Κώστας Καλλωνιάτης

23
02

Κώστας Καλλωνιάτης: ΣΥΡΙΖΑ: είναι λύση η ψηφιοποίηση; (ή όταν το ψηφιακό γίνεται αρχηγικό κόμμα)

Από το 2019 ως σήμερα η, έμμεση πλην όμως σαφής καθότι έμπρακτη, πολιτική ερμηνεία της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ σχετικά με τα αίτια της εκλογικής ήττας ήταν οι παθογένειες του κόμματος. Την ευθύνη έφερε η πολιτική ολιγωρία του κόμματος εξαιτίας κυρίως του μικρού του μεγέθους και της αναντιστοιχίας του με την κοινωνία. Γι’ αυτό και δόθηκε προτεραιότητα στην ανάγκη μαζικοποίησης και αναμόρφωσής του σε «σύγχρονο κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς του 21ου αιώνα», δηλαδή σε ένα κόμμα ανοιχτό, εξωστρεφές και συμμετοχικό όπως σταθερά επαναλαμβανόταν. Η με προεδρική πρωτοβουλία αλλαγή του τίτλου σε ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, η διεύρυνση της Κεντρικής Επιτροπής σε ΚΕΑ, της Πολιτικής Γραμματείας σε ΠΣ, όπως και του κόμματος συνολικά ήλθαν να υπηρετήσουν τον σκοπό αυτό. Το πόσο πέτυχαν οι αλλαγές αυτές μπορεί κανείς να κρίνει όχι από την δημοσκοπική στασιμότητα του κόμματος που είναι περισσότερο αποτέλεσμα της δεξιάς στροφής προς το Κέντρο και τη σοσιαλδημοκρατία, όσο από την ίδια τη δυσλειτουργία ή και ακινησία των νέων οργάνων που προέκυψαν από τη διεύρυνση. Όμως, επρόκειτο απλά για την πρώτη φάση του κομματικού μετασχηματισμού. Σήμερα, λίγο πριν το Συνέδριο και πιθανότατα τις βουλευτικές εκλογές, αποδεικνύεται πως το σχέδιο μετασχηματισμού έχει εισέλθει σε μία δεύτερη φάση, αυτή της εξυπηρέτησης του στόχου της διεύρυνσης/μαζικοποίησης μέσω της χαλάρωσης των κομματικών διαδικασιών ένταξης και λειτουργίας των οργανώσεων βάσης (ΟΜ) χάρις και στον ψηφιακό μετασχηματισμό τους.
16
11

Κώστας Καλλωνιάτης: ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ: Παρεξηγημένος μετασχηματισμός

Αν θέλουμε να καταπολεμήσουμε τις ανισότητες όπως όλοι στον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ πιστεύουμε, αν θέλουμε να αντιμετωπίσουμε την πολυδιάσπαση, την σύγχυση και τον αποπροσανατολισμό των εργαζομένων, τότε πρέπει να ενισχύσουμε την μαζικότητα και τη συνοχή (αυτά τα δύο πάνε αναγκαστικά μαζί ώστε να είναι αποτελεσματικά) του κόμματός μας και όχι να ανοίξουμε πόρτες και παράθυρα σε όλους όσους μας περιβάλλουν και να το κάνουμε κάτι σαν το… σπίτι των ανέμων. Γιατί όταν ενσωματώνεις άκριτα στο κόμμα μέρος αυτής της κοινωνίας, την οποία κατά τα άλλα επιθυμείς να αλλάξεις, τότε αντί το κόμμα να γίνει το όχημα μετασχηματισμού της υπάρχουσας κοινωνίας, γίνεται η κοινωνία όχημα μετασχηματισμού του κόμματος, δηλαδή του μεταφέρει όλα τα δεινά της ανισότητας, της ανομοιογένειας και ανομοιομορφίας από τα οποία οφείλει να απαλλαγεί. Το ‘κείμενο των τριών’ πολύ ορθά επισημαίνει πως «ακόμα και το πιο επεξεργασμένο, επίκαιρο και ρηξικέλευθο πρόγραμμα, αν δεν γίνει κτήμα της πολιτικής και κοινωνικής πλειοψηφίας θα παραμείνει ένα νοητικό πείραμα και δεν θα μετασχηματιστεί σε υλική δύναμη που μπορεί να βελτιώσει τη ζωή των ανθρώπων». Όμως, δεν υπάρχει περίπτωση να γίνει κτήμα της κοινωνικής πλειοψηφίας αν πρωτύτερα δεν έχει γίνει κτήμα των μελών του κόμματος ώστε να το διαδώσουν ευρύτερα. Και αυτό δεν μπορεί να το κάνει καμία παράταξη, μόνο το κόμμα. Ένα κόμμα στο οποίο, όπως τονίζει η πολιτική διακήρυξη : «η ένταξη έχει πραγματικό νόημα. Γιατί οι αποφάσεις του λαμβάνονται συλλογικά. Και συλλογικά μάχεται από κάθε θέση για την υπεράσπιση της κοινωνικής πλειοψηφίας. Χρειαζόμαστε επομένως ένα μαζικό κόμμα με διαδικασίες που επιτρέπουν τη συνεχή αλληλεπίδραση με το κοινωνικό περιβάλλον… Ένα κόμμα του οποίου οι Οργανώσεις Μελών κοινωνικά γειωμένες και ιδεολογικά μαχητικές συζητούν και αποφασίζουν δημοκρατικά για όλα τα μικρά και μεγάλα θέματα. Τα μέλη συμμετέχουν ενεργά στην τοπική αυτοδιοίκηση, τα συνδικάτα, τα επιμελητήρια, τους τοπικούς φορείς, τους επιστημονικούς και πολιτισμικούς συλλόγους εξειδικεύοντας και μεταφέροντας στην κοινωνία τις ιδέες μας αλλά και γειώνοντας το ίδιο το κόμμα με την κοινωνία. Ένα κόμμα που θα μπορεί να συμπυκνώνει από την σκοπιά του σοσιαλισμού του 21ου αιώνα τα αιτήματα και τις διεκδικήσεις της κοινωνίας». Τέλος, η αναφορά που κάνουν οι τρεις σύντροφοι στη λειψή λειτουργία της ΚΕΑ έχει άμεση σχέση με το είδος του κόμματος-παράταξη που προτείνουν και το οποίο βασίζεται στην άνευ όρων διεύρυνση με νέα μέλη. Κι αυτό τη στιγμή που από το πρώτο κύμα διεύρυνσης έχει καταδειχθεί η δυσκολία ένταξης και αφομοίωσης των νέων μελών με συνέπεια τη λειψή λειτουργία των ίδιων των ΟΜ. Θα πρέπει κάποτε να καταλάβουμε, ότι το πρόβλημα της ανάπτυξης και ποιοτικής ενδυνάμωσης (όχι μετάλλαξης) του κόμματος είναι πρωτίστως πολιτικό και όχι οργανωτικό ώστε να αντιμετωπίζεται με τη δημιουργία νέων οργάνων (πχ Εθνικό Συμβούλιο).