ τους ήταν ακαριαία και δεν σταμάτησαν, ούτε μετά τον δικό της γάμο, να συναντιούνται σποραδικά επί είκοσι χρόνια. Είχαν βρει την «τέλεια ισορροπία ανάμεσα στην προδοσία της ηδονής και στο βόλεμα της συζυγικής ζωής». Τώρα όμως εκείνη έχει αποφασίσει να του πει πως δεν θα υπάρξει άλλο ραντεβού. Ενώ φορά τα ραφινάτα σανδάλια της «με τακούνι και λουράκια, που αναδεικνύουν τη φινέτσα των αστραγάλων, τις λεπτές, καλλίγραμμες και μυώδεις γάμπες της», σκέφτεται την πορεία της σχέσης τους με το «συχνά εξευτελιστικό κρυφτούλι» και με φόντο συστηματικές αναφορές σε μια μεγάλη πολιτισμική παράδοση επικίνδυνων σχέσεων. «Είχε αρχίσει να περιμένει από εκείνον την ελευθερία που η ίδια δεν είχε κατακτήσει και που αυτός απολάμβανε χάρη σε μια ρήξη που δεν συνέβη με δική του πρωτοβουλία».
05
07

Η ιστορία έρμαιο των διαχειριστών της

«…Μία και μόνη σώτειρα οδός ανοίγεται εις πάσαν εφεξής Κυβέρνησιν, όπως μη εν ου μακρώ χρόνω ευρεθή προ ερειπίων, εξ ενός μεν να επιδιώξη την αύξησιν των δημοσίων προσόδων ουχί διά της επιβολής νέων φόρων (της ράχεως του λαού μη ούσης επιδεκτικής περαιτέρω επιβαρύνσεως), αλλά διά λελογισμένης και ευσυνειδήτου εισπράξεως των εν ισχύϊ και επιμελούς επιτηρήσεως και προλήψεως πάσης καταχρήσεως, εξ ετέρου δε να περιορίση τον εσμόν των αργομίσθων και εν γένει καταργήση πάσαν άγονον σπατάλην του δημοσίου χρήματος…» Είναι ο γεννημένος στο Ναύπλιο νομικός, λόγιος, ιστορικός, και πολιτευτής με το τρικουπικό κόμμα, Μιχαήλ Λαμπρυνίδης (1851-1915), σε ένα από τα πύρινα άρθρα του ενάντια στην «υπεραφαίμαξιν του λαού» που ακολούθησε την επιβολή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου μετά την ήττα της χώρας στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897. Το δημοσιεύει με τίτλο «Εν Πρόγραμμα Οικονομιών» στην εφημερίδα Αθήναι της 17 Ιουλίου 1909, μόλις έχει παραιτηθεί ο πρωθυπουργός του τρικουπικού κόμματος Γεώργιος Θεοτόκης και έχει αναλάβει ο Δημήτριος Ράλλης. Υστερα από μερικές εβδομάδες θα ξεσπάσει το στρατιωτικό Κίνημα στο Γουδί. Η Ελλάδα έφθανε τότε μόλις μέχρι και τη Θεσσαλία και την Αρτα. (...)
03
07

Γροθιά στο στομάχι

Τα Γυμνά οστά, είναι ένα graphic novel-γροθιά στο στομάχι που συνυπογράφουν δύο ανήσυχοι 40άρηδες: ο Δημοσθένης Παπαμάρκος και ο Kanellos Cob (εκδ. Polaris). Ο ιστορικός της ελληνιστικής αρχαιότητας, βραβευμένος πεζογράφος και σεναριογράφος, μαζί με τον γεννημένο στην Αθήνα, σπουδαγμένο συντηρητή αρχαιοτήτων και βραβευμένο κομίστα που σταδιοδρομεί στη Γαλλία, δημιούργησαν ένα μυθιστόρημα-σε-εικόνες, που μπορεί να διεκδικήσει διεθνή καριέρα τόσο για το εικαστικό όσο και για το θεματικό ειδικό βάρος του. Το βιβλίο τους, σε ιδέα και σενάριο του Παπαμάρκου, προβάλλει στο μέλλον τον εφιάλτη του παγκόσμιου παραλογισμού που γιγαντώνεται σήμερα με τη σκυταλοδρομία των εξοπλισμών, με την ακόρεστη δίψα για οικονομική εξουσία, με τη συνεχιζόμενη καταστροφή των βιότοπων του πλανήτη, αλλά όχι μόνο. Γιγαντώνεται πρώτα με την απαξίωση, τον ευτελισμό, την περιφρόνηση, την αδιαφορία, τον απενοχοποιημένο κυνισμό για τους πληθυσμούς των ανθρώπων που αντιμετωπίζονται ως αναλώσιμοι. Και δεν είναι μόνο οι μεταναστευτικές ροές, είναι και οι μικροκοινότητες των μεγαλουπόλεων που δεν χωρούν στα σχέδια των κυρίαρχων. Το graphic novel των Παπαμάρκου και Cob ζωντανεύει, με υποδειγματική οικονομία στον λόγο, αυτή την ήδη διαφαινόμενη δυστοπία περιγράφοντας μια πορεία θανάτου σε ένα τοπίο θανάτου. Ετσι, τα Γυμνά οστά διασταυρώνονται με τη συλλογή διηγημάτων Γκιακ ( Αντίποδες 2014, Πατάκης 2020) του Παπαμάρκου, που εμπνεόταν από την αιματηρή προέλαση του ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία, όπως διασταυρώνονται και με την ομηρική «Νέκυια» της Οδύσσειας. Ομως τώρα, σε τούτο το μελλοντολογικό τοπίο για το οποίο ευθύνεται η δική μας εποχή, κανένας χαρακτήρας, μα κανένας, δεν είναι «καλός». Και δεν ξέρουμε εάν κάποιος από τους βασικούς τρεις θα προλάβει, ούτε εάν θα θελήσει ή εάν θα μπορέσει να κάνει κάποτε κάτι καλό. Και ποιο θα είναι εκείνο; Η προσπάθεια βελτίωσης αυτού του μετα-κόσμου ή η ανατροπή του;
22
05

Κωστής Παπαϊωάννου: Σαν να γυρεύουν ρεβάνς από τη Μεταπολίτευση

«Είναι εμφανής η εμμονή ορισμένων με τη Μεταπολίτευση», μας λέει. «Η πολιτειακή αλλαγή το ’74, το τέλος του μετεμφυλιακού κράτους και η θεμελίωση της πιο μακροχρόνιας και ουσιαστικής δημοκρατίας σε κάποιους έπεσε βαριά. Δείτε με πόση εμμονή λένε “Να τελειώνουμε με τη Μεταπολίτευση”. Το πνεύμα της φταίει για όλα, είναι πνεύμα άκριτων διεκδικήσεων, συντεχνιακού κατακερματισμού και προνομίων. Φυσικά υπήρξαν στρεβλώσεις και καταχρήσεις. Ολοι τις γνωρίζουμε, πάσχουμε από αυτές, τις πληρώσαμε ακριβά. Αλλά η εργαλειοποίησή τους σκοπό έχει να αποδομηθούν και να διαλυθούν οι ιμάντες της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας. Τι λένε; Τα Πανεπιστήμια είναι χώροι ανομίας, θα βάλουμε πανεπιστημιακή αστυνομία. Τα συνδικάτα είναι κάτι προνομιούχοι τεμπέληδες, θα περιορίσουμε νομοθετικά την απεργία και τις διαδηλώσεις. Οι ανθρωπιστικές οργανώσεις είναι πράκτορες του Σόρος ή διακινητές μεταναστών, θα τους στείλουμε στον εισαγγελέα. Δείτε πώς δαιμονοποιείται συστηματικά επί χρόνια το δικαίωμα στο συνέρχεσθαι: η διαδήλωση φταίει για τα άδεια μαγαζιά, το κυκλοφοριακό και τον Covid-19. Ξέρετε τι λέει ο κυρίαρχος λόγος που εκπέμπεται από την κυβέρνηση και τα μεγάλα ΜΜΕ; “Σας δώσαμε όσα συνιστούν μια συμμετοχική δημοκρατία και κάνατε κατάχρηση. Σας δώσαμε πολλή δημοκρατία και το παρακάνατε. Ωρα να τελειώνουμε με την πολλή ελευθερία”. Σαν να γυρεύουν ρεβάνς από τη Μεταπολίτευση». (...) «Οντως πολλοί νέοι αντιδρούν, είναι υποψιασμένοι, ζουν υπό πίεση. Νέοι “υπεράνω υποψίας”. Αλλά να μην ξεχνάμε ότι εκεί ακριβώς αναζητούν άλλοι τους ορμητικούς υποστηρικτές μιας δεξιάς ριζοσπαστικοποίησης. Δίπλα στους νέους που διεκδικούν με προτάγματα ισότητας και ελευθερίας, άλλοι νέοι γίνονται γόμωση αυταρχική, αποζητούν εθνική ή φυλετική περιχαράκωση, επιστροφή σε ένα ιδεατό παρελθόν καθαρότητας. Και οι μεν και οι δε νιώθουν πως λειτουργούν αντισυστημικά, ανατρεπτικά. Προσβλέπω πάντως κι εγώ σε μια αμφισβητητική επαναπολιτικοποίηση, στην εκκίνηση μιας ευρείας δημοκρατικής διεκδίκησης των νέων, με νέα εργαλεία, νέες δικτυώσεις, νέες συλλογικότητες. Σε μια στράτευση όχι μόνο ενσώματη, στον δρόμο, αλλά και στον χώρο των ιδεών, της πληροφόρησης, της γνώσης».