Macro

Ιωσήφ Σινιγάλιας: Το Ορμούζ ξεκλειδώνει τον μεγάλο ενεργειακό πόλεμο

Δεν είναι σαφές εάν η «εμπόλεμη εκεχειρία» στον Κόλπο χρησιμεύει για άντληση χρόνου για την προετοιμασία της επομένης πολεμικής φάσης, ή για την οργάνωση μιας νέας συνθήκης «μη πολέμου». Σύμφωνα με πολλούς, πρόκειται για μια χρήσιμη τακτική, προκειμένου αμφότερα τα μέρη να ανασυνταχθούν εξοικονομώντας χρόνο.

Δεδομένου ότι οι βομβαρδισμοί δεν οδήγησαν σε συγκεκριμένα αποτελέσματα, για τους Αμερικανούς η αλλαγή τακτικής ήταν επιβεβλημένη ανάγκη.

Πέρα από τις πομπώδεις ανακοινώσεις του Τραμπ, το ιρανικό κράτος συνέχισε να λειτουργεί. Η πολεμική μηχανή του Ιράν συνέχισε να εκτοξεύει πυραύλους, μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο πριν από την κατάπαυση του πυρός.

Αντίθετα, η ζημιά που προκλήθηκε στο Ισραήλ και στις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις στη Μέση Ανατολή είναι εμφανής, παρά τη λογοκρισία που έχει επιβληθεί. Όλες οι αμερικανικές βάσεις στην περιοχή έχουν χτυπηθεί από δεκάδες πυραύλους και οι περισσότερες θα παραμείνουν επί μακρόν μη λειτουργικές. Η παρουσία κινεζικών πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς κατά πλοίων κράτησε εκατοντάδες μίλια μακριά από τις ιρανικές ακτές τον αμερικανικό επιθετικό στόλο.

Η ενέργεια σαν νέο στρατηγικό όπλο

Η ανάγκη για περισσότερη ενέργεια δεν βαίνει μειούμενη. Το 2025 η παγκόσμια ζήτηση ενέργειας αυξήθηκε[1] κατά +1,3% (+2% το 2024). Η ζήτηση άνθρακα αυξήθηκε κατά 0,4 %, (+1,4 % το 2024). Η ζήτηση πετρελαίου μειώθηκε επίσης, φτάνοντας κατά περίπου 0,65 εκατ. βαρέλια την ημέρα. Η ζήτηση φυσικού αερίου αυξήθηκε κατά περίπου 40 δισ. κυβικά μέτρα.

Το μεγαλύτερο μερίδιο της αύξησης της παγκόσμιας ζήτησης ενέργειας το 2025, και το 2024, αφορά στη Κίνα παρά την επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης του ΑΕΠ. Η εντυπωσιακή αύξηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας στην Κίνα, συνέβαλε στη μείωση της κατανάλωσης άνθρακα, με αποτέλεσμα τη βελτίωση της έντασης πρωτογενούς ενέργειας.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες αύξησαν την κατανάλωση κατά +2% το 2025. Σήμερα, στις ΗΠΑ αντιστοιχεί το ένα τέταρτο της παγκόσμιας αύξησης στη ζήτηση ενέργειας. Μέρος αυτής της επιτάχυνσης οφείλεται στη μετάβαση από φυσικό αέριο σε άνθρακα στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.

Σε αυτό το περιβάλλον, ο έλεγχος παραγωγής και η διακίνησης των ενεργειακών ροών δεν μπορεί να απουσιάσει από τη φαρέτρα των γεωπολιτικών εργαλείων ανταγωνισμού.

Το Ιράν σαν παραγωγός ορυκτής ενέργειας και τα στενά του Ορμούζ, μέσω των οποίων διακινείται το 1/5 των παγκοσμίων ποσοτήτων, προσφέρονται σαν βραχίονας ρύθμισης των γεω-ενεργειακών εξελίξεων.

Το κλείσιμο των Στενών από τους Αμερικάνους και Ιρανούς, επιφέρει σοβαρές ενεργειακές, οικονομικές και γεωπολιτικές επιπτώσεις, όχι μόνο στις αμέσα εμπλεκόμενες χώρες, αλλά και σε πολλές άλλες, σε όλο τον πλανήτη:

1) Οι πετρομοναρχίες του Κόλπου, σύμμαχοι των ΗΠΑ, αντιμετωπίζουν σοβαρές οικονομικές απώλειες από τη συνέχιση του κλεισίματος των Στενών. Εδώ και χρόνια, οι πετρομοναρχίες προσπαθούν να απεμπλακούν από τις Ηνωμένες Πολιτείες, τόσο δημιουργώντας τις δικές τους οικονομικές (Ντουμπάι) και τεχνολογικές πλατφόρμες (για παράδειγμα το NEOM που σχεδίασαν οι Σαουδάραβες), όσο και αναπτύσσοντας στενότερες σχέσεις με την Κίνα, με την οποία οι Σαουδάραβες έχουν φτάσει στο σημείο να πληρώνουν το πετρέλαιο από το Πεκίνο σε γιουάν, κάτι που είναι απαράδεκτο για την Ουάσιγκτον, γιατί θέτει σε κίνδυνο την ηγεμονία του πετροδολαρίου.

2) Οι πιστοί σύμμαχοι των ΗΠΑ στην Άπω Ανατολή, οι οποίοι παρότι πιστοί, θεωρούνται καιροσκόποι από την Ουάσιγκτον. Οι Αμερικανοί διαμαρτύρονται εδώ και χρόνια για αθέμιτο ανταγωνισμό σε εμπορικό επίπεδο, όχι μόνο από την Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα, αλλά και από την Ταϊβάν. Προσπάθησαν να «εξομαλύνουν» τις σχέσεις με κάθε μέσο, συμπεριλαμβανομένης της επιβολής ισχυρών εμπορικών δασμών και επακόλουθων εμπορικών συμφωνιών, χωρίς η κατάσταση να δείχνει σημάδια βελτίωσης. Η καθαρή οικονομική θέση των ΗΠΑ είναι μια αγεφύρωτη άβυσσος και χώρες όπως αυτές της Άπω Ανατολής έχουν επενδύσει στην αγορά του τεράστιου αμερικανικού χρέους. Το κλείσιμο του Ορμούζ εκπροσωπεί ανυπολόγιστη ζημιά για αυτές τις χώρες, η οποία θα μπορούσε να παρεμποδίσει τη βιομηχανική παραγωγή. Το 2024 τόσο η Ν. Κορέα όσο και η Ιαπωνία αγόρασαν φυσικό αέριο και πετρέλαιο από το Ορμούζ για 80 δισ. δολάρια η καθεμία.

3) Η Κίνα το 2024 αγόρασε φυσικό αέριο και πετρέλαιο για 110 δισ. το οποίο διακίνησε μέσω του Ορμούζ. Ο αποκλεισμός των στενών κινδυνεύει να αποτελέσει τεράστια οικονομική ζημιά και για το Πεκίνο, το οποίο κινδυνεύει να δει την ενεργειακή του ασφάλεια να διακυβεύεται.

Γίνεται όλο και πιο εμφανές ότι, πίσω από τη φαινομενικά αλλοπρόσαλλη στρατηγική του Τραμπ, αποκαλύπτεται μια προσπάθεια επανάληψης όσων έχουν ήδη συμβεί στην Ευρώπη, με τη ρωσο-ουκρανική σύγκρουση: οι Αμερικανοί υπονομεύσαν κάθε προσπαθεία συγκρότησης μιας νέας αρχιτεκτονικής ευρωπαϊκής ασφάλειας, πρώτα με το νεοναζιστικό πραξικόπημα του Μαϊντάν και στη συνέχεια επιβάλλοντας στον Ζελένσκι αδιάκοπους βομβαρδισμούς του Ντονμπάς, που ώθησαν τους Ρώσους να επέμβουν άμεσα. Τα αποτέλεσμα είναι γνωστά: καταστροφικές επιπτώσεις στην Ευρώπη απο τις οικονομικές κυρώσεις που επιβλήθηκαν στη Ρωσία, με το κλείσιμο της πλούσιας ρωσικής αγοράς σε ευρωπαϊκές εταιρείες, και την παρεμπόδιση της ροής φθηνών πρώτων υλών και ενέργειας που προσέφερε η Μόσχα στην Ευρώπη.

Η στρατιωτική επίθεση στο Ιράν και ο διπλός αποκλεισμός του Ορμούζ θα μπορούσε να θεωρηθεί το «υπερόπλο» του φαινομενικά παράφρονα Τραμπ, εναντίον τόσο του μεγάλου εχθρού (Κίνα), των αναξιόπιστων ανατολίτικων συμμάχων (Ιαπωνία, Ν. Κορέα, Ταϊβάν), όσο και των πάντα ύποπτων πετρομοναρχιών του Κόλπου.

Επιπλέον, η υιοθέτηση από τις ΗΠΑ της πολιτικής παρεμπόδισης των οδών ενεργειακού εφοδιασμού των γεωπολιτικών ανταγωνιστών, προκαλώντας «τοπικές» συγκρούσεις, έχει αναπτυχθεί με «δικομματικό» τρόπο, άρα θα μπορούσε να ενταχθεί στα πλαίσια μιας μακροπρόθεσμης στρατηγικής.

Μένει να δούμε αν ο Τραμπ θα περιοριστεί στον ναυτικό αποκλεισμό (από απόσταση) του Ιράν ή αν θα ξαναρχίσει και τους βομβαρδισμούς, και ίσως, χερσαία εισβολή, με τη βοήθεια κάποιων από τους ζηλωτές υποτελείς του.

Ένα άλλο ζήτημα αφορά στη μεσοπρόθεσμη στάση της Κίνας στον αποκλεισμό των δεξαμενόπλοιων πετρελαίου και φυσικού αερίου που φεύγουν από το Ορμούζ. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κατάσταση είναι πολύ επικίνδυνη, καθώς ο ναυτικός αποκλεισμός εξακολουθεί να είναι μια πράξη πολέμου και η Κίνα την υφίσταται, έστω και έμμεσα. Ενδιαφέρουσα απάντηση έδωσε ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου Πεσκόφ, έστω και έμμεσα: «Η Ρωσία είναι έτοιμη να παράσχει στην Ευρώπη την ενέργεια που μπορεί να χρειαστεί… εάν και εφόσον μείνει αφού καλυφθούν οι βασικοί πελάτες». Είναι απίθανο να μείνει κάτι για την Ευρώπη εάν το Ορμούζ παραμείνει κλειστό στους Κινέζους. Σε αυτόν τον ενεργειακό πόλεμο, η Ρωσία, φαίνεται ότι αποφάσισε να στηρίξει την Κίνα, και η Ευρώπη να τα βγάλει πέρα μόνη της.

Εφήμερα κέρδη

Εάν η γεωπολιτική στρατηγική των ΗΠΑ στον Κόλπο εμφανίζει σημάδια αποτυχίας, το ίδιο δεν μπορεί να ειπωθεί για τα τις εφήμερες, θετικές επιπτώσεις στην οικονομία των ΗΠΑ.

Τον Μάρτιο οι ΗΠΑ κατέγραψαν τον υψηλότερο όγκο εξαγωγών υγροποιημένου φυσικού αερίου, επωφελούμενες, έμμεσα, από τον αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ: οι εξαγωγές LNG αυξήθηκαν κατά 12,5% και αναμένεται να αυξηθούν κατά μέσο όρο 9% έως το 2027, λόγω της αύξησης της ασιατικής ζήτησης, μετά τη διακοπή εξαγωγών του LNG του Κατάρ (1/5 των παγκόσμιων εξαγωγών).

Τον Μάρτιο εκτιμάται ότι οι ΗΠΑ κέρδισαν επιπλέον 13-16 δισ. δολάρια από τις εξαγωγές πετρελαίου και επιπλέον 2-4 δισ. δολάρια απο το LNG.

Τα ευρωπαϊκά μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης

Ο επίτροπος Ενέργειας Γιόργκενσεν, παρουσιάζοντας τις κατευθύνσεις του AccelerateEU, της ευρωπαϊκής στρατηγικής για την απόσβεση του ενεργειακού κόστους, δεν είναι καθόλου καθησυχαστικός: «Η κρίση είναι πιθανόν τόσο σοβαρή όσο αυτή του 1973 και του 2022 μαζί. Πολύ δύσκολοι μήνες, ή ίσως και χρόνια, βρίσκονται μπροστά». Η θέση του επίτροπου έρχεται μετά τον συναγερμό για πιθανή εξάντληση, τις επόμενες εβδομάδες, των αποθεμάτων καυσίμων στον τομέα των αερομεταφορών.

Η Φον ντερ Λάιεν δήλωσε: «Πρέπει να επιταχύνουμε τη μετάβαση στην καθαρή ενέργεια που παράγεται εγχώρια» διευκρινίζοντας ότι μόνο με αυτόν τον τρόπο θα είναι δυνατό να «εγγυηθούμε την ενεργειακή ανεξαρτησία και ασφάλεια, αντιμετωπίζοντας καλύτερα τις γεωπολιτικές καταιγίδες», δήλωση που ακούγεται σαν ανάκαμψη του πνεύματος της Πράσινης Συμφωνίας – έστω και αν σφαγιάστηκε από τις συνεχείς υπαναχωρήσεις της ίδιας της γερμανίδας πολιτικού.

Η ΕΠΟΧΗ