Το πολωνικό σύμπτωμα μιας ευρωπαϊκής ασθένειας
Ο Μοραβιέτσκι έδειξε να μιλά εξ ονόματος πολλών, όταν υποστήριξε ότι η ΕΕ ξεπερνά πλέον το όριο αρμοδιοτήτων, που είναι διατεθειμένο να παραχωρήσει ένα εθνικό κράτος. Ή όταν κατηγόρησε τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ότι «σφετερίζονται εξουσίες, που δεν διαθέτουν βάσει των συνθηκών και επιβάλλουν τη θέλησή τους στα κράτη μέλη».
Όπως εύστοχα παρατήρησαν κάποιοι στις Βρυξέλλες η στάση του πρέπει να προκάλεσε ρίγη, ανάλογα εκείνων που είχε προκαλέσει το «Όχι» των Γάλλων και Ολλανδών στο ξεχασμένο πια ευρωπαϊκό Σύνταγμα. Τότε που αποδείχτηκε ότι η εθνική κυριαρχία ήταν ένα κεκτημένο, από το οποίο δεν ήθελαν να παραιτηθούν ολοκληρωτικά ορισμένες κοινωνίες. Αυτή την «κυριαρχία» επικαλείται τώρα και η πολωνική κυβέρνηση (και δικαιοσύνη) και πίσω της κρύβονται μια σειρά ακόμα χώρες.
Η στάση της κυβέρνησης της Βαρσοβίας δείχνει καλά μελετημένη. Πατάει σε νομικές ασάφειες, αλλά και σε μια ευρέως διαδεδομένη δυσαρέσκεια σε μεγάλα τμήματα αρκετών κοινωνιών για τον τρόπο που λειτουργεί η Ένωση. Και οι πολωνοί λαϊκιστές, όπως και πολλοί ομοϊδεάτες τους σε άλλες πρωτεύουσες δεν αισθάνονται κανένα φόβο από τις απειλές της «διορισμένης» και εξαιρετικά φτωχού πολιτικού διαμετρήματος Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν.
Η τελευταία προειδοποιεί ότι «αυτά που συμβαίνουν στην Πολωνία απειλούν τα ίδια τα θεμέλια της ΕΕ». Εν μέρει έχει δίκιο. Αλλά δεν συμβαίνουν μόνο εκεί και δεν ξεκίνησαν τώρα. Πηγάζουν από αδυναμίες του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, που οι όψιμοι οραματιστές του πίστεψαν ότι μπορεί να στηθεί αποκλειστικά πάνω στο ελεύθερο εμπόριο, σε ανταλλαγές φοιτητών και... φτηνότερο roaming.
Οι Ευρωπαίοι επιμένουν να συγκαλύπτουν ένα βαθιά πολιτικό πρόβλημα, πίσω από νομικίστικες αντιδικίες και αόριστες «αξιακές» επικλήσεις. Όσο δεν παραδέχονται ότι μόνο η «οικονομική» ενοποίηση είναι αυτή που έχει ουσιαστικά προχωρήσει, κι αυτή μάλιστα ημιτελώς, τόσο θα συνεχίζουν να ονειρεύονται σταθερότητα πάνω σε ένα οικοδόμημα με ασταθή θεμέλια. Και θα γίνονται ολοένα και πιο ευάλωτοι σε εκβιασμούς λαϊκιστών, που γνωρίζουν πολύ καλύτερα από τις Βρυξέλλες τι ακριβώς επιθυμεί να ακούσει η εγχώρια τους εκλογική πελατεία.









