Οι «κόκκινες κάλτσες» επιστρέφουν
Σε αυτές τις εκλογές αν και οι δημοσκοπήσεις τη δίνουν πεσμένη, τα συντηρητικά κόμματα ασχολούνται ιδιαίτερα μαζί της. Ο λόγος είναι απλός. Τα ξημερώματα της 27ης Σεπτεμβρίου είναι πολύ πιθανό να εξαρτάται από τις δικές της έδρες στη Βουλή αν θα υπάρξει μια κυβέρνηση με προοδευτικό πρόσημο. Αν δηλαδή Σοσιαλδημοκράτες και Πράσινοι δεν καταφέρνουν να συγκεντρώσουν μαζί την απαραίτητη πλειοψηφία για να κυβερνήσουν, το ερώτημα είναι αν θα στραφούν προς αυτήν για ένα τρικομματικό συνασπισμό ή αν θα κοιτάξουν δεξιότερά τους.
Ούτε ο Ολαφ Σολτς, ούτε η Αναλένα Μπέρμποκ δείχνουν διάθεση να υποκύψουν προς το παρόν στις πιέσεις και να δώσουν μια δεσμευτική αρνητική απάντηση στο ερώτημα που επίμονα τους θέτουν δεξιοί πολιτικοί και δημοσιογράφοι. Η προοπτική αυτή φαίνεται να τρομάζει τους Χριστιανοδημοκράτες, οι οποίοι μετά από τα χρόνια των άνετων επικρατήσεων της Ανγκέλα Μέρκελ βλέπουν τώρα τις δημοσκοπήσεις να επιβεβαιώνουν την αυγκράτητη καθίζησή τους και την προοπτική να περάσουν στα αντιπολιτευτικά έδρανα να καθίσταται ολοένα και πιο ρεαλιστική. Ετσι η «θεωρία της κόκκινης κάλτσας» ανασύρεται και πάλι από το χρονοντούλαπο. Αποκορύφωμα η συζήτηση της περασμένης Τρίτης στη Βουλή, όπου η ίδια η Ανγκέλα Μέρκελ, σε μια αποχαιρετιστήρια ομιλία της στο σώμα ως καγκελάριος αναλώθηκε σε κινδυνολογία σε υψηλούς τόνους, στην οποία δε μας είχε συνηθίσει τους τελευταίους μήνες.
Σε μελοδραματικό ύφος προειδοποίησε για τους κινδύνους που περιμένουν τη χώρα αν η κυβερνητική εξουσία παραδοθεί σε ένα κοκκινοπράσινο συνασπισμό με τη συμμετοχή ή την ανοχή της Αριστεράς. Το «τροπάριο» αυτό έχει υιοθετηθεί εδώ και καιρό από στελέχη της Κεντροδεξιάς, αλλά και από τους Φιλελεύθερους που ονειρεύονται και αυτοί να εξαργυρώσουν τα καλά τους δημοσκοπικά ποσοστά με υπουργεία για την επόμενη τετραετία. Αλλά η επιστράτευση της Μέρκελ που ως τώρα μάλλον αμέτοχα παρακολουθούσε τον προεκλογικό αγώνα δείχνει ότι έχει σημάνει συναγερμός στην κεντροδεξιά παράταξη. Στην κυριολεξία «κόκκινος συναγερμός».









