Κύρκος Δοξιάδης

31
07

Κύρκος Δοξιάδης: Επιτελικό κράτος

Τώρα, υπό μια έννοια, είμαστε «πιο κοντά» στην περίοδο 1958-1961. Κεντρικό μέλημα είναι να καταστεί αδύνατη η (εκ νέου) άνοδος της Αριστεράς στην κυβερνητική εξουσία – με νέους τρόπους προφανώς. Το ενδιαφέρον όμως είναι ότι οι νέοι τρόποι που χρησιμοποιεί το καθεστώς απλώς «εμπλουτίζουν» και «εκσυγχρονίζουν» τους παλαιούς, δεν τους αντικαθιστούν πλήρως – και αυτό ίσως είναι μια «ελληνική ιδιαιτερότητα». Το «επιτελικό κράτος» που χτίζει ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι βέβαια το κράτος που απολύτως προσαρμόζεται στις επιταγές της νεοφιλελεύθερης οικονομίας. Ταυτόχρονα όμως, το δόγμα «Νόμος και Τάξη» και το τρίπτυχο «πατρίς-θρησκεία-οικογένεια» που το συνεπικουρούν μας κάνουν να μην ξεχνιόμαστε ως προς την προέλευση της σύγχρονης ελληνικής Δεξιάς.
24
07

Κύρκος Δοξιάδης: Για την οργανωτική διεύρυνση του ΣΥΡΙΖΑ

Το φαινόμενο ενός ριζοσπαστικού αριστερού κόμματος με την εκλογική απήχηση που σταθερά απολαμβάνει ο ΣΥΡΙΖΑ από το 2012 είναι πρωτόγνωρο για τα δεδομένα της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Πράγμα που σημαίνει ότι η αριθμητική δυσαναλογία μεταξύ μελών και ψηφοφόρων δεν οφείλεται ούτε σε κάποιον εγγενή και αναπόδραστο αρχηγισμό ούτε σε κάποια τεμπελιά, νωθρότητα, ανικανότητα ή υπερβολική «εσωστρέφεια» του εν λόγω κόμματος. Αλλά στο ότι δεν υπάρχουν οι ιστορικές, κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες που θα επιτρέψουν σε ένα μη αστικό και κατά συνέπεια μη πελατειακό ελληνικό κόμμα εύκολα να αποκτήσει αληθινά μαζικές οργανωτικές δομές.
20
06

Κύρκος Δοξιάδης: Ταξικός λόγος, ταξικές θέσεις

Την εποχή της κρίσης, το αφήγημα του «ανταγωνιστικού» και συνεπώς επιτυχημένου ατόμου, που μπορεί να είναι ο/η οποιοσδήποτε/οποιαδήποτε, έχει σε μεγάλο βαθμό καταρρεύσει. Και η δημοκρατία έχει μεν υπονομευθεί, αλλά εφ’ όσον εξακολουθούν να γίνονται εκλογές χρειάζεται μια νέα απεύθυνση στους «πολλούς» που να μπορεί να πείθει για την αναγκαιότητα του ασύδοτου καπιταλισμού. Αφού δεν μπορούμε λοιπόν όλοι να γίνουμε πλούσιοι, ας έχουν εμπιστοσύνη οι φτωχοί στους πλούσιους και κάτι θα κερδίσουν κι αυτοί. Επανερχόμαστε έτσι στην κυνική προτροπή του Χάγιεκ, που υποστήριζε πως πρέπει να πειστούν οι –πολλοί-«απασχολούμενοι» ότι η ελευθερία και η ευημερία τους εξαρτώνται, έμμεσα έστω, από την ελευθερία κινήσεων των –λίγων- επιχειρηματιών. Φορολογικές ελαφρύνσεις στους πλούσιους, για να κάνουν επενδύσεις που θα φέρουν περισσότερες θέσεις εργασίας αλλά και… περισσότερους φόρους, ούτως ώστε να ωφεληθούν και οι φτωχοί. Αυτό δηλώνει τώρα πως θα πράξει ο Κ. Μητσοτάκης, και δύσκολα βλέπω τη ΝΔ να διατείνεται ότι δεν το εννοούσε ακριβώς έτσι. «Trickle-down economics» καλείται η σχετική θεωρία – «αργή ενστάλαξη των ωφελειών από την ανώτερη στις κατώτερες κοινωνικές τάξεις» θα ήταν ίσως μια περιφραστική μετάφραση του όρου. Ο ίδιος ο Χάγιεκ αναγνώριζε τη δυσκολία να είναι πειστική για τις κατώτερες τάξεις η εν λόγω θεωρία. Ωστόσο, τούτη η εκδοχή του νεοφιλελευθερισμού, καθ’ ότι πιο «κυνική» από την αφελέστερη εκδοχή του –«όλοι μπορούν να γίνουν πλούσιοι»-, έχει ένα πλεονέκτημα, που αφορά την αμφισημία του όρου «μεσαία τάξη». Αν η ΝΔ παραδεχόταν ευθαρσώς ότι την ενδιαφέρουν μόνο οι φοροελαφρύνσεις των ούτως ή άλλως κατά μέγα μέρος φοροφυγάδων μεγαλοεπιχειρηματιών, δύσκολα θα φαινόταν επαρκώς ελκυστική ώστε να κερδίσει τις εκλογές. Εκμεταλλευόμενη όμως την εκφρασμένη στις ευρωεκλογές δυσαρέσκεια της «μεσαίας τάξης» εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ, περιλαμβάνει και δαύτην στην απεύθυνσή της όταν μιλάει για δραστικές φορολογικές ελαφρύνσεις που θα επιφέρουν την πανάκεια των επενδύσεων. Το ότι κάτι τέτοιο, όπως εξηγεί ο ΣΥΡΙΖΑ, είναι ανέφικτο χωρίς δραστική περικοπή δημόσιων δαπανών λίγο την απασχολεί. Αφού οι επενδύσεις θα φέρουν φόρους…
24
04

Του Θεμιστοκλέους βεβαίως βεβαίως

Το μόνο πρόβλημα της σημερινής ελληνικής Δεξιάς με τη Χρυσή Αυγή είναι η «αντισυστημική» της ρητορική. Αυτό, και βέβαια το γεγονός ότι της τρώει πολύτιμες ψήφους. Εξ ου και η «βιασύνη» της να ολοκληρωθεί η δίκη της ναζιστικής οργάνωσης. Μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια: Εγκαλώντας τον ΣΥΡΙΖΑ ότι «καθυστερεί», βρίσκει ακόμη μια ευκαιρία να αξιοποιήσει τη «θεωρία των δύο άκρων», εξομοιώνοντας τον ΣΥΡΙΖΑ με τους –«αντισυστημικούς», υποτίθεται- ναζιστές. Και ταυτόχρονα ελπίζει στην αύξηση των ψήφων που θα της αποφέρει η διά νόμου αποπομπή της Χ.Α. από το πολιτικό σκηνικό.
11
04

Η συγκρότηση του νεοφιλοφασιστικού υποκειμένου

Τα νεοφιλελεύθερα υποκείμενα είναι ατομοκεντρικά, και μάλιστα διακατέχονται από τον ανταγωνιστικό ατομοκεντρισμό. Τα πάντα υποτάσσονται στον στόχο της επαύξησης του προσωπικού τους οφέλους διά μέσου του ανταγωνισμού με τα άλλα άτομα. Αλλά τούτος ακριβώς ο ανταγωνιστικός ατομοκεντρισμός είναι που τα συνδέει πρακτικά με την ιδιαίτερη συλλογικότητά τους: με την τάξη των καπιταλιστών ή ευρύτερα με το σύνολο των ατόμων που αποδέχονται στην πράξη τους κανόνες ενός γενικευμένου καπιταλιστικού συστήματος – πρώτιστος εκ των οποίων είναι ο κανόνας του ανταγωνισμού της αγοράς, η οποία επεκτείνεται σε όλα τα πεδία της ανθρώπινης ύπαρξης. Κατά συνέπεια, η ατομοκεντρική ανταγωνιστικότητα συμπληρώνεται εμπράκτως από μια ταξική ή συστημική ανταγωνιστικότητα, έναντι του ταξικού αντιπάλου (ήτοι των εργαζομένων) ή των αντικαπιταλιστικών δυνάμεων (δηλαδή της Αριστεράς). Πρακτικά, το νεοφιλελεύθερο υποκείμενο συγκροτείται ως τέτοιο εντασσόμενο στη συλλογικότητα της αστικής τάξης και της αντι-Αριστεράς. Τα άτομα που συγκροτούνται ως υποκείμενα από την ιδεολογία του ακραίου ρατσισμού ή/και εθνικισμού έχουν σημείο αναφοράς μια συλλογικότητα η οποία εκ προοιμίου είναι ανταγωνιστική προς άλλες συλλογικότητες, που επίσης εκ των προτέρων θεωρούνται κατώτερες: κατώτερες φυλές, κατώτερα έθνη. Στην πράξη, διαφέρει από την ατομοκεντρική ανταγωνιστικότητα του νεοφιλελευθερισμού κατά το ότι εκδηλώνεται με πολέμους ή έστω με άσκηση βίας έναντι «αλλοφύλων» ή αλλοεθνών, και όχι με τον ανταγωνισμό της αγοράς που απαιτεί μια στοιχειώδη αποφυγή της άμεσης άσκησης βίας. Τούτη η διαφορά με τον νεοφιλελευθερισμό όμως δεν ισχύει απαραίτητα ως προς την ταξική και αντι-αριστερή ανταγωνιστικότητα του τελευταίου. Η παροιμιώδης πλέον φράση γνωστού στελέχους της Νέας Δημοκρατίας, ότι στον Εμφύλιο «οι κομμουνιστές σκότωναν Ελληνες», πέραν του ότι αποτελεί ένδειξη εμφανέστατης πλέον σύνδεσης του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης με την προδικτατορική Ακροδεξιά της «εθνικοφροσύνης», είναι και υποδειγματική, θα λέγαμε, έκφανση της συγκρότησης του νεοφιλοφασιστικού υποκειμένου. Στο πολιτικό ασυνείδητο των συμπολιτών μας που σκέφτονται κατά παρόμοιο τρόπο (και δυστυχώς δεν είναι λίγοι, αν κρίνουμε από τα ποσοστά συσπείρωσης της Ν.Δ.), θανάσιμοι εχθροί του έθνους και κομμουνιστές (τότε) ή αριστεροί (τώρα) είναι ένα και το αυτό.
21
03

ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ-ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΟΛΩΣΗ ΚΑΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΕΣ

Δύο πράγματα: Πρώτον, ότι μια σύγχρονη στρατηγική του δημοκρατικού δρόμου δεν μπορεί να μην είναι διεθνιστική, όχι μόνο ιδεολογικά, αλλά και πρακτικά. Η σύγχρονη θεσμική οργάνωση του καπιταλισμού είναι τέτοια ώστε ο διεθνής χαρακτήρας των ταξικών αγώνων δεν μπορεί παρά να συμπίπτει με τον αγώνα για τον εκδημοκρατισμό των διεθνών θεσμών. Και δεύτερον, ότι η στρατηγική εναντίον της Ακροδεξιάς και του νεοφιλελευθερισμού οφείλει να είναι ενιαία.Είπαμε ότι στη χώρα μας ήδη αυτά τα δύο συμπλέουν, και ότι προοπτικά υπάρχει μια τάση προς την ίδια κατεύθυνση στην Ευρώπη. Τι θα συνεπαγόταν αυτό πρακτικά ως προς το περίφημο ζήτημα των συμμαχιών; Δεν αναφέρομαι σε συμμαχίες στο επίπεδο της τακτικής για τις οποίες πολλά θα μπορούσαν να ειπωθούν. Στο επίπεδο της στρατηγικής, η σύναψη συμμαχιών δεν μπορεί παρά να λαμβάνει υπ’ όψη αυτόν τον διττό στόχο. Δεν συγκροτείς στρατηγική συμμαχία με κάποιον ο οποίος είναι εναντίον της ΧΑ αλλά κατά τα άλλα θέλει ιδιωτικά πανεπιστήμια.
20
02

Ας ξεχάσουμε την Κεντροαριστερά

Οι πολιτικές δυνάμεις που τοποθετούνται στο φάσμα Αριστερά-Δεξιά δεν ορίζονται επί τη βάσει μιας τυπικής λογικής ταξινομίας, όπως θα ήθελε μια θετικιστική προσέγγιση της πολιτικής. Συγκροτούνται ή δεν συγκροτούνται με ιστορικά συγκεκριμένο τρόπο, δηλαδή ανάλογα με τις ανάγκες και στρατηγικές επιλογές των ταξικών και ευρύτερα κοινωνικών δυνάμεων που προκύπτουν στις εκάστοτε ιστορικές συνθήκες. Αν με τον όρο «Κεντροαριστερά» εννοούμε τη μεταπολεμική ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία (και κατά κανόνα αυτό εννοούμε), τούτη προέκυψε στο πλαίσιο μιας κοινωνικής συναίνεσης στο εσωτερικό των καπιταλιστικών χωρών, ίσως ανεπανάληπτης στην ευρωπαϊκή Ιστορία, που η «χρυσή της εποχή» δεν κράτησε παραπάνω από δυόμισι δεκαετίες. Η «Κεντροαριστερά», ήτοι η Σοσιαλδημοκρατία, ήταν η πολιτική έκφραση όχι των συμφερόντων των «μεσαίων τάξεων», αλλά αυτής ακριβώς της κοινωνικής συναίνεσης, που με τη σειρά της υπήρξε το αποτέλεσμα ενός ευρύτερου συμβιβασμού μεταξύ των αντικρουόμενων στρατηγικών των ανώτερων και των κατώτερων τάξεων, στις πολύ συγκεκριμένες συνθήκες του ευρωπαϊκού καπιταλισμού κατά τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες. Η εν λόγω συναίνεση στο πολιτικό επίπεδο εκδηλωνόταν και από το γεγονός ότι το κοινωνικό κράτος και ο κεϊνσιανός παρεμβατισμός ήταν πρακτικές που σε σημαντικό βαθμό ενστερνίζονταν και τα «καθαυτό αστικά», φιλελεύθερα και συντηρητικά κόμματα.
06
02

Η διάχυση της ακροδεξιάς ιδεολογίας

Η ακροδεξιά «μετάλλαξη» της σημερινής Νέας Δημοκρατίας δεν είναι παρά η έμπρακτη διακήρυξη του κόμματος της ελληνικής άρχουσας τάξης ότι «το διάλειμμα της Μεταπολίτευσης τελείωσε, τα κεφάλια μέσα». Οσο για το Μακεδονικό, η τεράστια επένδυση προπαγάνδας και ιδεολογίας που αφιερώθηκε σε αυτό από την εν λόγω τάξη, τόσο μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού» όσο και τώρα, εξηγείται από το ότι οι κυρίαρχες δυνάμεις που την εκφράζουν, προεξάρχοντος του πρωτοπαλίκαρου του «γεφυροποιού» Αβέρωφ, τότε όπως και τώρα, διείδαν σε αυτό μια χρυσή ευκαιρία η φασίζουσα ιδεολογία της μετεμφυλιακής Δεξιάς να καταστεί επιτέλους ηγεμονική.
24
01

Η διαφωνία των Πρεσπών

Στην εποχή του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού, κατά την οποία η (καπιταλιστική) οικονομία απογυμνώνεται από τα ιδεολογικο-πολιτικά της φτιασίδια και προβάλλει ως αυτό που πράγματι είναι, δηλαδή ένα σύστημα ανελέητου ανταγωνισμού και αντίστοιχων κανονιστικών αρχών όπου το δέον είναι η επικράτηση των ισχυρότερων, το οικονομικό επίπεδο δεν επικαθορίζει απλώς τα άλλα δύο, τείνει να τα υποκαταστήσει. Σε περιόδους κρίσης και συνακόλουθης κοινωνικής πόλωσης, τα ιδεολογικά και πολιτικά ζητήματα επανακάμπτουν κυρίως από την Αριστερά –όπου αυτή καθίσταται επαρκώς ισχυρή εννοείται. Τότε προκύπτει η εξής ενδιαφέρουσα κατάσταση: όσον αφορά το κυρίαρχο κοινωνικό καθεστώς, ο επικαθορισμός μεταξύ επιπέδων συνίσταται στον τρόπο με τον οποίο το οικονομικό στοιχείο συναρθρώνει τα άλλα δύο επίπεδα ούτως ώστε να εξυπηρετούνται οι στρατηγικοί του στόχοι. Στην πολιτική διαμάχη τα αστικά κόμματα αφήνουν κατά μέρος τις μεταξύ τους έριδες και διαφορές και συνενώνουν τις δυνάμεις τους έναντι του κοινού εχθρού, που είναι το κόμμα ή τα κόμματα της Αριστεράς (στον βαθμό που αυτά κρίνονται αρκούντως απειλητικά για το καθεστώς εννοείται –δεν αναφέρομαι σε περιπτώσεις όπως το σημερινό ΚΚΕ). Και στη σφαίρα της ιδεολογίας ανευρίσκεται κάποιο ιδεολόγημα ικανό να υπερκεράσει τις όποιες προσπάθειες της Αριστεράς για δική της ιδεολογική ηγεμόνευση. Το οικονομικό στοιχείο εδώ είναι εκείνο που ενοποιεί τις ετερογενείς και συχνά αντιφατικές πολιτικές και ιδεολογικές στοχεύσεις και πρακτικές. Με τον όρο «οικονομικό στοιχείο» δεν αναφέρομαι σε χρηματοπιστωτικά μεγέθη αλλά στις ταξικές (εξ ορισμού) σχέσεις παραγωγής. Η ταξική αλληλεγγύη που επιδεικνύεται στις μέρες μας μεταξύ των ποικιλόμορφων αστικών πολιτικών και ιδεολογικών δυνάμεων είναι σχεδόν συγκινητική. Αναρωτιέμαι πόσοι εξ όσων μετείχαν στο συλλαλητήριο της Κυριακής είχαν επίγνωση του ταξικού χαρακτήρα αυτής τους της μέθεξης.
10
01

Οι εκλογές, το Μακεδονικό, η Αριστερά

Οσο και αν εξακολουθεί να διαρρηγνύει τα ιμάτιά της για τον «ευρωπαϊσμό» της, η εθνικιστική στροφή της Ν.Δ. μεθοδεύεται με τρόπο που στενεύει καθοριστικά τα περιθώρια ελιγμών που η ίδια αφήνει στον εαυτό της. Η υιοθέτηση της φτηνής ακροδεξιάς προπαγάνδας, ότι η κυβέρνηση «αντάλλαξε το Σκοπιανό με τη μη περικοπή των συντάξεων», αποκαλύπτει πως η ίδια η Δεξιά έτσι ακριβώς βλέπει τα πράγματα. Με απλά λόγια, πως αν κάνει εκείνη κυβέρνηση και θέλει να μείνει συνεπής προς την «εθνικά υπερήφανη» (ήτοι εθνικιστική) στάση της, τούτο θα έχει ολέθριες οικονομικές συνέπειες για τη χώρα.