Μικέλα Χαρτουλάρη

09
10

Πώς κυοφορείται η ανθρωπιά;

Ο Τζεφ Βαντερμίερ ξεχωρίζει καλλιεργώντας μια «μετα-Αποκαλυπτική» λογοτεχνία. Αυτό το είδος τρέφεται συνήθως από τη νοσταλγία και θρηνεί την απώλεια του κόσμου-όπως-τον-ξέραμε, μεταφέροντας εν τέλει μηνύματα του τύπου «είμαστε καλά, καθίστε ήσυχα». Αντίθετα, ο Βαντερμίερ χρησιμοποιεί τα εργαλεία του είδους, προκειμένου να επεξεργαστεί κοινωνικά μηνύματα μη συμβατικά, που αφυπνίζουν το κοινό παίρνοντας υπόψη τους και τις προκλήσεις που θέτει η κλιματική αλλαγή. Το έκανε με την πολυβραβευμένη Τριλογία της Νότιας Ζώνης (εκδ. Καστανιώτης 2015, 2016, μτφρ. Μιχάλης Μακρόπουλος), το κάνει και με τον Μπορν (που έχει πιο άτεχνη μετάφραση). Εδώ δεν παρακολουθούμε τη σύγκρουση του Καλού με το Κακό αλλά τη σύγκρουση της «πραγματικής πραγματικότητας», που υπερασπίζεται ο συγγραφέας, με την «εναλλακτική πραγματικότητα» που μας έχει τυφλώσει με τις «Εταιρείες», τους «Μορντ», τις «Μάγισσες» ή τους «Μπορν», ή αλλιώς με τον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό, τα τάγματα εφόδου, τους οπορτουνιστές πολιτικούς, τον κάθε Μωυσή ή τα παιδιά με την «κακή διαγωγή» που «σκοτώνουν» την… πρόοδό μας ή σκοτώνουν στην ψύχρα τους αντιπάλους τους. Η πραγματική πραγματικότητα, υποστηρίζει ο Τζεφ Βαντερμίερ, είναι «κάτι που ξεπετιέται από τις δικές μας αποφάσεις κάθε δευτερόλεπτο», «κάτι που δημιουργούμε κάθε μέρα». Γι’ αυτό είναι σημαντικό «να εξουσιάζουμε τη ζωή μας».
12
08

Αριστείδης Αντονάς: Μήπως μας βλέπουν σαν πράγματα;

Το έναυσμα για τον συγγραφέα ήταν η πολύνεκρη επίθεση του «Ισλαμικού κράτους» στον παρισινό χώρο συναυλιών Bataclan (13/11/2015) όπως και οι «θεατρικοί» και διαδικτυακά δημοσιοποιημένοι αποκεφαλισμοί ομήρων στην έρημο, αλλά και η τηλε-δολοφονία του Ιρανού αξιωματούχου Σουλεϊμανί με διαταγή Τραμπ (14/2/2020), παράλληλα με την περιρρέουσα κοινωνικοπολιτική συνθήκη. Σε αυτό το κλίμα, προστέθηκε εφέτος η πανδημία του Covid-19, η οποία ανανοηματοδοτεί με πολύ ενδιαφέροντα τρόπο αυτόν τον «πολτό», που τον «δένουν» αλλόκοτες εικόνες εννοιολογικά συγκροτημένες. Ο Αντονάς βλέπει εδώ έναν μηχανισμό εκκένωσης του δημόσιου χώρου, μια ερήμωση του δήμου. Κι αυτή τη φορά, όπως μας λέει, η συνέπεια δεν είναι η μετα-δημοκρατία, αλλά ένα πλήγμα στην κοινότητα, μια ακύρωσή της, «αυτό που ο Ιταλός φιλόσοφος Αγκάμπεν ονομάζει α-δημία».
17
07

Το μωσαϊκό των ηρώων της γνώσης

Οι πρωταγωνιστές/στριες της Νικολαΐδου, εκπροσωπούν τρεις γενιές γεννημένες στον 20ό αιώνα, που μεγάλωσαν σε περιβάλλοντα εργατικά, αγροτικά, μικροαστικά, πολλοί/ές σε συνθήκες ακραίας φτώχειας και απαξίωσης, και πάντως χωρίς προδιαγραφές για όνειρα, αλλά το έβαλαν πείσμα να σπουδάσουν. Και τα κατάφεραν παρότι δεν είχαν «ίσες ευκαιρίες», δεν είχαν το απαραίτητο «πολιτισμικό κεφάλαιο» που δίνει διαβατήριο για τον κόσμο της «αριστείας» - τον μόνο που συλλαμβάνει το μυωπικό βλέμμα της σημερινής υπουργού Παιδείας... Είναι σπαρακτική η μαρτυρία της γεννημένης το 1961 Χ.Κ., μιας Σταχτοπούτας στα 13 της που έχει πλέον διδακτορικό στη Φιλοσοφία. Οπως λέει, όταν πέρασε στη Φιλοσοφική άκουσε για πρώτη φορά από τον Γεράσιμο Βώκο τη θεωρία του Πιερ Μπουρντιέ για την κοινωνική «διάκριση» που λειτουργεί απριόρι υπέρ αυτών που κουβαλούν μια οικογενειακή παιδεία. «Βγήκα από το αμφιθέατρο κλαίγοντας. Σπάραξα. Τότε συνειδητοποίησα για ποιον λόγο δυσκολευόμουν να συντονιστώ με τα παιδιά που ήμασταν μαζί στο Φιλοσοφικό, στην ειδίκευση. Τα μισά ήταν παιδιά πανεπιστημιακών... Είχαν μια κουλτούρα.» Η συγγραφέας ηχογράφησε 102 μαρτυρίες γεωγραφικά διασκορπισμένες. Από αυτές, παρουσιάζει ταξινομημένες τις μισές, σαν ψηφίδες ενός μωσαϊκού των ηρώων της γνώσης. Είναι «αυτοί που ήθελαν να γίνουν γιατροί», οι «επιχειρηματίες», τα «στελέχη και οι ελεύθεροι επαγγελματίες», εκείνοι που σπούδασαν εκτός των τειχών, ή άλλοι που σπούδασαν με υποτροφίες κι έτσι κατάφεραν να παρακάμψουν τα ταξικά εμπόδια (όπως ο 45άρης σήμερα ογκολόγος Ν.Τ., με αναλφάβητο πατέρα και μάνα της Δ΄ Δημοτικού, ο οποίος όταν θέλησε να προχωρήσει σε διδακτορικό, αντιμετώπισε την ερώτηση «Ποιανού είσαι εσύ;»). Το βιβλίο κλείνει με τους 20-30άρηδες, μεταξύ τους πολλά παιδιά μεταναστών. Ολες οι μαρτυρίες είναι ατόφιες φέτες ζωής, περασμένες μέσα από το φίλτρο της μνήμης (η Νικολαΐδου το σχολιάζει), και μεταγραμμένες έτσι ώστε να φανερώνονται οι άβολες αλήθειες και τα τραύματα αυτού του ηρωικού κόσμου. Χαρακτηριστικό το «γυάλινο ταβάνι», δηλαδή η αόρατη οροφή στην ανέλιξη όσων δεν ήταν «γόνοι» (κάτι που δεν φοβάται η σημερινή νέα γενιά), ή η έμφυλη διάσταση των σπουδών, αφού για πολλά χρόνια «στη μαύρη επαρχία ήταν αδιανόητο για τα κορίτσια να σπουδάσουν»...
31
05

Νόνα Φερνάντες: «Ενοχλητική Χιλιανή, ενίοτε εξαγριωμένη»

Γεννημένη το 1971, η Nona Fernández Silanes είναι μια δυναμική και πολιτικοποιημένη συγγραφέας, σεναριογράφος και ηθοποιός, μια «ενοχλητική Χιλιανή ενίοτε εξαγριωμένη», με τολμηρή και ουσιαστική ματιά σε σχέση με «τα συναισθήματα ενός ολόκληρου έθνους απέναντι σε ένα παρελθόν μαύρο και ίσως ντροπιαστικό». Αυτό σημείωνε η επιτροπή που της απένειμε ένα κορυφαίo βραβείo της ισπανόφωνης λογοτεχνίας, το «Sor Juana Inès de le Cruz». Η Φερνάντες παρακολουθεί τις προσπάθειες να ξεπλυθεί η πολιτική, θεσμική, οικονομική κληρονομιά της δικτατορίας, και εξερευνά το φαινόμενο του ελέγχου της μνήμης και της λήθης, ζητώντας «δικαιοσύνη και αλήθεια», διότι «δεν πιστεύω στη συγγνώμη». Η επιλεκτική μνήμη είναι κάτι που σημάδεψε τη γενιά της και που χαρακτηρίζει πολλές και ισχυρές πολιτικοκοινωνικές δυνάμεις στη Χιλή μετά το 1980, από τότε δηλαδή που εγκρίθηκε με ευρεία πλειοψηφία το σύνταγμα που πρότεινε η στρατιωτική χούντα. Εκείνη τη χρονιά ξεκινά και το μυθιστόρημα Space Invaders, που έχει έντονη αυτοβιογραφική διάσταση. Το εύρημα της Φερνάντες είναι το ηλεκτρονικό παιχνίδι του τίτλου, που παραπέμπει στην αντιστροφή της αλήθειας για την έκρηξη της βίας που έζησε η γενιά της στα μαθητικά της χρόνια. Τότε που όποιος αμφισβητούσε τη διακυβέρνηση Πινοτσέτ αντιμετωπιζόταν σαν απειλή, και εξοντωνόταν χωρίς δισταγμό όπως οι «εισβολείς από το Διάστημα» σ’ αυτόν τον πρόδρομο των βιντεοπαιχνιδιών επιβίωσης. Οι πρωταγωνιστές της πυροβολούν στις τηλεοπτικές οθόνες τους στρατιές εξωγήινων, αλλά στο σχολείο τους αυτοί είναι που καλούνται να πειθαρχούν σαν στρατός, και στα όνειρά τους αυτοί βάλλονται σαν εξωγήινοι.
09
04

Έρχονται καιροί βιβλιοφάγοι

Στην καμπάνια «Μένουμε σπίτι», και σε πολλά διαφημιστικά τηλεοπτικά σποτ, βλέπουμε συχνότερα από κάθε άλλη φορά στα χρονικά ανθρώπους χαλαρούς και χαρούμενους να καμώνονται ότι απολαμβάνουν το διάβασμα βιβλίων, κι έπειτα στον καναπέ να βλέπουν ταινίες, να χορεύουν μόνοι στους ήχους κάποιας μελωδίας ή να σερφάρουν σε ψηφιακά προγράμματα μουσείων. Ο κορονοϊός και η καραντίνα μας φέρνουν, λέει, κοντά στα βιβλία! Κοντύτερα στον πολιτισμό! Άραγε είναι αλήθεια; Ή μήπως όχι ακριβώς; Μέχρι πριν από λίγο καιρό τα βιβλία ήταν, για την πλειονότητα του μεγάλου κοινού, το αξεσουάρ ενός ντεκόρ, έστω λίγο ωραιότερου σήμερα από τις παλιές δερματόδετες (και απείραχτες) σειρές πίσω από την πλάτη κάθε σπουδαιοφανούς. Έφτασε άραγε η στιγμή που τα βιβλία θα ξεφύγουν από τα χέρια των βιβλιόφιλων και θα αγκαλιαστούν από καινούργια κοινά (ναι, είναι πολλά τα κοινά τους και όχι ένα); Αλλά πώς; Πώς θα επιβιώσουν εκεί έξω στην αγορά, όταν έχει σπάσει η αλυσίδα της παραγωγής, της διακίνησης και της προβολής τους εξαιτίας της υγειονομικής κρίσης; Πόσες εκδοτικές, εκτυπωτικές, βιβλιοπωλικές επιχειρήσεις έχουν το απαραίτητο «μαξιλάρι» για μια επανεκκίνηση; Η αόρατη απειλή δεν επιτρέπει προβλέψεις. Τι θα κάνει ο κόσμος του βιβλίου τώρα που η έλλειψη ρευστότητας έχει γονατίσει τον κλάδο; Τι θα κάνει γενικότερα η πολιτιστική βιομηχανία που έχει πληγεί από τους περιορισμούς και τα μέτρα καραντίνας παντού στον κόσμο;
05
04

Τζ. Μ. Κουτσί: «Κατηγορώ» για τα στρατόπεδα τιμωρίας των αιτούντων άσυλο

«Η πέραν των συνόρων μετανάστευση», σχολιάζει στο NYRB ο Τζ. Μ. Κουτσί, «είναι μια πραγματικότητα στον σημερινό κόσμο και οι ροές θα αυξάνονται όσο η Γη θα υπερθερμαίνεται, όσο τα παλιά βοσκοτόπια θα μεταμορφώνονται σε ερήμους και η θάλασσα θα καταπίνει ολόκληρα νησιά. Απέναντι σ’ αυτό το παγκόσμιο ιστορικό φαινόμενο υπάρχουν τρόποι αντίδρασης μπερδεμένοι, μπελαλίδικοι, αλλά ανθρωπιστικοί – ή τουλάχιστον ανθρώπινοι – ακριβώς όπως υπάρχουν και τρόποι αντιμετώπισης νοικοκυρεμένοι, καθαροί, αλλά απάνθρωποι». Ο Μποοχανί το καταλαβαίνει και το καταγράφει ότι τόσο ο ίδιος όσο και οι «δίχως χαρτιά» («sans papiers») σύντροφοί του στο Μανούς, από το Αφγανιστάν, το Πακιστάν, το Κουρδιστάν, το Ιράκ, τη Σομαλία, τον Λίβανο, το Μιανμάρ κ.α., είναι όμηροι που χρησιμοποιούνται «για να ξυπνούν τον φόβο, για να τρομάζουν τους συμπατριώτες τους και να τους αποτρέπουν από το να κατευθύνονται στην Αυστραλία». Στο Φίλος κανένας, μόνο τα βουνά… περιγράφει τα τέσσερα πρώτα χρόνια της κράτησής του στο νησί Μανούς, ώσπου το στρατόπεδο-φυλακή έκλεισε στα τέλη του 2017 και οι κρατούμενοι μεταφέρθηκαν σε άλλα καταλύματα στην ενδοχώρα. Παράλληλα, αναλύει το σύστημα της ιδιότυπης αυτονομίας των στρατοπέδων που έχει επιβληθεί από τις αρχές της Αυστραλίας, ένα σύστημα δεσμευτικό για τους δεσμοφύλακες όσο και για τους δεσμώτες, που έχει στόχο να σπάσει το ηθικό των προσφύγων, να διαλύσει την αλληλεγγύη μεταξύ τους, να τσακίσει τις αντοχές τους με καψόνια, περιορισμούς κ.ο.κ., μέχρι να δεχτούν την επαναπροώθηση στις χώρες τους.
14
12

Αλμα έξω από την οικογένεια

Η ιδιότητα του συγγραφέα δεν είναι μια αποκλειστική σχέση με τη γραφή και την τέχνη˙ συνεπάγεται κάποιας μορφής ευθύνη, η οποία πηγάζει από τη φύση της λογοτεχνίας ως δημόσιου λόγου. Ανέκαθεν ακολουθούσα αυτή την άποψη. Πρόσφατα όμως -με αφορμή την Αλμα και τις περιστάσεις γύρω από τη γραφή της- αντιλήφθηκα άμεσα ότι ο συγγραφέας κληροδοτεί όχι μόνο το έργο ή τις κατά καιρούς εκφρασμένες απόψεις του, αλλά και το προσωπικό του παράδειγμα, την ‘‘πολιτεία’’ του. Για μένα, αυτό σημαίνει ότι ο συγγραφέας οφείλει να στέκεται στον αντίποδα αυτού που αποκαλώ ‘‘ασφαλής’’ διανοούμενος. Εννοώ εκείνη τη μορφή δημοσίου προσώπου που έστω κι αν υπηρετεί με επάρκεια -ή και έξοχα- τις απαιτήσεις της τέχνης του, επιτρέπει (ή επιδιώκει) την οικειοποίηση του λόγου του εκ μέρους όσων συμφωνούν με τις απόψεις του. Επιτρέπει δηλαδή να καθίσταται ο ίδιος παράδειγμα (ή αντίστοιχο αντι-παράδειγμα για όσους διαφωνούν μαζί του). »Αντιθέτως, εγώ πρεσβεύω ότι ο συγγραφέας οφείλει να αποφεύγει αυτή την τόσο εύκολη σήμερα οικειοποίηση. Ο ρόλος του είναι να καταδεικνύει τον αγώνα του προσώπου να διατηρήσει την υποκειμενικότητά του παραμένοντας ‘‘δρων εντός’’ και όχι ‘‘μέρος’’ του συλλογικού σώματος που έχει επιλέξει ως το περιβάλλον των ιδεών του.
10
12

Το τανγκό των προσφύγων

Στο καινούργιο του βιβλίο ο Γρηγοριάδης γράφει ότι όταν έφτασε ο συνονόματος παππούς του από τη Σαμψούντα στο Παλαιοχώρι, ένα χωριό ώς τότε μισό οθωμανικό, οι ντόπιοι «μόνο που δεν πετροβολούσαν τους πρόσφυγες, από φόβο μη χαθούν τα κεκτημένα τους». Οι κοινωνικές αντιθέσεις, σχολιάζει, «αμβλύνθηκαν, χωρίς να ξεπεραστούν, παρά μόνο στην τρίτη γενιά, σ’ εμάς». Και είναι ενδεικτικό ότι άργησαν οι μεικτοί γάμοι. Οι γονείς του, ο Λεωνίδας και η Στέλλα με την υπέροχη φωνή που ζει ακόμα στο Παγγαίο, ήσαν από τους πρώτους που έδωσαν το παράδειγμα. Στο Τραγούδι του πατέρα σημειώνει χαρακτηριστικά: «Οι νεαροί πρόσφυγες όπως ο πατέρας μου είχαν γεννηθεί στους τουρκομαχαλάδες λίγα χρόνια μετά την Ανταλλαγή, είχαν ακούσει για τις σφαγές και τις διώξεις των προγόνων τους, όμως αυτοί ήταν γέννημα μιας καινούργιας Ελλάδας που τη διεκδικούσαν και τη διαμόρφωναν με τον δικό τους τρόπο. Εφερναν μια φρεσκάδα που φάνηκε στα γλέντια τους». Αυτό το κλίμα θα χαθεί ανεπιστρεπτί με τη χούντα. «Το στρατιωτικό καθεστώς αντάμα με την Εκκλησία επηρέασε ακόμα και τον τρόπο με τον οποίο γλεντούσαν οι άνθρωποι…». Τελικά, χωρίς τυμπανοκρουσίες, αλλά με υπόκρουση τον ρυθμό του Κάρλος Γαρδέλ, το καινούργιο βιβλίο του Θεόδωρου Γρηγοριάδη, μια λοξή προσφυγική ιστορία ριζωμένη στην ντόπια βορειοελλαδίτικη κοινωνία, απαντά ηχηρά στον νέο σκοταδισμό των ημερών μας και στα κηρύγματα μίσους πολιτικών και ιερέων που δηλητηριάζουν ολόκληρη τη χώρα.
04
12

David Diop: Φοβάμαι την αμνησία στο πολιτικό επίπεδο

Η τρίτη πράξη στη μεταναστευτική ιστορία των κατοίκων της Αφρικής διαφέρει κατά πολύ από τις δύο προηγούμενες του 20ού αιώνα, διότι πλέον η παρουσία των μεταναστών δεν είναι επιθυμητή ούτε στη Γαλλία ούτε στα άλλα ευρωπαϊκά κράτη. Η Ευρώπη εκτιμά ότι δεν χρειάζεται τους Αφρικανούς μετανάστες. Παρ’ όλα αυτά, η ίδια τους η εμπειρία, που κλείνει έναν αιώνα, τους αποδεικνύει ότι γίνονται αναγκαίοι. Είναι λοιπόν πολλοί οι νεαροί Αφρικανοί που δυσκολεύονται να πιστέψουν ότι αυτή η επιθυμητή μεταναστευτική παράδοση, όπως τη γνώριζαν οι προπαππούδες, οι παππούδες και οι γονείς τους στη διάρκεια του 20ού αιώνα, έχει ξαφνικά διακοπεί στον 21ο αιώνα. Δεν τους πείθουν οι σχετικές διακηρύξεις της Ευρώπης. Ετσι σήμερα, οι λαθραίοι (sic) εργάτες από την Αφρική, αυτοί που δεν ασφαλίζονται και επομένως είναι λιγότερο «ακριβοί» από τους υπόλοιπους Ευρωπαίους εργάτες, αυτοί που στέλνουν κάθε μήνα χρήματα στις οικογένειές τους πίσω στις πατρίδες τους, καταδεικνύουν με την παρουσία τους ότι συμβαίνει το αντίθετο από τα όσα υποκριτικά λένε επισήμως οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι. Οι νεαροί Αφρικανοί μετανάστες βλέπουν ότι είναι ψέμα το «μην έρχεστε πια εδώ, δεν υπάρχουν δουλειές, δεν έχετε τίποτα να κερδίσετε». Η εμπειρία τούς δείχνει το αντίθετο. Γι’ αυτό, σαν άλλοι στρατιώτες σε έναν πόλεμο που δεν λέει το όνομά του, είναι έτοιμοι να θυσιαστούν για την οικογένειά τους, με το να διασχίσουν τη θάλασσα και να έρθουν στην Ευρώπη διακινδυνεύοντας τη ζωή τους.
15
11

Στις γωνιές του υποσυνείδητου

Ο ίδιος ο Αντούνες, ως πτυχιούχος της Ιατρικής, έκανε εκεί τη θητεία του και έμεινε τεσσεράμισι χρόνια ώς το 1973 στην ξεσηκωμένη Αγκόλα που αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία της, να κάνει ακρωτηριασμούς, να ράβει πληγές, και να ξεγεννά ημιθανείς μανάδες, «με επικεφαλής τον γενναίο Μέμο Αντούνες», κατοπινό ιδεολόγο της Επανάστασης των Γαρυφάλλων (1974). «Το καθεστώς έστειλε 1,6 εκατομμύρια νέους να πολεμήσουν για την αόριστη έννοια της “πατρίδας”. Στην πραγματικότητα, οι φασίστες, η αστική τάξη, η Εκκλησία, είχαν μεγάλα συμφέροντα εκεί. Οσοι επέστρεψαν, αντιμετωπίστηκαν με περιφρόνηση, και 50.000 άνθρωποι κατέληξαν στα ψυχιατρεία. Η Αγκόλα ήταν το δικό μας Βιετνάμ». Ο Αντούνες δεν έγραψε για τον συγκεκριμένο πόλεμο, «από σεβασμό στους νεκρούς». Ομως στα μυθιστορήματά του δεν έπαψε να στηλιτεύει: το ένοχο παρελθόν του τόπου του με την αιματηρή αποικιοκρατική παράδοση, την ηθική δειλία όσων ανέχθηκαν τις διώξεις και συνεργάστηκαν σιωπηρά με το φασιστικό καθεστώς Σαλαζάρ, τη μικρότητα της μπουρζουαζίας, την επανάσταση που «δεν κατάφερε να αλλάξει πολλά», τη στασιμότητα της κοινωνίας, τις άδικα χαμένες νεαρές ζωές, τη μηχανική του χρόνου, τις αυταπάτες των ανθρώπων, την υφέρπουσα τρέλα σε όλες τις μορφές της... Εγραφε, και ταυτόχρονα δούλευε ως κλινικός ψυχίατρος σε νοσοκομείο για παιδιά με καρκίνο. Από εκεί πηγάζει η μεταφυσική οργή που διατρέχει τα βιβλία του. «Διάλεξα ως ειδικότητα την Ψυχιατρική, όχι για να μάθω να θεραπεύω την ανθρώπινη ψυχή, αλλά για να μάθω να ζω».