Τι θα σημάνει για Ευρώπη και Ελλάδα μια καγκελαρία SPD στη Γερμανία
Η σοβαρότητα που επέδειξε κατά τη διάρκεια αυτής της κρίσης (αλλά και του σοκ που ακολούθησε με την κατάληψη της Καμπούλ από τους Ταλιμπάν) έφερε τον Όλαφ Σολτς στην κορυφή των προτιμήσεων των ψηφοφόρων για την καγκελαρία, ενώ και το κόμμα του βιώνει, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις μια πραγματική "νεκρανάσταση” διεκδικώντας στα ίσα την πρώτη θέση από τους Χριστιανοδημοκράτες.
Αντιθέτως, ο επίδοξος διάδοχος της Άνγκελα Μέρκελ, Άρμιν Λάσετ μοιάζει να αποτελεί το μεγαλύτερο πολιτικό θύμα των πλημμυρών που με ιδιαίτερη σφοδρότητα έπληξαν τη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία, της οποίας είναι πρωθυπουργός.
Η Γερμανία που άλλοτε αποτελούσε πρότυπο πολιτικής σταθερότητας βιώνει έναν προϊόντα κατακερματισμό του κομματικού τοπίου, με τη Μπούντεσταγκ να είναι πλέον επτακομματική, ενώ οι διαθέσεις του εκλογικού σώματος μοιάζουν με κινούμενη άμμο.
Αρκεί να αναλογισθεί κανείς ότι από την αρχή του έτους μέχρι σήμερα οι ψηφοφόροι φλέρταραν με την ιδέα να στείλουν στην καγκελαρία την Αναλένα Μπέρμποκ των Πρασίνων, για να την εγκαταλείψουν εξίσου γρήγορα, ενώ οι διαφορές μεταξύ των τριών μεγαλύτερων κομμάτων κυμαίνονται εν πολλοίς στα όρια του στατιστικού λάθους.
Είναι χαρακτηριστικό ότι η Χριστιανοδημοκρατία ξεκίνησε φέτος με άνετη (δημοσκοπική) διαφορά από κάθε άλλο κόμμα, για να βρεθεί να παλεύει να μην αποκλεισθεί από τον επόμενο κυβερνητικό συνασπισμό, ο οποίος είναι αριθμητικά αδύνατο να συγκροτηθεί από δύο μόνο κόμματα.
Όπως επισημαίνει το Eurointelligence η δύναμη των δύο πάλαι ποτέ πυλώνων του γερμανικού δικομματισμού, Χριστιανοδημοκρατών και Σοσιαλδημοκρατών έχει αθροιστικά περιοριστεί στο 45%, με υποχώρηση δέκα μονάδων, εξέλιξη που μακροπρόθεσμα κρίνεται περισσότερο καθοριστική από οποιαδήποτε πρόσκαιρη διακύμανση στη δημοφιλία των πολιτικών ηγετών. Παράλληλα, και είναι αυτό πρωτοφανές, η διαχείριση της πανδημίας και των πλημμυρών έχουν στερήσει από τον μέσο Γερμανό την αίσθηση ότι τις τύχες του διαχειρίζεται ένας στιβαρός και αποτελεσματικός κρατικός μηχανισμός.
Εξ ου και οι δημοσκοπικές μετατοπίσεις που δείχνουν υποχώρηση της "κομματικής νομιμοφροσύνης”, ενώ η δυνατότητα των ψηφοφόρων να προβούν σε διαφορετικές "τακτικές” επιλογές στις μονοεδρικές περιφέρειες και την πανεθνική αναλογική λίστα περιπλέκει απεριόριστα τα πράγματα. Σε συνδυασμό με το αίνιγμα της εκλογικής συμπεριφοράς των νέων και του "λαού της αποχής” κάθε πρόβλεψη γίνεται παρακινδυνευμένη.









