Πέτρος Λινάρδος-Ρυλμόν

01
03

Αριστεροί λαϊκιστές και αριστεροί σκέτοι

Το Podemos και οι «επαναστατημένοι» δήμοι είναι προϊόντα του κινήματος 15Μ, του κινήματος των «αγανακτισμένων». Δεν είναι τυχαίο ότι οι θεσμοί που βρίσκονται πιο κοντά στους πολίτες μπόρεσαν να προχωρήσουν περισσότερο προς το να δώσουν απτή μορφή στα αντιολιγαρχικά και αμεσοδημοκρατικά οράματα του 2011. Η θεαματική πρωτοβουλία του Iñigo Errejon μπορεί να συμβάλει στο να ξεμπλοκαριστεί μια κατάσταση όπου όλα τα σημαντικά πολιτικά ζητήματα αντιμετωπίζονται στην κεντρική πολιτική σκηνή, με αποτέλεσμα να επαναλαμβάνονται οράματα του παρελθόντος και να μην είναι δυνατό να οικοδομηθούν δεσμοί με τον κόσμο της εργασίας, της επισφάλειας και της ανεργίας. Ο Errejon δείχνει σε θεωρητικό και πρακτικό επίπεδο πώς η προβληματική του «αριστερού λαϊκισμού», που ώς τώρα φαινόταν να χρησιμεύει μόνο για το πώς αριστερά κόμματα μπορούν να κερδίσουν τις εκλογές, είναι μια προβληματική που μπορεί να επεκταθεί προς την κατεύθυνση της οικοδόμησης των πρακτικών ενός εναλλακτικού σχεδίου και όχι να οδηγήσει στην υποχώρηση σε έναν παραδοσιακό αριστερό πολιτικό λόγο.
30
12

Ο σκεπτικισμός για το κλίμα την εποχή των fake news

Από τη στιγμή που θεωρείται «φυσιολογική» η έκφραση κάποιων κοινωνικών ή οικονομικών συμφερόντων, ακόμα και με τη μορφή των ψευδών ειδήσεων, υπάρχει μια ανοχή που εγκαθίσταται, η οποία είναι φυσικά συνάρτηση της έντασης που μπορεί να πάρει, ιδιαίτερα σε συνθήκες πολιτικής κρίσης, η μονομέρεια του όποιου ταξικού χαρακτήρα ενός πολιτικού κόμματος. Αυτή η μονομέρεια όμως μπορεί να είναι και συνάρτηση των περιορισμένων γνώσεων ενός κομματικού μηχανισμού ως προς ένα γνωστικό αντικείμενο, όπως το φαινόμενο του θερμοκηπίου και η κλιματική αλλαγή, που δεν συναρτάται με τις κοινωνικές τάξεις που εκφράζει το ένα ή το άλλο κόμμα, αλλά απαιτεί μια ευρύτερη προσέγγιση, που είναι μεν ουσιαστική ως προς την επιβίωση αυτών των τάξεων, αλλά δεν καλύπτεται από τα υπαρκτά στερεότυπα. Η υιοθέτηση αυτής της ευρύτερης προσέγγισης, που έρχεται σε σύγκρουση με ιστορικά διαμορφωμένες αντιλήψεις για τα συμφέροντα μεγάλων κατηγοριών μισθωτών, ή ακόμα και με συντηρητικές αντιλήψεις μεσοαστικών στρωμάτων, είναι απαραίτητη για να ξεφύγει η συζήτηση σχετικά με τις πολιτικές για την κλιματική αλλαγή, από συνδυασμούς στερεότυπων της μόδας και οικονομικών συμφερόντων ή συντηρητικών κοινωνικών αντιλήψεων. Το στρατόπεδο των σκεπτικιστών και των δήθεν στρατευμένων, που μας οδηγούν μαζί σε επικίνδυνα μονοπάτια για τα οποία ψεύδονται συνεχώς, δεν έχει βρει απέναντί του ένα στρατόπεδο των μαχητών της επιβίωσης: το στρατόπεδο αυτών που γνωρίζουν τι συμβαίνει πραγματικά, ανεξάρτητα από την τάξη ή κοινωνική ομάδα στην οποία ανήκουν, και έχουν τη δυνατότητα να βρουν τον τρόπο συνδυασμού των ειδικών συμφερόντων με το συλλογικό συμφέρον. Για την επίτευξη αυτού του στόχου μόνο διά της γνωσιακής ικανότητας μπορούμε να ξεφύγουμε από την παγίδα της επανάληψης επιμέρους ψευδών.
17
11

Το κλίμα, πεδίο κοινωνικών συμμαχιών της Αριστεράς

Η έκθεση της IPCC συνδέει άμεσα τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής με τον κίνδυνο διεύρυνσης της φτώχειας και των κοινωνικών ανισοτήτων, θεωρώντας αναγκαίες προσαρμογές στις πολιτικές που αφορούν την ασφάλεια ως προς τα τρόφιμα και το νερό, τη μείωση των κινδύνων από καταστροφές, τη βελτίωση της προστασίας της υγείας, την προστασία των οικοσυστημάτων και τη μείωση της φτώχειας και των ανισοτήτων. Η εφαρμογή τέτοιων πολιτικών μπορεί να συνδυαστεί σε εθνικό επίπεδο με μια συνεπή πολιτική άμβλυνσης της κλιματικής αλλαγής, με ριζοσπαστική στρατηγική μείωσης της κατανάλωσης ορυκτών καυσίμων. Μια στρατηγική που συνδυάζει την άμβλυνση και την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, μπορεί να αποτελέσει τη βάση για ευρείες συμμαχίες σε ευρωπαϊκό επίπεδο, που θα κάνουν τη διαφορά για την επικράτηση μιας κοινωνικής στρατηγικής. Θα γίνει εύκολα κατανοητό ότι η στρατηγική της Αριστεράς είναι ριζικά διαφορετική από την προσέγγιση του νεοφιλελευθερισμού σε ό,τι αφορά τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Η προσέγγιση Τραμπ και Μπολσονάρο είναι απλή και συνοψίζεται στο ότι «όσο πιο πλούσιος είσαι, τόσο καλύτερα θα αντιμετωπίσεις την κλιματική αλλαγή». Κάθε καθυστέρηση ως προς την υλοποίηση της αντίθετης στρατηγικής ενισχύει τη συμμαχία αυτών που πιστεύουν ότι μόνο το χρήμα μπορεί να σε σώσει και από αυτή την απειλή.
01
11

Τι μαθαίνουμε από τη Βραζιλία;

Τελικά η απειλή πραγματοποιήθηκε. Στις εκλογές για τον πρόεδρο της Δημοκρατίας στη Βραζιλία, ο ακροδεξιός υποψήφιος και νοσταλγός της στρατιωτικής δικτατορίας, Χαΐρ Μπολσονάρο, πήρε το 55% των ψήφων. Ο υποψήφιος του Κόμματος των Εργαζομένων (ΡΤ), του Λούλα, ο Φερνάντο Χαντάντ, πήρε το 44,8%. Αυτά τα ποσοστά είναι αποτέλεσμα της κατάρρευσης της απήχησης του ΡΤ, που σύμφωνα με τον Ανδρέ Σίγκερι, στενό συνεργάτη του Λούλα, έχασε από το 2013 ώς τώρα τα δύο τρίτα της απήχησής του! Αυτή η εφιαλτική κατάληξη-νίκη του Μπολσονάρο θα είναι το τέλος μιας άνοιξης που ξεκίνησε με την πρώτη θητεία του Λούλα το 2003, με την οποία άλλαξαν ριζικά η κοινωνία και η οικονομία της Βραζιλίας.
24
10

Ταξινομώντας τα ερωτήματα για το μέλλον

Το να πάρουμε τις τύχες μας στα χέρια μας, το να επεξεργαστούμε και να διαχειριστούμε έναν περιβαλλοντικό, κοινωνικό και παραγωγικό ορθολογισμό, μίλια μακριά από την αναμονή των αυτοματισμών της αγοράς και των αναπτυξιακών χειρισμών μέσω τεσσάρων ή πέντε μακροοικονομικών μεγεθών, σημαίνει ότι ως πολίτες, ως εργαζόμενοι, ως πολιτικά στελέχη και ως στελέχη της παραγωγής και των υπηρεσιών, έχουμε τη γνωσιακή ικανότητα να επωμιστούμε αυτή την αναγκαία προσέγγιση. Οι διψασμένοι για γνώσεις εργάτες του 19ου αιώνα ή του μεσοπολέμου, οι οργανικοί διανοούμενοι που οραματίστηκε ο Γκράμσι, έχουν σχεδόν χαθεί από τον πληθυσμό της Αριστεράς. Σε σημαντικούς τομείς σκέψης και προγραμματικού λόγου είναι σαν να έχουν αντικατασταθεί από αυτάρεσκους μεσοαστούς, ημιμαθείς και συντηρητικούς, που δεν μπορούν κατά κανόνα να φανταστούν και να σχεδιάσουν το ριζοσπαστικά διαφορετικό, αλλά αρέσκονται στο γνώριμο και την επανάληψη. Δεν μπορεί να υπάρξει επίκαιρη αριστερή στρατηγική χωρίς θεωρητική σκέψη, αλλά μια θεωρητική σκέψη που είναι προϊόν και κτήμα των πολλών, που είναι το αποτέλεσμα ενός γενικευμένου γνωσιακού άλματος.
13
09

Ποια οικονομία της γνώσης για τη δίκαιη ανάπτυξη;

Η Οικονομία της Γνώσης μπορεί να επιτρέψει την απόκτηση της ικανότητας κάλυψης ουσιαστικών αναγκών και όχι απλώς την αναμονή των αμφίβολων επιπτώσεων κάποιων επιχειρηματικών πρωτοβουλιών και αποτελεί στην πραγματικότητα προϋπόθεση για την υλοποίηση του σχεδίου της Δίκαιης Ανάπτυξης. Το μορφωμένο και ειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό που δεν αξιοποιείται σήμερα στην Ελλάδα, αλλά και το δυναμικό που επιστρέφει λόγω της πολιτικής αύξησης των δαπανών για την έρευνα, θα αξιοποιηθεί σε μεγάλη κλίμακα αν γίνει αποδεκτό ότι μια Οικονομία της Γνώσης με αυτά τα χαρακτηριστικά είναι αναγκαία και εφικτή. Η απασχόληση επιστημόνων και ερευνητών είναι δυνατή για την αναγνώριση των αναγκών και την κατανόηση των προϋποθέσεων για την ικανοποίησή τους, για τη μετατροπή γενικών στόχων σε υλοποιήσιμες πολιτικές, για τη συνεχή βελτίωση των συνθηκών άσκησης αυτών των πολιτικών, για την εκπαίδευση του κατάλληλου στελεχιακού δυναμικού. Αυτή είναι μια αποστολή για τους νέους που μόνο η Αριστερά μπορεί να κατανοήσει και να σχεδιάσει, προσφέροντας στους νέους ανθρώπους όχι μόνο αξιοπρεπείς συνθήκες ζωής και εργασίας, αλλά και την ικανοποίηση της δημιουργίας και της κοινωνικής προσφοράς.
25
07

Έχει μέλλον ο αριστερός λαϊκισμός;

Η προοπτική ενός παραγωγικού, κοινωνικού και περιβαλλοντικού ορθολογισμού, ως απάντηση στην καπιταλιστική παρακμή, ήταν πάντα ένας αναγκαίος συνδυασμός αξιόπιστης και επιβεβαιωμένης κατανόησης πραγματικών δεδομένων και δυνατοτήτων, δηλαδή ενός συγκροτημένου κριτικού γνωσιακού κεφαλαίου, και πολιτικών υιοθέτησης και έκφρασης αυτής της προοπτικής από δημοκρατικές μορφές οργάνωσης της κοινωνίας. Τις οποίες προωθούν πολιτικές οργανώσεις που έχουν ως στόχο την επικράτηση αυτού του ορθολογισμού, και πολιτικές οργανώσεις σε διάλογο και αυτές με τις διαδικασίες της θεωρητικής και προγραμματικής επεξεργασίας. Δεν μπορεί να υπάρξει σχεδιασμός ενός ορθολογικού από όλες τις απόψεις μέλλοντος, χωρίς αναφορά στο έργο του Μαρξ, στις επεξεργασίες των θεωρητικών της ιταλικής Αυτονομίας, χωρίς το έργο του Διακυβερνητικού Πάνελ για την Κλιματική Αλλαγή, χωρίς τις άλλες ανατρεπτικές θεωρήσεις κρίσιμων θεμάτων που αφορούν τη μεταβατική εποχή μας. Οι διαδικασίες των θεσμικών ανατροπών που μπορούν να επιτευχθούν μέσω πολιτικών και κοινωνικών αγώνων, και αφορούν τον τοπικό σχεδιασμό παραγωγικών δραστηριοτήτων και περιβαλλοντικών ζητημάτων, τη διεκδίκηση και κατάκτηση κοινωνικών και εργασιακών δικαιωμάτων, την επίτευξη κατακτήσεων σε επίπεδο εργατικού ελέγχου, αυτοοργάνωσης και αλληλέγγυας οικονομίας, δεν μπορούν να μη συνοδεύονται από διαδικασίες σε μεγάλη κλίμακα, εκπαίδευσης των εργαζομένων και των πολιτών, και παραγωγής γνώσης από πανεπιστημιακούς και ερευνητικούς θεσμούς, ή και από ανεξάρτητες γνωσιακές πρωτοβουλίες, με γενικό προσανατολισμό τη δυνατότητα επιλογής, οργάνωσης και υλοποίησης ορθολογικών επιλογών σε παραγωγικό, κοινωνικό και περιβαλλοντικό επίπεδο. Ο γνωσιακός εξοπλισμός της κοινωνίας είναι σήμερα μια παραμελημένη – αν όχι αγνοημένη – προϋπόθεση της στρατηγικής κυριαρχίας της Αριστεράς, μια πολύπλευρη δραστηριότητα η οποία είναι απολύτως εφικτή, και είναι απολύτως απαραίτητη αν παίρνουμε στα σοβαρά τόσο την οικοδόμηση ώριμων κοινωνικών κινημάτων, όσο και την οικοδόμηση των θεσμών ενός μετα-καπιταλιστικού κόσμου.
17
07

Τι επιδιώκουμε με την Κοινωνική και Αλληλέγγυα Οικονομία;

Για τη χάραξη πολιτικών σε οποιονδήποτε τομέα έχει σχέση με την παραγωγική δραστηριότητα, πρέπει να αποτελεί αφετηρία η διαπίστωση ότι η ελληνική οικονομία γνώρισε μια κατάρρευση του δυναμικού της και ότι οι παραγωγικές της δυνατότητες πρέπει να ανοικοδομηθούν. Η κατάρρευση αυτή δεν σημαίνει μόνο ότι χάθηκε παραγωγικό δυναμικό και θέσεις εργασίας σε πρωτόγνωρη κλίμακα σε περίοδο ειρήνης, αλλά και ότι το παραγωγικό κεφάλαιο συρρικνώθηκε δραματικά και, επιπλέον, ότι δεν υπάρχει μια αστική τάξη με ένα σχέδιο για την ανασυγκρότηση της οικονομίας, ούτε για την ανασυγκρότηση ενός κοινωνικού θεσμικού πλαισίου. Οι δραστηριότητες που εξασφαλίζουν κατά κύριο λόγο εισοδήματα αποτελούν τη μεγάλη μάζα των παραγωγικών μονάδων που μπορούν να επωμιστούν την ανασυγκρότηση, και επομένως να αποτελέσουν τη βασική κινητήρια δύναμη της αύξησης της απασχόλησης. Μετά όμως τη μακρά περίοδο μείωσης της παραγωγής και κλεισίματος επιχειρήσεων και την παρουσία χρηματοδοτικών και άλλων εργαλείων που στηρίζουν γενικώς την εξωστρέφεια και την καινοτομία (δηλαδή τομείς δραστηριοτήτων που απαιτούν ειδικές στοχεύσεις και επομένως πολιτικές), χρειάζεται να υπάρξει σχεδιασμός με εσωστρεφή χαρακτήρα και να δημιουργηθούν δομές υποστήριξης με στόχο τις επιλογές προσανατολισμού, τη βιωσιμότητα των εγχειρημάτων, την επιλογή της ποιότητας των προϊόντων και τις μεθόδους διοίκησης και οργάνωσης των μονάδων. Σε αυτές τις συνθήκες η ανάπτυξη της ΚΑλΟ είναι μια πολιτική επιλογή που μπορεί να διαλέξει να μην ευνοήσει τη μικρή ιδιωτική επιχειρηματικότητα και την αντίστοιχη μισθωτή εργασία, αλλά να ευνοήσει τις συλλογικές μορφές δραστηριοποίησης, που αποτελούν μια νέα μορφή συγκρότησης του κόσμου της εργασίας, η οποία μπορεί – μαζί με το νέο ρόλο του δημόσιου τομέα – να αποτελέσει και έναν παράγοντα ενίσχυσης των δημοκρατικών θεσμών σε τοπικό και εθνικό επίπεδο και διαμόρφωσης ενός «νέου παραγωγικού μοντέλου», που αξίζει πραγματικά αυτό το χαρακτηρισμό.
11
07

Ανάπτυξη και αριστερή στρατηγική: νέα αναγκαία βήματα

Σε αυτές τις συνθήκες και σε αυτό το διεθνές περιβάλλον, ο αναπτυξιακός σχεδιασμός πρέπει να υιοθετήσει νέες κατευθύνσεις που πρέπει να μας απομακρύνουν από την επικίνδυνη ψευδαίσθηση ότι βρισκόμαστε στην αρχή μιας «κανονικής» αναπτυξιακής πορείας. Χρειάζεται, αφενός, να πραγματοποιηθεί μια αλλαγή προσέγγισης των αναπτυξιακών εργαλείων πολιτικής, ώστε να βασιστούν σε τοπικούς και περιφερειακούς σχεδιασμούς και να κατευθυνθούν κατά προτεραιότητα στην υποστήριξη μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, αλλά και συλλογικών μορφών οργάνωσης της παραγωγής στις πόλεις και στην ύπαιθρο. Η αύξηση της απασχόλησης και η ανασυγκρότηση ενός κοινωνικού ιστού μέσω της πολύπλευρης αναβάθμισης του κόσμου της εργασίας, πρέπει να αποτελέσει βασικό άξονα. Χρειάζεται επίσης να στραφεί σε μεγάλο βαθμό η αναπτυξιακή στρατηγική και προς την εσωστρεφή ανάπτυξη ώστε να πραγματοποιηθεί σε εκτεταμένη κλίμακα υποκατάσταση εισαγωγών και κάλυψη τοπικών καταναλωτικών αναγκών. Η υιοθέτηση το συντομότερο δυνατό συμπληρωματικών μέσων πληρωμής, που θα εκδίδονται από δημόσιες αρχές και θα επιστρέφουν σε αυτές μέσω της φορολογίας, θα ευνοούσε με πρωτοφανή τρόπο το σχεδιασμό της τοπικής ανάπτυξης, και θα αποτελούσε ένα ισχυρό εργαλείο άμυνας απέναντι στις συνεχιζόμενες πιέσεις των δανειστών, και τη στενότητα χρηματικών πόρων. Οι πολιτικές που αφορούν την προστασία του περιβάλλοντος, των φυσικών πόρων, αλλά και την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, πρέπει να εγκαταλείψουν τις λογικές της αργής «προόδου» και να υιοθετήσουν σχέδια με συγκεκριμένους στόχους και χρονοδιαγράμματα, βασισμένα σε αξιόπιστες προβολές. Τα ζητήματα του περιβάλλοντος είναι σήμερα ζωτικής και πρωτεύουσας σημασίας σε ό,τι αφορά την κοινωνική συνοχή και τη βιωσιμότητα της υλικής παραγωγής. Οι θεσμοί που σχεδιάζουν, υιοθετούν και υλοποιούν τις σχετικές πολιτικές, πρέπει να αποκτήσουν τις κατάλληλες γνώσεις και εργαλεία. Εξάλλου έχει παρέλθει η εποχή που ο «ευαίσθητος μεσοαστός» πίστευε ειλικρινά ότι η ανάπτυξη, δηλαδή η μεγέθυνση του προϊόντος της οικονομίας χωρίς όρια, είναι το κλειδί της ευημερίας και για τους φτωχότερους. Σήμερα, οι περιορισμοί που θέτουν τα περιβαλλοντικά ζητήματα, η ανάγκη να αναδιοργανωθεί η παραγωγή με ορίζοντα τη βιωσιμότητα, η άμεση ανάγκη να εξαλειφθούν οι κραυγαλέες κοινωνικές ανισότητες, θέτουν τα όρια μέσα στα οποία πρέπει να σχεδιαστούν οι αναπτυξιακές πολιτικές. Οι πολιτικές για μια ανάπτυξη που μπορεί τότε να ονομαστεί και «δίκαιη».
16
03

Στόχοι και περιεχόμενο της στρατηγικής ανασυγκρότησης

Η κάλυψη των επειγουσών αναγκών της οικονομίας και της κοινωνίας, δεν θα πραγματοποιηθεί με ένα συνδυασμό αποτυχημένων θεσμικών λειτουργιών του παρελθόντος και νεοφιλελεύθερων —και εξίσου αποτυχημένων— καινοτομιών που αρχικά επέβαλε η τρόϊκα και τώρα φαίνεται να υιοθετούμε. Η αναγκαία ανανέωση του καθεστώτος άσκησης αναπτυξιακής στρατηγικής μπορεί επιπλέον να οδηγήσει στη ριζική βελτίωση της αποτελεσματικότητας σχεδιασμένων πολιτικών, και να περιορίσει σημαντικά τις πιέσεις που ασκούν οι «θεσμοί» σε ότι αφορά τους στόχους και το περιεχόμενο της διαχείρισης της οικονομίας.
  • 1
  • 2