Ανδρέας Ξανθός: «Δεν πρέπει η κρίση δημόσιας υγείας να μετατραπεί σε κρίση δημοκρατίας».
Είναι αυτονόητη ηθική υποχρέωση και τήρηση βασικών κανόνων επαγγελματικής δεοντολογίας, ο εμβολιασμός των υγειονομικών. Κανείς δεν μπορεί να υπερασπιστεί το «δικαίωμα» ενός υγειονομικού να φροντίζει ευάλωτους ασθενείς ανεμβολίαστος. Από την άλλη, δεν θεωρούμε ότι η κυβέρνηση έχει το «δικαίωμα» να καταφεύγει σε μέτρα μη αναλογικού χαρακτήρα, όπως είναι η υποχρεωτική αργία, η στέρηση μισθού στο δημόσιο και η απόλυση στον ιδιωτικό τομέα. Αυτό είναι κοινωνική βαρβαρότητα που θα φέρει το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα από το επιδιωκόμενο. Η κυβέρνηση οχτώ μήνες τώρα δεν έκανε τίποτα για να προωθήσει το συνειδητό και εκούσιο εμβολιασμό, να άρει επιφυλάξεις και να εξαντλήσει τα περιθώρια συναινετικών λύσεων. Έρχεται στο «και πέντε» να εκβιάσει και να απειλήσει με το φόβο της ανεργίας και της ανέχειας. Η υποχρεωτική αργία για περίπου 10.000 υγειονομικούς θέτει σε διακινδύνευση την ευστάθεια του ΕΣΥ στην αιχμή του τέταρτου κύματος. Εμείς προτείναμε αναστολή εφαρμογής του νόμου, εκτόνωση της κρίσης, προσπάθεια χάραξης ενός κοινά συμφωνημένου δρόμου προς τον τελικό στόχο που είναι ο καθολικός εμβολιασμός. Σε κάθε περίπτωση, η υπόθεση της συλλογικής ανοσίας και γενικά της αποτελεσματικής διαχείρισης της πανδημίας δεν κρίνεται από τον εμβολιασμό των εργαζομένων στις δομές υγείας και πρόνοιας. Εάν δεν τροποποιηθεί η εμβολιαστική στρατηγική και δεν καλυφθούν οι εστίες ανεμβολίαστου πληθυσμού όλων των κατηγοριών και ειδικά των υπερηλίκων, είναι χαμένο το παιχνίδι. Συμφωνούμε με την εισήγηση της Εθνικής Επιτροπής Βιοηθικής για στοχευμένη και επιλεκτική υποχρεωτικότητα, με ισχυρές δικλείδες ασφαλείας από άποψη εργασιακών δικαιωμάτων και αφού εξαντληθούν όλα τα περιθώρια πειθούς και ενδιάμεσων λύσεων (πχ. μετακινήσεις από τμήματα αιχμής). Η κυβέρνηση κινείται στη λογική της επιβολής και του τιμωρητισμού, προωθώντας ταυτόχρονα τη γενικευμένη υποχρεωτικότητα. Ξεκινά από τους υγειονομικούς, θα προχωρήσει με τους ένστολους, τους εκπαιδευτικούς κ.ο.κ. Οι ευρωπαϊκές χώρες –πλην της Γαλλίας και της Ιταλίας– δεν κινούνται σε αυτή την κατεύθυνση.









