Μιχάλης Σπουρδαλάκης: Για τον Λίο. Τον δάσκαλο, τον φίλο, τον σύντροφο
Παρακάμπτοντας το κίνδυνο υπεραπλούστευσης θα έλεγα ότι όλο το έργο του Πάνιτς αποκαλύπτει ένα ερευνητικό σχέδιο που επιχειρεί συστηματικά να κατανοήσει και να αντιπαρατεθεί ταυτόχρονα με τις αντιφάσεις ανάμεσα στην τυπική ισότητα της φιλελεύθερης τάξης πραγμάτων και τις βαθιές και συνεχώς επεκτεινόμενες ανισότητες που παράγει ο καπιταλισμός σε παγκόσμια κλίμακα. Αυτή η ερευνητική του έγνοια τον οδήγησε στη δημιουργική υιοθέτηση των μεθοδολογικών προταγμάτων της μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας στη μελέτη των αντιφάσεων του κορπορατισμού. Ωστόσο, όταν ο παγκόσμιος καπιταλισμός μπήκε για τα καλά στη νεοφιλελεύθερη φάση του, ο Πάνιτς εστίασε στη μελέτη του κράτους και της σχέσης του με τα πολιτικά υποκείμενα και τις εργατικές οργανώσεις. Οι διαδικασίες καπιταλιστικής ολοκλήρωσης, η λεγόμενη παγκοσμιοποίηση, μετέφερε το ενδιαφέρον του στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, όπου και άνοιξε δρόμους κατανόησης για τη φύση της σύγχρονης νεοφιλελεύθερης καπιταλιστικής αυτοκρατορίας.
Ο Πάνιτς διακηρύσσει με παρρησία, με σαφήνεια και στέρεη τεκμηρίωση την άποψη ότι το κράτος είναι ο κύριος «συγγραφέας της παγκοσμιοποίησης», καθώς οι πρωτοβουλίες του ενδυνάμωσαν την κινητικότητα του κεφαλαίου και οδήγησαν τις αγορές εργασίας σε ακραία ευέλικτες δομές. Αντίθετες απόψεις του δεσπόζοντος ρεύματος, και δυστυχώς όχι μόνο, οδηγούν σε απομείωση της σημασίας της δημοκρατικής συμμετοχής και αντίστασης και συμβάλλουν σε φαινόμενα αποπολιτικοποίησης. Η αντίληψη και η πεποίθηση ότι κράτος έθνος «έχει τελειώσει» οδηγεί στην παθητικότητα των πολιτών, στη διάχυση συνωμοσιολογικών απόψεων, στην αποστράτευση και τον κυνισμό, αλλά και την απερίσκεπτη κριτική ή μάλλον μη κριτική για τα λάθη και παραλήψεις κυβερνήσεων. Ο Πάνιτς στέκεται σταθερά απέναντι σε αντιλήψεις και εύκολες αναλύσεις τέτοιου τύπου που όχι μόνο ακυρώνουν την κοινωνική/ταξική πάλη, αλλά μας πάνε πίσω πριν τη συνεισφορά του Τζιανμπατίστα Βίκο.









