Μικέλα Χαρτουλάρη

10
02

Μαρκ Μαζάουερ: «Το ότι πέτυχε η ελληνική επανάσταση, ήταν η μεγαλύτερη έκπληξη»

Οι περισσότεροι ιστορικοί και δημοσιογράφοι υποστηρίζουν το κοσμικό κράτος, και δεν τους αρέσει η πολλή θρησκεία μέσα στην ιστορία. Ομως κάθε φορά που μελετάς μια εποχή, χρειάζεται να μπαίνεις στο μυαλό των ανθρώπων που τη ζούσαν. Κι ο κόσμος του ’21 δεν ήταν εκκοσμικευμένος. Το να πιστεύεις στα θαύματα σήμαινε, και ίσως σημαίνει, ότι πιστεύεις στο αναπάντεχο και στο ανεξήγητο. Αυτό είναι ένα πρόβλημα για τον ιστορικό: κάθε ιστορικός καλείται να ερμηνεύει συγκεκριμένα δεδομένα. Αλλά όταν ερμηνεύεις υπερβολικά καλά, σου διαφεύγει η έκπληξη. Το γεγονός ότι η ελληνική επανάσταση πέτυχε, ήταν η μεγαλύτερη έκπληξη. Θέλησα λοιπόν στο κλείσιμο του βιβλίου να μιλήσω με όρους πραγματικότητας και αλληγορίας, και να θέσω το ερώτημα: «μα πώς τα κατάφερε;» Από μια άλλη γωνία, η έννοια του θαύματος συγγενεύει με την ελπίδα. Οι ουτοπίες έχουν εκλείψει. Εμείς δεν ελπίζουμε πια σε πολιτικά επιτεύγματα. Οι Ελληνες το 1820 είχαν ελπίδες.
17
01

«Μαύρη» γραφή, λάτιν αλήθεια

Το ντοκιμαντέρ «Latin Noir» του Ανδρέα Αποστολίδη για την έκρηξη της λατινοαμερι­κανικής λογοτεχνίας, με «πρωταγωνι­στές» τους συγγραφείς Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ, Λεονάρδο Παδούρα, Λουίς Σεπούλβεδα, Σαντιάγο Ρονκαλιόλο, Κλαούντια Πινιέιρο και τους ήρωές τους, «γέννησε» και την ομώνυμη μελέτη που κυκλοφορεί από την "Αγρα". Το 1988 ο Λεονάρδο Παδούρα έχει επιστρέψει από έναν χρόνο θητεία στην Αγκόλα, όπου η Κούβα του Κάστρο είχε στείλει στρατό, και φτάνει ως δημοσιογράφος στην Ισπανία. «Είχα το προνόμιο να καλύψω την πρώτη “Σεμάνα Νέγρα”, που ήταν η πιο σημαντική συνάντηση συγγραφέων αστυνομικής λογοτεχνίας στην Iστορία. Μόνο ο Λε Καρέ έλειπε γιατί είχε προβλήματα υγείας. Εκεί γνώρισα τον Μονταλμπάν και τους άλλους Ισπανούς». Εξήντα ένας συγγραφείς συγκεντρώθηκαν εκείνη τη χρονιά στην παραθαλάσσια Χιχόν της άλλοτε αυτόνομης κοινότητας των Αστούριας, δίνοντας φτερά σε μια ιδέα που είχε ένας 39χρονος Μεξικανός συγγραφέας, γεννημένος στη Χιχόν από γονείς κυνηγημένους από τον Φράνκο. Ηταν ο Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ. Είχε ζήσει τη «σφαγή στο Τλατελόλκο», το 1968, όταν οι μεξικανικές ένοπλες δυνάμεις άνοιξαν πυρ σε πορεία φοιτητών και πολιτών που διαμαρτύρονταν στην πρωτεύουσα για τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση διαχειριζόταν την υπόθεση των Ολυμπιακών Αγώνων, δίνοντας μια πλαστή εικόνα ευημερίας της χώρας. Σκοτώθηκαν τουλάχιστον 400 και στη συνέχεια η αυταρχική κυβέρνηση επιδόθηκε σε μια συστηματική εκστρατεία συγκάλυψης της αλήθειας. Από τότε, η μάχη για την αλήθεια έγινε κομβικό ζητούμενο στη ζωή και στο έργο του Τάιμπο. Το ίδιο αισθάνονταν εκείνη την εποχή πλήθος συγγραφείς στη Λατινική Αμερική, κι αυτό συνεχίστηκε στις δεκαετίες του ’70 και του’80, των δικτατοριών, της κρατικής διαφθοράς και των 30.000 «εξαφανισμένων» της Αργεντινής. Αλλά συνεχίστηκε και στη δεκαετία του ’90 και των εκστρατειών συγκάλυψης της αλήθειας στη Χιλή, στο Περού κ.α. όπως και μετά το 2000 που η αστυνομία αποδείχτηκε πια σύμμαχος του οργανωμένου εγκλήματος, και τα «λευκά κολάρα» έδειξαν το αδίστακτο πρόσωπό τους. Ετσι διαμορφώθηκε το λογοτεχνικό ρεύμα των «novelas negras», των «μαύρων μυθιστορημάτων» της Νότιας Αμερικής, όρος που καθιερώθηκε το 1984. Εδώ και 34 χρόνια, η Εβδομάδα του «μαύρου» μυθιστορήματος (Semana Negra) στη Χιχόν, λειτουργεί με ψυχή της τον Τάιμπο, σαν τόπος συνάντησης των συγγραφέων που βλέπουν κατάματα το σκοτάδι και θέλουν να μιλήσουν αλλιώς γι’ αυτό. Το χαρακτηριστικό της είναι ότι εξελίσσεται σαν πανηγύρι στο οποίο παίρνει μέρος όλη η πόλη. Ενα πανηγύρι που γίνεται εγερτήριο σάλπισμα για μια λογοτεχνία που θέλει να είναι στην πρώτη γραμμή της κριτικής στην κρατική εξουσία και στα παρακλάδια της. Από τους μόνιμους εμψυχωτές της ήταν και ο Λουίς Σεπούλβεδα, που έγινε κάτοικος της Χιχόν. Εκεί γνωρίστηκαν με τον Πέτρο Μάρκαρη, ο οποίος από το 2004 έχει συμμετάσχει τέσσερις φορές στη Semana Negra. Ολα αυτά έρχονται στο προσκήνιο χάρη στον συγγραφέα και μεταφραστή αστυνομικών μυθιστορημάτων αλλά και σκηνοθέτη, Ανδρέα Αποστολίδη, που γύρισε το ντοκιμαντέρ «Latin Noir» με «πρωταγωνιστές» κατά σειρά, τους συγγραφείς Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ (Μεξικό), Λεονάρδο Παδούρα (Κούβα), Λουίς Σεπούλβεδα (Χιλή), Σαντιάγο Ρονκαλιόλο (Περού), Κλαούντια Πινιέιρο (Αργεντινή) και τους ήρωές τους.
21
12

«Εχω στην πλάτη ουλές από τα γέλια»

[…] «Μη μου μιλάτε για το προλεταριάτο/ Γιατί το να είσαι φτωχός και αδερφή είναι ακόμα χειρότερο/ […]/ Για την τρυφερότητα μιλάω σύντροφε/ Εσείς δεν ξέρετε/ Πόσο κοστίζει να βρει κανείς τον έρωτα/ Σ’ αυτές τις συνθήκες/ Εσείς δεν ξέρετε τι είναι να κουβαλάει κανείς αυτή τη λέπρα/ Ο κόσμος κρατάει τις αποστάσεις/ Ο κόσμος δείχνει κατανόηση και λέει:/ Είναι αδερφή αλλά γράφει καλά/ Είναι αδερφή αλλά είναι καλός φίλος/ […] / Εχω στην πλάτη ουλές από τα γέλια / Εσείς νομίζετε ότι σκέφτομαι με τον κώλο/ Και ότι με το πρώτο ηλεκτροσόκ της CNI/ Θα τα ξερνούσα όλα/ […]/ Γι’ αυτό και σε τούτο το τρένο δεν ανεβαίνω/ Χωρίς να ξέρω πού πάει/ Εγώ δεν θ’ αλλάξω από τον μαρξισμό/ Που μ’ απέρριψε τόσες φορές/ Δεν χρειάζεται ν’ αλλάξω/ Είμαι πιο ανατρεπτικός από σας/ […]/ Σ’ εσάς δίνω τούτο το μήνυμα/ Είναι τόσα τα παιδιά που θα γεννηθούν/ Με μια μικρή φτερούγα τσακισμένη/ Κι εγώ θέλω να πετάξουν σύντροφε/ Θέλω η επανάστασή σας/ Να τους δώσει ένα κομματάκι κόκκινο ουρανό/ Για να μπορέσουν να πετάξουν». (Σ.σ. CNI, ήταν η μυστική αστυνομία επί Πινοτσέτ.)
18
11

Η ιστορική κουλτούρα και το Πολυτεχνείο

«Ξέρω Ιστορία σημαίνει βάζω τα μεγάλα ερωτήματα» «Το ζήτημα δεν είναι να φορτώσουμε τα παιδιά με “περισσότερη Ιστορία”» γράφει η Σαλβάνου, αλλά «να τα μάθουμε να σκέφτονται διαφορετικά πάνω στο παρελθόν, τόσο σχετικά με το αρχικό πλαίσιο των γεγονότων όσο και με τις δεύτερες και τρίτες ζωές τους». Και συμπληρώνει για την «Εφ.Συν.»: «Από τη στιγμή που οι 17άρηδες έχουν δικαίωμα ψήφου, χρειάζεται να έχουν τα εργαλεία για να μπορούν να αναμετρηθούν με τη μνήμη που υπάρχει στον δημόσιο χώρο και να καταλάβουν την ιστορικότητα του παρόντος, αλλά και τη συμβολική γλώσσα της πολιτικής. Αυτό είναι ευθύνη της σχολικής εκπαίδευσης. Δεν αρκεί να αναπαράγει την εθνική ταυτότητα, όπως λέει η υπουργός Παιδείας. Θα πρέπει οι μαθητές να καταλαβαίνουν και ότι οι ταυτότητες είναι σε συνεχή αναδιαπραγμάτευση, να βλέπουν την αρχιτεκτονική τους. Ηταν χαρακτηριστικό λ.χ. ότι οι πολιτικές της μνήμης για τα 450 χρόνια από τη ναυμαχία της Ναυπάκτου που γιορτάστηκαν φέτος έφεραν στο προσκήνιο τη σύγκρουση χριστιανισμού και ισλάμ, όταν την ίδια στιγμή εφαρμόζονται αντιπροσφυγικές πολιτικές». Πότε λοιπόν μπορούμε να πούμε ότι ξέρουμε Ιστορία; «Δεν αρκεί να ελέγχουμε τις πηγές», εξηγεί η Σαλβάνου. «Ξέρω Ιστορία, δεν σημαίνει μόνο ότι γνωρίζω τα πραγματολογικά στοιχεία ή ότι ξέρω να αξιολογώ μια πληροφορία και πώς αυτή εντάσσεται στα συμφραζόμενα και στον ιστορικό της χρόνο. Σημαίνει και αυτά, αλλά και το ότι έχω μάθει να αναδεικνύω τα μεγάλα ερωτήματα που έχουν σημασία στο εκάστοτε παρόν. Ξέρω Ιστορία, σημαίνει ότι έχω μάθει να διαβάζω τα κομμένα νήματα, να διαβάζω τον διάλογο μεταξύ της μνήμης και των “σκληρών δεδομένων” και ότι ξέρω να ανιχνεύω τη νοηματοδότηση του παρελθόντος και τον ρόλο της στο παρόν. Είναι ακριβώς το θέμα αυτού του βιβλίου». Τους λόγους για τους οποίους η επέτειος λαμβάνει υπόψη της κάθε φορά τα πολιτικά διακυβεύματα, απαντώντας και σε αγωνίες του παρόντος, διερευνά στην υπό έκδοση μελέτη της «Πώς μαθαίνουμε Ιστορία χωρίς να τη διδαχθούμε;» (Ασίνη) η ιστορικός Αιμιλία Σαλβάνου, ξεκινώντας την αφήγησή της με ανάλυση της σειράς «Game of Thrones», που παρουσιάζεται ως χαρακτηριστικό παράδειγμα για το πώς το παρελθόν γίνεται επιδραστικό στο παρόν.
27
10

Στη ζυγαριά η εξωστρέφεια του ελληνικού βιβλίου

Ο Έλληνας Υφυπουργός δεν παρουσίασε κανένα συνεκτικό σχέδιο, ούτε για την «ορατότητα» των επαγγελματιών της μετάφρασης, ούτε για μια μεταφραστική πολιτική (λ.χ. υποτροφίες, διμερείς ανταλλαγές, ερευνητικά προγράμματα για τους μηχανισμούς των λογοτεχνικών αγορών, συνεργασία με τα κέντρα νεοελληνικών σπουδών στα πανεπιστήμια του εξωτερικού κ.ά.). Μίλησε για τα σχέδιά του περισσότερο με γενικολογίες, με κλισέ, και με έναν αέρα απαξίας για τις δημόσιες πολιτικές του παρελθόντος. Αντιμετώπισε τον κλάδο σαν μια χούφτα έφηβους κουλτουριάρηδες που το θεωρούν «unsexy» (sic) να ζουν από τη δουλειά τους. Για τον κύριο Υφυπουργό, ο χώρος του Βιβλίου έχει κολλήσει σε διακρίσεις του τύπου «ποιοτικό- εμπορικό-μαζικό» και αντιμετωπίζει «το χρήμα ως ταμπού». Σημείωσε ότι «έκλεισαν τα βιβλία τους 18.000 άτομα στο διάστημα 2012-2019», χωρίς να αναφερθεί στην κρίση και δεν υποστήριξε δημόσιες πολιτικές ενίσχυσης, απαλλαγών, διευκολύνσεων κ.ά. για συγγραφείς, μεταφραστές, βιβλιοπώλες ή εκδότες. Ο δρόμος που προτείνει για τους δρώντες στον χώρο είναι, όπως είπε, η ανάπτυξη δεξιοτήτων και η «επιμόρφωση» σε τομείς όπως εκείνος της εξεύρεσης οικονομικών πόρων μέσω ποικίλων προγραμμάτων ή «partnership» κ.ο.κ.