Κύρκος Δοξιάδης

06
04

Κύρκος Δοξιάδης: Ενα προσωπικό πρόβλημα

Η σημερινή κυβέρνηση δεν είναι σκέτα μία ακόμη κυβέρνηση που στηρίζει το καπιταλιστικό σύστημα. Είναι ένας πρωτοφανής συνδυασμός νεοφιλελεύθερου αυταρχισμού, ακροδεξιών κατασταλτικών πρακτικών, δομικής διαφθοράς και κραυγαλέας ανικανότητας στην αντιμετώπιση της υγειονομικής κρίσης. Με πιθανή εξαίρεση το τελευταίο (που όμως σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στα άλλα τρία), κοινός παρονομαστής όλων αυτών των χαρακτηριστικών της σύγχρονης κυβερνώσας (Ακρο)Δεξιάς είναι η συνειδητή, συστηματική και στρατηγικά σχεδιασμένη απόπειρα οριστικής αφάνισης της Αριστεράς. Σε αυτές τις συνθήκες μια μεγάλη διάσπαση του μεγάλου κόμματος της Αριστεράς θα προσέφερε στη Δεξιά τη μισή (τουλάχιστον) δουλειά περαιωμένη. Τα κομμάτια που θα απέμεναν από μια τέτοια διάσπαση η Δεξιά δεν θα είχε παρά να τα αποτελειώσει. Γιατί αποκαλώ «προσωπικό» τούτο το πρόβλημα; Διότι το δίλημμα εμφανίζεται τόσο δυσεπίλυτο που προσλαμβάνει τον χαρακτήρα μιας αδύνατης προσωπικής απόφασης. Και διότι τα πράγματα στο εσωκομματικό τοπίο μοιάζουν τόσο μη αναστρέψιμα που πολλοί/ές αντιμετωπίζουν το ζήτημα με όρους όντως προσωπικού διλήμματος να παραμείνουν ή όχι στο κόμμα. Δεν (θέλω να) πιστεύω πως η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ συνειδητά εκμεταλλεύεται αυτή την αδυναμία απόφασης για διάσπαση προκειμένου να κάνει ό,τι της καπνίσει. Από την άλλη πλευρά, η πολιτική απραγία που αναπόφευκτα συνοδεύει μια τέτοιου είδους αναποφασιστικότητα δύσκολα θα οδηγήσει σε κάτι θετικό. Η ενεργητική συμμετοχή στις προσυνεδριακές διαδικασίες ίσως είναι μια λύση, που μπορεί και να διαψεύσει τον φόβο πολλών ότι το συνέδριο θα αποτελέσει απλώς το επισφράγισμα της αυτοκατάργησης της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Επιπλέον η εντεινόμενη δυσαρέσκεια του κόσμου με την κυβερνητική πολιτική ίσως «σπρώξει» τον ΣΥΡΙΖΑ να ξαναγίνει αυτό που κάποτε υπήρξε: μεγάλο κόμμα της αντίστασης και των κινημάτων.
23
03

Κύρκος Δοξιάδης: Νεοφιλελευθερισμός, πανδημία, καταστολή

Οι μεγάλες κρίσεις οδηγούν σε μεγάλες αλλαγές; Ισως, αλλά όχι απαραίτητα προς τη σωστή κατεύθυνση. Το σύστημα εκμεταλλεύεται τις κρίσεις προς όφελός του, προσαρμόζοντας τη στρατηγική του στις ιδιάζουσες συνθήκες που προκύπτουν από την εκάστοτε κρίση. Τη δυσαρέσκεια του κόσμου των δυτικών καπιταλιστικών κοινωνιών που προέκυψε από τις μεσομακροπρόθεσμες οικονομικές συνέπειες της πρώτης πετρελαϊκής κρίσης κατά τη δεκαετία του 1970, το σύστημα τη χρησιμοποίησε ως έρεισμα για τη δραστική περικοπή των δημόσιων δαπανών και τη συνακόλουθη εγκαθίδρυση των νεοφιλελεύθερων θεσμών και πολιτικών. Τώρα, τις εκρηκτικές διαστάσεις που τείνει να προσλάβει η δυσαρέσκεια του κόσμου από τις συνέπειες της υγειονομικής κρίσης και της αποτυχημένης αντιμετώπισής της, τα καθεστώτα προσπαθούν να τις ελέγξουν στηριζόμενα στις υπερεξουσίες που παρέχονται στο κράτος, πρώτη φορά μεταπολεμικά υπό συνθήκες κοινοβουλευτισμού, με τη γενικευμένη καραντίνα: αυξημένη καταστολή και αστυνομική αυθαιρεσία, που επιπλέον αξιώνουν την ιδεολογική τους νομιμοποίηση με την καταγγελία των μαζικών εκδηλώσεων διαμαρτυρίας ως υπεύθυνων για τη διάδοση του ιού. Μία από τις ιδιαιτερότητες του νεοφιλελευθερισμού ήταν πως είχε κατορθώσει να υποκαταστήσει με οικονομικούς θεσμούς σημαντικό μέρος των εκτός οικονομίας ιδεολογικο-πολιτικών εργαλείων της ταξικής κυριαρχίας. Η προσφυγή στην ωμή κρατική βία και στην απόπειρα της ιδεολογικής της καταξίωσης ίσως σηματοδοτεί το τέλος του νεοφιλελευθερισμού όπως τον ξέρουμε – δηλαδή είτε το τέλος του νεοφιλελευθερισμού εν γένει είτε το τέλος του νεοφιλελευθερισμού με κοινοβουλευτισμό.
09
03

Κύρκος Δοξιάδης: Ελεγχόμενος φασισμός

Εχω κατ’ επανάληψη αναφερθεί, σε προηγούμενα άρθρα, στον κομβικό στρατηγικό στόχο της ματαίωσης της μεταπολίτευσης και της επιστροφής στον ανελέητο θεσμικό, πρακτικό και ιδεολογικό αντικομμουνισμό του μετεμφυλιακού κράτους. Τούτη η διαπίστωση όμως χρειάζεται μια σημαντική συμπλήρωση. Το μετεμφυλιακό καθεστώς, παρ’ ότι ακροδεξιό ως προς τον ακραίο αυταρχισμό του και τον φανατικό επίσημο αντικομμουνισμό του, δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί φασιστικό. Και τούτο διότι του έλειπε ένα θεμελιώδες χαρακτηριστικό του φασιστικού φαινομένου: η ισχυρή ιδεολογική επιρροή. Η προδικτατορική αντικομμουνιστική ιδεολογία της «εθνικοφροσύνης» ήταν εξ αρχής αποτυχημένη ως τέτοια, διότι αναπαρήγαγε τη διαίρεση του εμφυλίου πολέμου χωρίς να έχει ισχυρό λαϊκό έρεισμα ούτε στο δικό της στρατόπεδο. Το μόνο αληθινό στήριγμα του καθεστώτος ήταν η ωμή κρατική και παρακρατική βία. Η αποτελεσματική ιδεολογική καταξίωση της αυθαίρετης κρατικής βίας θα μπορούσε να είναι ένας ορισμός του φασισμού. Πιο σχηματικά: ο φασισμός είναι η αυταρχική βία του κράτους ως κυρίαρχη ιδεολογία. Η οποία αυταρχική κρατική βία μπορεί να προσλαμβάνει τον χαρακτήρα είτε μιας ακραιφνώς ρατσιστικής βίας εναντίον εθνικών ή θρησκευτικών μειονοτήτων, είτε μιας βίας που στρέφεται εναντίον των όποιων αντιπάλων του καθεστώτος – συγκεκριμένα, εναντίον της Αριστεράς και των κινημάτων. Η επιμονή της δεξιάς κυβέρνησης να επιδεικνύει την αυταρχική της στροφή κυρίως (αλλά όχι μόνο) σε δύο ειδικά περιπτώσεις (αστυνομία στα Πανεπιστήμια και απεργία πείνας Κουφοντίνα) δεν είναι καθόλου τυχαία – και δεν μπορεί να εξηγηθεί διαφορετικά. Επενδύει ιδεολογικά σε αυτές. Επιδιώκει να συσπειρώσει γύρω της κόσμο κατά τρόπο που θα τη βοηθήσει να συγκροτήσει τόσο στην ιδεολογία όσο και στην πολιτική πρακτική ένα ελεγχόμενο από εκείνην φασιστικό κίνημα εναντίον των «φίλων των μπαχαλάκηδων» και των «υπερασπιστών των τρομοκρατών».
24
02

Κύρκος Δοξιάδης: Κουφοντίνας και ιδεολογία

Η σκληρή στάση απέναντι στον Κουφοντίνα πιθανότατα αποσκοπεί στην αποκόμιση εκλογικού οφέλους. Είτε έχει κάνει σχετικές δημοσκοπήσεις είτε όχι, η Δεξιά φαίνεται πως «ποντάρει» στο ότι μια μεγάλη μερίδα του κόσμου είναι ικανοποιημένη με αυτήν της τη σκληρή στάση, και πιθανώς δεν θα την πείραζε, αν όχι θα χαιρόταν κιόλας, στην περίπτωση που ο Κουφοντίνας πέθαινε. Δεν θα μείνω στο αν πραγματολογικά ευσταθεί μια τέτοια εκτίμηση. Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω ούτως ή άλλως. Συντηρητικά ή και ακροδεξιά «αντανακλαστικά» στον κόσμο υπάρχουν – αν και είναι λάθος να θεωρούμε ότι τούτα υφίστανται κατά τρόπο «φυσικό» ή αντικειμενικό. Προκύπτουν από το γενικότερο ιδεολογικό και επικοινωνιακό κλίμα, το οποίο καλλιεργείται σε μεγάλο βαθμό από τις στρατηγικές ιδεολογικές επιλογές των κυρίαρχων καθεστωτικών δυνάμεων, είτε συγκυριακά είτε σε βάθος ιστορικού χρόνου. Ως προς το δεύτερο πάντως, τουλάχιστον στην περίπτωση της ελληνικής κοινωνίας, φαίνεται πως η αυτονόητη αρχή της ισονομίας όλων των πολιτών, των καταδικασμένων και για τα πιο στυγερά εγκλήματα συμπεριλαμβανομένων, δεν είναι κάτι που έχει «περάσει» στον πολύ κόσμο. Και τούτο διότι η ηγέτιδα τάξη στην Ελλάδα είχε παλαιόθεν μεριμνήσει να μην είναι και «υπερβολικά εξοικειωμένοι» οι υπήκοοί της με τις στοιχειώδεις αξίες του Διαφωτισμού. Πέρα όμως από το ζήτημα της νομιμότητας του αιτήματος του Κουφοντίνα, η Δεξιά στην προκειμένη περίπτωση μάλλον στοχεύει σε μια πιο δυναμική ιδεολογική παρέμβαση. Δεν αποσκοπεί απλώς στην άντληση εκλογικού οφέλους από ανθρώπους που ήδη συμφωνούν μαζί της στην υπόθεση Κουφοντίνα ούτως ή άλλως. Προσπαθεί να καλλιεργήσει ένα ιδεολογικό κλίμα που μακροπρόθεσμα θα αποβεί προς όφελός της και εκλογικά. Εν ολίγοις, προσπαθεί να κατασκευάσει ένα δικό της ακροδεξιό εκλογικό κοινό. Πιο συγκεκριμένα. Εχουμε ήδη επισημάνει –όχι μόνον εγώ– πως κεντρικός στρατηγικός στόχος της σύγχρονης Δεξιάς είναι η –θεσμική, ιδεολογική, πολιτική– ματαίωση της Μεταπολίτευσης. Τούτος ο στόχος όμως δεν συνίσταται απλώς στο να «ξεχάσει» ο κόσμος πως υπήρξε Μεταπολίτευση. Αλλά σε μια ριζική αλλαγή των συσχετισμών ιδεολογικής ισχύος προς όφελος των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων που συντάσσονται με την επιστροφή στην εμφυλιοπολεμική και επιθετικά αντι-αριστερή συνθήκη που επικρατούσε στο αστικό καθεστώς από το 1944 μέχρι το 1974. Στα αρρωστημένα μυαλά κάποιων «ιθυνόντων» της Δεξιάς φαίνεται πως το πιο προβεβλημένο στέλεχος της 17Ν, ίσως και λόγω της ονομασίας της οργάνωσής του, αποτελεί το ειδεχθέστερο σύμβολο της Μεταπολίτευσης – γι’ αυτό και ο «δημόσιος θάνατός του» θα συμβολίζει την οριστική ήττα της τελευταίας.
10
02

Κύρκος Δοξιάδης: Ταξικό μίσος

Προφανώς και δεν είναι άσχετος ο ταξικός ρατσισμός των Ελλήνων μεγαλοαστών με τον αντικομμουνισμό τους. Αλλά και τούτος ο τελευταίος είχε αποκτήσει, τουλάχιστον από την εποχή του Εμφυλίου, έναν ρατσιστικό χαρακτήρα. Ας μην ξεχνάμε την υβριστική λέξη «κατσαπλιάς» – που ορίζεται από τον Στράτη Μυριβήλη, στην έντονα αντικομμουνιστική του περίοδο, ως εξής: «Τι είναι ο κατσαπλιάς; Είναι αυτό το ον το άθλιο και άπατρι, το βρωμερό, το αιμοβόρο, το χωρίς συνείδηση και ανθρωπιά δίπουν, που χτυπά όταν σε βρει άοπλον και το βάζει στα πόδια». Και ευθέως για τους κομμουνιστές, ο ίδιος αυτός Μυριβήλης θα πει: «Είναι τρελοί αυτοί οι άνθρωποι; Οχι. Είναι απλώς κομμουνιστές. Είναι διαφοροποιημένοι πρώην Ελληνες που τώρα ανήκουν στη νέα φυλή…» [1]. Ο ταξικός ρατσισμός της ελληνικής Δεξιάς και της εγχώριας μεγαλοαστικής τάξης είναι ένας «γνήσιος» ρατσισμός – δεν είναι ο «ομαλοποιητικός» ρατσισμός που είναι εγγενής στον καπιταλισμό και που, ιδίως κατά το πρώτο στάδιο της καπιταλιστικής ανάπτυξης, αντιμετώπιζε τις κατώτερες τάξεις ως «επικίνδυνα στρώματα» που πρέπει να πειθαρχηθούν και να διαπαιδαγωγηθούν. Από τους Ελληνες μεγαλοαστούς, οι κατώτερες τάξεις (και οι αριστεροί εκπρόσωποί τους) αντιμετωπίζονται ως κατώτερη φυλή. Εξ ου και το ταξικό μίσος εναντίον του δημόσιου Πανεπιστημίου. Μετά τη Μεταπολίτευση, με τον εκδημοκρατισμό και τον (αληθινό) εκσυγχρονισμό του, το ελληνικό δημόσιο Πανεπιστήμιο άρχισε να αποτελεί μια αληθινή απειλή. Είναι δυνατόν τα παιδιά του υπηρετικού μας προσωπικού και των εργατοϋπαλλήλων μας να σπουδάζουν σε συνθήκες εφάμιλλες με εκείνες των δικών μας, που ξοδευόμαστε για να τα στέλνουμε στα καλύτερα Πανεπιστήμια της Εσπερίας;
27
01

Κύρκος Δοξιάδης: Στρατηγικός στόχος, η ματαίωση της Μεταπολίτευσης

Είναι γνωστό ότι κεντρικός στρατηγικός στόχος της σημερινής Δεξιάς είναι η ματαίωση της Μεταπολίτευσης. Με αυτήν ακριβώς τη δεύτερη έννοια – δηλαδή όχι (κατ’ ανάγκην) η επιβολή ενός νέου δικτατορικού καθεστώτος, αλλά η επιστροφή στο «παλιό, καλό» καθεστώς του κουτσουρεμένου κοινοβουλευτισμού του παρακράτους, της αστυνομοκρατίας και της θεσμικής περιθωριοποίησης της Αριστεράς. Η σκληρή Δεξιά ποτέ δεν είχε συναινέσει στην αναίρεση του μετεμφυλιακού καθεστώτος – απλώς φρόντιζε να συγκαλύπτει τη δυσαρέσκειά της όπου και όποτε έκρινε πως ήταν απαραίτητο. Μετά την απειλητική για το καθεστώς –παρά τα μνημόνια- εμπειρία της τετραετούς αριστερής διακυβέρνησης όμως, αποφάσισε πως «αρκετά κράτησε το καλαμπούρι της Μεταπολίτευσης, έχουν σοβαρέψει πλέον τα πράγματα».  Υπ’ αριθμόν ένα στόχος λοιπόν, το κορυφαίο σύμβολο της Μεταπολίτευσης, το πιο «προκλητικό» φυτώριο δημοκρατικής ζωής και ανάπτυξης προοδευτικών ιδεών: το ελεύθερο, δημοκρατικό, ανοιχτό στην κοινωνία δημόσιο Πανεπιστήμιο. Αν παρακολουθήσει κανείς τις δηλώσεις των στελεχών της Δεξιάς, από χρόνια πριν επανέλθει στην κυβερνητική εξουσία, αλλά και τις θεσμικές παρεμβάσεις της με το που επανήλθε, θα καταλάβει πως πρόκειται για καλοδουλεμένο σχέδιο στρατηγικής εξόντωσης. Πρώτο στάδιο: η χυδαία και συστηματική κατασυκοφάντησή του, η εξομοίωσή του με τόπο όπου οργιάζει ανεξέλεγκτα η πάσης φύσεως εγκληματική δραστηριότητα, ούτως ώστε να υποδεχτεί ο κόσμος θετικά την κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου. Δεύτερο (τελικό;) στάδιο, η εγκαθίδρυση πανεπιστημιακής αστυνομίας, ώστε να αποκατασταθεί «επί τέλους» η τάξη και να παταχθεί η «ανομία». Η οποία «ανομία» στην οργουελική διάλεκτο της σύγχρονης (Ακρο-)Δεξιάς σημαίνει: δημοκρατία που γεννήθηκε στη Μεταπολίτευση. 
13
01

Κύρκος Δοξιάδης: Εσωκομματική κριτική και Αριστερά

Εχω την εντύπωση πως είναι αρκετοί/ές που –όπως εγώ– θα ήθελαν το κείμενο πολύ πιο αιχμηρό σε ζητήματα εσωκομματικής κριτικής και αυτοκριτικής – και πιο συγκεκριμένο. Η αοριστία των διατυπώσεων σε κάποια κρίσιμα σημεία προξενεί την αίσθηση ότι είναι σκόπιμη – ότι έγινε στο πλαίσιο μιας προσπάθειας στρογγυλέματος των διαφορών, ούτως ώστε να «χωρέσει» ένα όντως ευρύτατο φάσμα τάσεων και απόψεων. Και παρ’ όλα αυτά –παρ’ όλες τις υπαρκτές διαφωνίες ή διαφοροποιήσεις ως προς το περιεχόμενο– παρατηρούμε πως επικρατεί σε κύκλους του κόμματος σχεδόν ενθουσιασμός – πρωτοφανής για τα μέχρι τώρα –πρόσφατα τουλάχιστον– δεδομένα του εσωκομματικού κλίματος. Πώς εξηγείται αυτό; Επανερχόμαστε στην «επιτελεστικότητα». Που στην προκειμένη περίπτωση έχει να κάνει ακριβώς με το ευρύ φάσμα που εκπροσωπείται στις υπογραφές. Μέχρι τώρα, η εικόνα που παρουσίαζαν οι εσωκομματικές διαμάχες, όπως την εκμεταλλεύονταν και τη χάλκευαν δεόντως τα αντι-ΣΥΡΙΖΑϊκά μέσα από κοινού με τους γνωστούς αντι-ΣΥΡΙΖΑ «φίλους» του ΣΥΡΙΖΑ, ήταν η σύγκρουση μεταξύ αφ' ενός του «καλού» ή του «καθαυτό ΣΥΡΙΖΑ», δηλαδή του «Τσίπρα», και αφ' ετέρου του «ΣΥΡΙΖΑ του 3%», δηλαδή των «53» - άντε και κανενός «Σκουρλέτη» ή «Φίλη». Τώρα αυτή η εικόνα εκ των πραγμάτων ανατρέπεται, κανείς δεν πρόκειται να πειστεί ότι πρόκειται για κάτι τέτοιο. Το μόνο κοινό χαρακτηριστικό των όσων συνυπογράφουν είναι ότι δεν συμπεριλαμβάνεται ανάμεσά τους ο ίδιος ο πρόεδρος. Θα προχωρήσω ακόμη παραπέρα. Και θα υποστηρίξω ότι η μόνη ουσιαστική διαφοροποίηση μεταξύ του προέδρου και των όσων συνυπογράφουν συνίσταται ακριβώς στο ότι εκείνος δεν υπογράφει – δεν νομίζω ότι θα είχε καμιά ιδιαίτερη αντίρρηση ως προς το περιεχόμενο. Ο (σχεδόν) ενθουσιασμός λοιπόν που παρατηρείται για το κείμενο προκύπτει από το ότι πρώτη φορά ακούγεται μια συλλογική φωνή που εκφράζει μεγάλο μέρος του ΣΥΡΙΖΑ και που ως τέτοια δεν μπορεί να περιθωριοποιηθεί ή να στοχοποιηθεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο, και που δεν είναι ο «Τσίπρας». Μια –συμβολική μόνο, έστω– αμφισβήτηση του αρχηγισμού, που συντελείται χωρίς να αμφισβητείται ο αρχηγός ή οι θέσεις του.
29
12

Κύρκος Δοξιάδης: Παραγωγική καταστολή

Εχει περάσει ένας μήνας από τότε που ο πρωθυπουργός φωτογραφήθηκε με παρέα κατά την ποδηλατική εκδρομή του στην Πάρνηθα, χωρίς μάσκα και χωρίς τήρηση αποστάσεων. Η συγκεκριμένη φωτογραφία είναι μια εικόνα που έχει αποτυπωθεί βαθιά στη συλλογική μνήμη της ελληνικής κοινωνίας – δεν έχει ξεχαστεί και μάλλον ούτε πρόκειται. (...) Ο Κυριάκος Μητσοτάκης με τούτη την πράξη φαίνεται πως εφάρμοσε έναν ιδιότυπο ορισμό του «κυρίαρχου». Κυρίαρχος είναι εκείνος που αποφασίζει όχι πότε και ποιοι υπήκοοι εξαιρούνται από τα δικαιώματα που προστατεύει ο νόμος, αλλά πότε και ποιοι (ο εαυτός του και η παρέα του, εν προκειμένω) εξαιρούνται από τις υποχρεώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Ο επιδιωκόμενος συμβολισμός, όμως, έχει και περαιτέρω σημασιολογικές εξειδικεύσεις. Τα αυστηρά μέτρα περιορισμού των κινήσεων των πολιτών, με τις ολέθριες οικονομικές επιπτώσεις και με τις ασφυκτικές συνέπειες στην καθημερινότητα των ανθρώπων, υποτίθεται (και, έως έναν βαθμό, όχι απλώς «υποτίθεται») πως λαμβάνονται με στόχο την προστασία της υγείας των πολιτών. Το «κακό παράδειγμα» που έδωσε ο πρωθυπουργός με την περιβόητη φωτογραφία προφανώς δεν αποσκοπούσε στο να παροτρύνει τους πολίτες να μη μετέχουν στην προσπάθεια που γίνεται για την προστασία της δημόσιας υγείας αψηφώντας τα περιοριστικά μέτρα. Ο στόχος ήταν να τονιστεί η άλλη πλευρά των μέτρων – ήτοι η κατασταλτική. Τα μέτρα ως καταστολή – που δεν είναι δυνατόν να περιλαμβάνουν τον πρωθυπουργό. Ο πρωθυπουργός επιβάλλει την καταστολή, δεν την υφίσταται.
17
12

Δύο Ελλάδες;

Ο λόγος της Αριστεράς οφείλει να είναι, υπό μία έννοια τουλάχιστον, «διχαστικός», στον βαθμό που στηρίζει τις αναλύσεις και τη στρατηγική της στους ταξικούς αγώνες. Η ειρωνεία είναι πως ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός, που αρνείται την ύπαρξη τάξεων, τουλάχιστον στην παρούσα φάση είναι ασύγκριτα πιο διχαστικός. Και δεν αναφέρομαι μόνο στη σφαίρα του δημόσιου λόγου. Οι βεβιασμένες νεοφιλελεύθερες «μεταρρυθμίσεις», που τώρα με την πανδημία συντελούνται σχεδόν κυριολεκτικά «επί πτωμάτων», και που συνδυάζονται με την ολοένα και επιδεικτικότερη αστυνομοκρατική αυθαιρεσία, παραπέμπουν στον Φερνάντο Ρέι κάτω απ’ το τραπέζι με την μπουκιά στο στόμα. Μόνο που ο «εκτελεστής» αργεί να φανεί.
01
12

Κύρκος Δοξιάδης: Για την ενότητα της Αριστεράς

Με αφορμή το κοινό κείμενο του ΣΥΡΙΖΑ, του ΚΚΕ και του ΜέΡΑ25 εναντίον της απαγόρευσης των συναθροίσεων άνω των 3 ατόμων κατά το τετραήμερο του Πολυτεχνείου, είχα γράψει στο facebook το εξής καλαμπουράκι: «Θαύμα, θαύμα! Ο Μωυσής χώρισε την Ερυθρά Θάλασσα, ο σύγχρονος Μωυσής ένωσε την ελληνική Αριστερά». Πιο σοβαρά όμως τώρα. Το όντως εντυπωσιακό «θαύμα» του «σύγχρονου Μωυσή» προς το παρόν μοιάζει να έχει αβέβαιες προοπτικές. Με τα μέχρι στιγμής δεδομένα τουλάχιστον, το κοινό αντι-δεξιό κείμενο δεν γνωρίζουμε αν θα εξελιχθεί σε κάτι ουσιαστικότερο ή αν απλώς θα μνημονεύεται ως μια σπάνια αναλαμπή στη ζοφερή (πεντηκονταετή και βάλε, πλέον) ιστορία της διασπασμένης ελληνικής Αριστεράς. (...) Το πρόβλημα με το ΚΚΕ είναι πως δεν μπορεί να αντιμετωπίσει την προοπτική της συμμετοχής σε μια ΑΡΙΣΤΕΡΗ κυβέρνηση. Δεν προβλέπει κάτι τέτοιο η πολιτική θεωρία επί της οποίας στηρίζεται. (Ας πούμε ότι αυτή είναι μια δογματική ερμηνεία του λενινισμού.) Ο δημοκρατικός δρόμος, τον οποίο ακολουθεί ο ΣΥΡΙΖΑ στηριζόμενος στην παράδοση της ανανεωτικής Αριστεράς, δεν σημαίνει απλώς αποφυγή της ένοπλης σύγκρουσης (υποθέτω πως τούτο το ΚΚΕ το έχει δεχτεί). Είναι μια ολόκληρη στρατηγική που στηρίζεται σε μια σχεσιακή και μη εργαλειακή σύλληψη του κράτους. Η άνοδος της Αριστεράς στην κυβερνητική εξουσία δεν ισοδυναμεί βέβαια με επανάσταση, αλλά είναι ένα σημαντικό βήμα προς την κατεύθυνση της αλλαγής των συσχετισμών δύναμης εντός του κράτους, που σημαίνει και εντός του ευρύτερου πλαισίου των κοινωνικών-ταξικών σχέσεων. Ο ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση προσπάθησε και απέτυχε. Καλώς εχόντων των πραγμάτων, θα εξακολουθήσει να προσπαθεί. Ενώ το ΚΚΕ περιμένει να ωριμάσουν οι συνθήκες. Εκεί βρίσκεται η –προς το παρόν τουλάχιστον– αγεφύρωτη διαφορά.