Αναδημοσιεύσεις

11
03

Θανάσης Καμπαγιάννης: Προσοχή, δεν είναι σύνθημα: Μητσοτάκης – Ερντογάν, ίδιος μηχανισμός εκτροπής

Θαρρείς και μια μαύρη τρύπα έχει ανοίξει στο κέντρο του πολιτικού συστήματος και ρουφάει αχόρταγα ελευθερίες και δικαιώματα: οι πανεπιστημιακοί που υπέγραψαν για τον κρατούμενο στοχοποιούνται, οι δικηγόροι βαφτίζονται «συνήγοροι των τρομοκρατών» και νιώθουν στο πετσί τους την «αύρα» της δημοκρατίας, οι διαδηλώσεις που καλούνται για το ζήτημα καταστέλλονται από τα ΜΑΤ χωρίς να έχουν εκδοθεί καν οι τυπικές απαγορεύσεις, οι φωτορεπόρτερ που τις καλύπτουν δέρνονται. Ταυτόχρονα, η Αστυνομία προαναγγέλλει ποινικές διώξεις κατά των συλλογικοτήτων που τις κάλεσαν, ανάμεσα στις οποίες περιλαμβάνονται και νεολαίες κοινοβουλευτικών κομμάτων... Δεν είναι αργά για να έρθει η κυβέρνηση στα συγκαλά της και να πατήσει φρένο έστω και την ύστατη ώρα. Σε αντίθεση με την Τουρκία, η δίνη των τελευταίων εβδομάδων, σε μια περίοδο πραγματικών προκλήσεων όπως η οικονομική κρίση και η διαχείριση της πανδημίας, είναι αποτέλεσμα δικής της επιλογής και ιδεοληψίας.
10
03

Ανδρέας Ξανθός: Η κουλτούρα καταστολής δεν παράγει συνειδητή συμμόρφωση

Ο πυρήνας ενός αριστερού και προοδευτικού προγράμματος πρέπει να είναι η εξάλειψη των ανισοτήτων στην υγεία. Στην Ελλάδα, την περίοδο της κρίσης σημειώθηκε έκρηξη των ανισοτήτων. Ο ΣΥΡΙΖΑ με τις παρεμβάσεις του για τους ανασφάλιστους και για την ενδυνάμωση του ΕΣΥ μείωσε τις ανισότητες με μετρήσιμο τρόπο, ρίχνοντας κατά τέσσερις μονάδες τον δείκτη των ανικανοποίητων αναγκών, τον πιο ευαίσθητο δείκτη ανισότητας. Αυτός ο δείκτης ήταν πριν το 2009 στο 4% περίπου, πήγε στην αιχμή της κρίσης, το 2014-2015, στο 14,4% και μέσα σε δύο χρόνια, μεταξύ 2016-2018, μειώθηκε κατά τέσσερις μονάδες. Σήμερα παραμένει στο 10%, τη στιγμή που ο μέσος όρος στην Ευρώπη είναι στο 2%. Για το στόχο της ισότητας στην Υγεία απαιτείται ένα νέο ΕΣΥ που θα καλύπτει περισσότερες ανάγκες με δωρεάν, ισότιμο και ποιοτικό τρόπο, μειώνοντας παράλληλα το κόστος χρόνου και χρήματος των πολιτών. Με άλλα λόγια, απαιτείται διεύρυνση του δημόσιου χώρου στην υγεία.
10
03

Ευθύμης Παπαβλασόπουλος: Επιχειρείται η εγκαθίδρυση ενός πάγιου καθεστώτος πειθαρχίας

Οι χειρισμοί της κυβέρνησης και οι πρακτικές των μηχανισμών που την επικουρούν είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα της επεξεργασμένης ιδεολογικής και πολιτικής στρατηγικής, με αιχμές την εξουθένωση του αντιπάλου και τη σιωπηρή αναστολή των δικαιοκρατικών εγγυήσεων. Ταυτόχρονα, η περίπτωση Κουφοντίνα προσφέρεται προνομιακά για να απαξιωθούν αναδρομικά τα θεσμικά και πολιτικά κεκτημένα της μεταπολίτευσης. Μέσα από αυθαίρετες και ανιστόρητες εξισώσεις και αναγωγές η μεταπολίτευση ταυτίζεται με την τυφλή πολιτική βία και ξοδιάζετε με αφορισμούς και κατάρες στο κοιμητήριο της Ιστορίας. Αν και αντιλαμβάνομαι απολύτως τα κίνητρα της κυβέρνησης, εντούτοις ο κυνισμός και η ωμότητά της με σοκάρουν. Προκειμένου να εξυπηρετήσει το σχέδιό της θέτει σε ακραία διακινδύνευση την ανθρώπινη ζωή, που αποτελεί τη θεμελιώδη αξία του νομικοπολιτικού μας πολιτισμού. Όταν όμως το οργανωμένο κράτος απαξιώνει το υπέρτατο αγαθό, που το ίδιο δεσμεύτηκε να προστατεύει ανεπιφύλακτα, όταν εργαλειοποιεί την νομιμότητα για να εξυπηρετήσει πολιτικές σκοπιμότητες, αναρωτιέμαι σε τι διαφέρει από τον αυτόκλητο τιμωρό που δέσμιος των δικών του ιδεολογικών εμμονών και επιδιώξεων αφαιρούσε κατά το δοκούν ανθρώπινες ζωές. Ατυχώς για όσους δυσφορούν με τους περιορισμούς της δημοκρατικής νομιμότητας το «ενοχλητικό» Σύνταγμα της μεταπολίτευσης παραμένει ακόμη σε ισχύ υπενθυμίζοντας επίμονα τη συμβολική και κανονιστική του σημασία. Το Σύνταγμα αυτό, που έχει το αποτύπωμα της ξεθωριασμένης πλέον φιλελεύθερης και δημοκρατικής παράδοσης της ΝΔ, αναγνωρίζει πανηγυρικά ως θεμέλιο της δημοκρατικής πολιτείας το σεβασμό και την προστασία της ζωής και της αξιοπρέπειας όλων των ανθρώπων χωρίς διακρίσεις και επιφυλάξεις. Μπορεί οι επιλογές της κυβέρνησης να φλερτάρουν επικίνδυνα με τις πρακτικές αστυνομικού κράτους αποτελούν, ωστόσο ακραίο σύμπτωμα μιας συνολικότερης αντιδημοκρατικής και αντιφιλελεύθερης διολίσθησης σε πλανητική κλίμακα. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της νέας αυταρχικής νομιμότητας που εκπορεύεται από εθνικά και υπερεθνικά κέντρα αποτελούν η «πατριωτική νομοθεσία» στις ΗΠΑ, η απόφαση πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και κυρίως το Ψήφισμα του Συμβουλίου της Ευρώπης για την καταπολέμηση του εξτρεμισμού. Δεν είναι τυχαίο ότι, με αφορμή το έντονο ενδιαφέρον του ηλεκτρονικού τύπου και των social media για την υπόθεση Κουφοντίνα, το διεθνές οικονομικό, τεχνοκρατικό και πολιτικό σύμπλεγμα που ελέγχει τη ροή της πληροφορίας σε συνεργασία ενδεχομένως με εγχώρια κέντρα επιδόθηκε σε μια πρωτοφανή λογοκρισία ηλεκτρονικών σελίδων αναρτήσεων και υλικού πολιτών και καθόλα νόμιμων πολιτικών οργανώσεων.
10
03

Για έναν διαθεματικό και συμπεριληπτικό φεμινισμό του 99%

Οι δομικές ανισότητες φανερώθηκαν και μέσα από τη γύμνια του κοινωνικού κράτους. Οι δομές στήριξης, πρόληψης και προστασίας από τη βία καθώς και οι δομές βοήθειας και φροντίδας στο σπίτι συρρικνώνονται ή κατεδαφίζονται, με αποτέλεσμα οι γυναίκες να αναλαμβάνουν ιδιωτικά το βάρος της φροντίδας και της περίθαλψης. Την ίδια στιγμή, στις συνθήκες κρίσης αναδεικνύονται κοινωνικές ομάδες που είναι εντελώς αποκλεισμένες από τις πρωτοβάθμιες μορφές φροντίδας. Απόλυτα εκτεθειμένες στην πανδημία της έμφυλης βίας αλλά και λόγω της πανδημίας βρίσκονται οι εργαζόμενες γυναίκες. Οι γυναίκες που δουλεύουν μαύρα, που είναι άνεργες, αυτές που αναλαμβάνουν τα δυσκολότερα επαγγέλματα: νοσηλεύτριες, εργαζόμενες στα σουπερμάρκετ, γυναίκες που μεταναστεύουν για να εργαστούν ως οικιακές βοηθοί, καθαρίστριες, σεξεργάτριες. Ενάντια στον κόσμο της μοναξιάς, του απομονωτισμού και της ατομικοποίησης, όμως, οι φεμινίστριες σε όλο τον κόσμο στήνουν κοινότητες αλληλεγγύης και υποστήριξης. Από το 2016 κι ύστερα βλέπουμε το ξεδίπλωμα ενός διεθνιστικού διαθεματικού φεμινισμού που κατορθώνει να είναι ριζοσπαστικός αλλά και μαζικός ταυτόχρονα. Γίνεται ένας φεμινισμός του 99%, όπως εύστοχα ονομάστηκε από τις συγγραφείς του φεμινιστικού μανιφέστου για το 99%. Πρόκειται για έναν φεμινισμό που αναγνωρίζει την εργασία των γυναικών σε όλους τους τομείς της ζωής, που αμφισβητεί τον πατριαρχικό, αποικιοκρατικό, ρατσιστικό και ιμπεριαλιστικό τρόπο οργάνωσης της ζωής. Ο φεμινισμός του 99% αντιμετωπίζει τους αγώνες διαθεματικά. Η τάξη, το φύλο, η καταγωγή είναι παράγοντες που επηρεάζουν και αλλάζουν τη θέση των γυναικών στη ζωή και στους αγώνες. Οι αγώνες του είναι συμπεριληπτικοί και αφορούν όλες τις πληττόμενες γυναικείες υποκειμενικότητες και τη ΛΟΑΤΚΙΑ+ κοινότητα. Η διεκδίκηση των επιθυμιών και των πολλαπλών ταυτοτήτων επιτρέπει σε όλες τις διαφορετικές γυναίκες, σε όλα τα θηλυκά σώματα, να βρίσκονται στον δρόμο, φέρνοντας τούτη την κίνηση από το περιθώριο στο κέντρο της καθημερινότητας. Αυτή ακριβώς η διεκδίκηση των δρόμων είναι για εμάς κυριολεκτικά ζωτικής σημασίας: Ακόμα και στο πιο σκληρό λοκντάουν, επιμένουμε να κάνουμε ορατές τις ανάγκες μας μέχρι να αναγνωριστούν.
09
03

Κύρκος Δοξιάδης: Ελεγχόμενος φασισμός

Εχω κατ’ επανάληψη αναφερθεί, σε προηγούμενα άρθρα, στον κομβικό στρατηγικό στόχο της ματαίωσης της μεταπολίτευσης και της επιστροφής στον ανελέητο θεσμικό, πρακτικό και ιδεολογικό αντικομμουνισμό του μετεμφυλιακού κράτους. Τούτη η διαπίστωση όμως χρειάζεται μια σημαντική συμπλήρωση. Το μετεμφυλιακό καθεστώς, παρ’ ότι ακροδεξιό ως προς τον ακραίο αυταρχισμό του και τον φανατικό επίσημο αντικομμουνισμό του, δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί φασιστικό. Και τούτο διότι του έλειπε ένα θεμελιώδες χαρακτηριστικό του φασιστικού φαινομένου: η ισχυρή ιδεολογική επιρροή. Η προδικτατορική αντικομμουνιστική ιδεολογία της «εθνικοφροσύνης» ήταν εξ αρχής αποτυχημένη ως τέτοια, διότι αναπαρήγαγε τη διαίρεση του εμφυλίου πολέμου χωρίς να έχει ισχυρό λαϊκό έρεισμα ούτε στο δικό της στρατόπεδο. Το μόνο αληθινό στήριγμα του καθεστώτος ήταν η ωμή κρατική και παρακρατική βία. Η αποτελεσματική ιδεολογική καταξίωση της αυθαίρετης κρατικής βίας θα μπορούσε να είναι ένας ορισμός του φασισμού. Πιο σχηματικά: ο φασισμός είναι η αυταρχική βία του κράτους ως κυρίαρχη ιδεολογία. Η οποία αυταρχική κρατική βία μπορεί να προσλαμβάνει τον χαρακτήρα είτε μιας ακραιφνώς ρατσιστικής βίας εναντίον εθνικών ή θρησκευτικών μειονοτήτων, είτε μιας βίας που στρέφεται εναντίον των όποιων αντιπάλων του καθεστώτος – συγκεκριμένα, εναντίον της Αριστεράς και των κινημάτων. Η επιμονή της δεξιάς κυβέρνησης να επιδεικνύει την αυταρχική της στροφή κυρίως (αλλά όχι μόνο) σε δύο ειδικά περιπτώσεις (αστυνομία στα Πανεπιστήμια και απεργία πείνας Κουφοντίνα) δεν είναι καθόλου τυχαία – και δεν μπορεί να εξηγηθεί διαφορετικά. Επενδύει ιδεολογικά σε αυτές. Επιδιώκει να συσπειρώσει γύρω της κόσμο κατά τρόπο που θα τη βοηθήσει να συγκροτήσει τόσο στην ιδεολογία όσο και στην πολιτική πρακτική ένα ελεγχόμενο από εκείνην φασιστικό κίνημα εναντίον των «φίλων των μπαχαλάκηδων» και των «υπερασπιστών των τρομοκρατών».
09
03

Βασιλική Κατριβάνου: Ο αποφασιστικός ρόλος του κινήματος για το metoo

Ο αγώνας είναι δύσκολος, καθώς δεν αφορά μόνο την ευαισθητοποίηση, είναι μια σκληρή σύγκρουση με την εξουσία σε πολλαπλές εκφάνσεις (πατριαρχική, κοινωνική, πολιτική, οικονομική), που άλλοτε συνδυάζονται άλλοτε όχι. Η αποτρόπαια υπόθεση Λιγνάδη, το κάνει απτό. Και εδώ έρχεται ο αποφασιστικός ρόλος του κινήματος. Είναι αυτό που μπορεί να πιέσει αποφασιστικά, να ενώσει τις μοναχικές διαδρομές των γυναικών και των αντρών που βρίσκουν το θάρρος να μιλήσουν, να δημιουργήσει δεσμούς, να προτάξει συγκεκριμένες διεκδικήσεις. Να βγάλει το θέμα από τις αρένες της συγκάλυψης, της αποσιώπησης, της μικροκομματικής αντιπαράθεσης και να το αναδείξει όπως του αξίζει, ρίχνοντας φως στις σκοτεινές πτυχές, εκεί όπου πατριαρχία, εξουσία, εργασιακή αυθαιρεσία, έμφυλη βία, τρανσφοβία και ομοφοβία μπορεί να συνδυάζονται. Ήδη, μέσα από τις φωνές που μίλησαν σε διαφορετικούς χώρους, τις συλλογικές κινήσεις και αντιδράσεις, βλέπουμε –και μάλιστα μέσα στις δύσκολες συνθήκες της πανδημίας– τα πρώτα βήματα ενός κινήματος που συγκροτείται. Κι αυτό παίζει ρόλο καταλύτη.
08
03

Δημήτρης Παπανικολόπουλος: Η χώρα έχει μπει σε τροχιά παρακμής. Εκλογές το συντομότερο!

Πρέπει, επίσης, να κατανοήσουμε ότι η πολιτική είναι διαχείριση ανθρώπων και όχι πραγμάτων, και άρα τα προγράμματα δεν έχουν νόημα αν δεν στηρίζονται σε μια θεωρία κινήτρων, που να στοχεύει στην άντληση της ψυχικής διαθεσιμότητας. Όμως, στο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, το οποίο είναι αρκετά αξιόλογο, δεν είναι σαφές ποια κίνητρα μπορούν να οδηγήσουν τους ανθρώπους να συνδράμουν σε όλα όσα προτείνει, ενώ είναι προφανές ότι η εικαζόμενη απάντηση είναι τα οικονομικά συμφέροντα. Αλλά έτσι δεν δημιουργείται δυναμική αναγέννησης, που είναι αίτημα συνάμα πολιτικό και πολιτισμικό. Τι θα έχουμε καταφέρει άραγε αν κάνουμε όσα προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ; Ποιος είναι ο στόχος μας; Η απάντηση δεν μπορεί να είναι «μια από τα ίδια», άνευρη. Ποιος μπορεί να είναι ο στόχος της αναγέννησης της Ελλάδας; Η πιο δημοκρατική κοινωνία; Η πιο οικολογική; Οι προγραμματικές  δεσμεύσεις και οι προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ οδηγούν σε κάτι τέτοιο; Το ερώτημα αυτό αξίζει να μας απασχολήσει.
08
03

Αννέτα Καββαδία: Η χαμένη τιμή της (πολιτικής) ευθιξίας

Δεν είναι τυχαία, για παράδειγμα, η σχεδόν εμμονική άρνηση της υπουργού Πολιτισμού να αναλάβει οποιαδήποτε πολιτική ευθύνη στο μείζον θέμα Λιγνάδη. Ή η υπεροπτική και αλαζονική συμπεριφορά της υπουργού Παιδείας έναντι όλων (ακόμα και όταν βοούν, με στοιχεία, οι απευθείας αναθέσεις χιλιάδων ευρω σε τομείς του χαρτοφυλακίου της). Ή οι προκλητικές ανατιμήσεις και οι απευθείας αναθέσεις της ΓΓ Αντεγκληματικής Πολιτικής σε νεοσύστατες εταιρείες, σε άλλες που αλλάζουν το καταστατικό τους λίγες ημέρες πριν υπογράψουν σύμβαση ή ακόμη και σε… παντοπωλείο.  Δεν είναι τυχαία η άνεση «γαλάζιων» στελεχών να παρακάμπτουν πολίτες – ακόμη και παιδιά με αναπηρία – προκειμένου να προηγηθούν στους εμβολιασμούς. Ούτε είναι τυχαία η άνεση του υπουργού Προστασίας του Πολίτη να επιδίδεται στο όργιο βίας και καταστολής στο οποίο αρέσκεται αλλά και να αντλεί μια ιδιότυπη ευχαρίστηση από το να οδηγεί τα πράγματα στα άκρα θέτοντας σε κίνδυνο ανθρώπινες ζωές. Δεν είναι τυχαία η άνεση που επιδεικνύεται στο να μοιράζονται αφειδώς εκατομμύρια μέσα από τις λίστες Πέτσα-Κικίλια. Ούτε είναι τυχαία η επιλογή να υπερτριπλασιαστούν οι αμοιβές της διοίκησης και όσων είναι σε θέση ευθύνης στην ΕΡΤ. Όπως συνέβη και στον ΔΕΔΔΗΕ, με την αύξηση στους μισθούς των γενικών διευθυντών και τη δημιουργία μιας νέας γενιάς golden boys μέσα από τις 11 νεοσυσταθείσες θέσεις διευθυντών. Και φυσικά δεν είναι τυχαία η άνεση με την οποία «ημέτεροι» καταλαμβάνουν επιτελικές θέσεις περιφέροντας ανύπαρκτα ή και πλαστά πιστοποιητικά «αριστείας». Τέτοια παραδείγματα, ων ουκ έστιν αριθμός, φέρουν την προσωπική σφραγίδα του Κυριάκου Μητσοτάκη. Στον οποίον αποτυπώνονται όλα τα αλαζονικά χαρακτηριστικά της πολιτικής ελίτ που κυβερνά. Μιας ελίτ – έτσι όπως σχηματοποιείται στη νεοδημοκρατική διακυβέρνηση – η οποία φέρεται να αντιγράφει επιτυχώς τις πρακτικές του μετεμφυλιακού πελατειακού κράτους. Πλήρως αποκομμένη από την καθημερινότητα των πολιτών, με κρατικοδίαιτους επιχειρηματίες και τραπεζίτες που ομνύουν στην… υπεροχή της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και ταυτίζουν το προσωπικό τους συμφέρον με το συμφέρον της κοινωνίας και της οικονομίας, με έκδηλη την απαρέσκεια προς ό,τι ξεφεύγει από τη νόρμα της.
08
03

Κατέ Καζάντη: Από το “σπέρμα – αίμα” στον ριζοσπαστικό φεμινισμό

Ο φεμινισμός ως πρακτική, επαναστατική προσπάθεια, ως κίνημα απελευθερωτικό των μαζών, είναι, τελεσίδικα, συμπεριληπτικός: αφορά κάθε φύλο,πέραν των δύο. Υπόθεση εκ φύσεως αντιεξουσιαστική, προσδοκά την αλλαγή παραδείγματος σε όλες τις πτυχές της δημόσιας σφαίρας. Και καταγγέλλει όχι μοναχά το αποτέλεσμα, τη βία και την εκμετάλλευση των από πάνω στους από κάτω, αλλά και ό,τι την γεννά και τη συντηρεί. Σε έναν κόσμο όπου, από την τέχνη και την πολιτική μέχρι τις απανταχού εκκλησίες και την αγορά, ο αποκλεισμός γυναικών, τρανς κ.ο.κ. από τα κέντρα λήψης αποφάσεων θεωρείται περίπου φαινόμενο φυσικό, ο επαναστατικός φεμινισμός, σε αντιδιαστολή με τον υποκριτικό συστημικό φεμινισμό του τελευταίου καιρού, παραμένει ζητούμενο. Ως απάντηση στον βόρβορο που ενώ αναπαράγει καθημερινώς τον σεξισμό και αντιμετωπίζει τη γυναίκα ως ευπώλητο προϊόν, τώρα, που οι υποθέσεις εκμετάλλευσης έχουν ζουμί και φράγκα -βλέπε τηλεθέαση-, αναβαπτίζεται. Δεν είναι λίγο ό,τι έγινε τούτο τον καιρό στην Ελλάδα. Να τολμάς, όμως, να μιλάς για την ουσία της διπλής εκμετάλλευσης που επιφυλάσσει το καπιταλιστικό σύστημα σε κάθε μη σερνικό παραμένει, ακόμα, ζητούμενο. Σ’ αυτό το πνεύμα, οφείλουμε να θυμίζουμε, ξανά και ξανά, πως η 8 του Μάρτη δεν είναι μέρα εθυμοτυπική – επετειακή αλλά μέρα δράσης, μέρα αγώνα.
04
03

Εγώ, ο Δημήτρης Λιγνάδης, ταγός του πολιτισμού της νέο-παλαιάς δεξιάς

Υπάρχει ένα σημείο στο τέλος της απολογίας στο οποίο αξίζει να σταθεί κανείς: «Οι ως άνω επιλογές μου [σσ. κατάργηση της Πειραματικής, δημιουργία Ερευνητικής σκηνής αρχαίου δράματος, μετονομασία του Ρεξ σε Ελένη Παπαδάκη, περιστολή περιττών δαπανών…], επειδή δεν ήταν “αριστερές”, ήταν δηλαδή διαφορετικές από αυτές της προηγούμενης διοίκησης επί Σύριζα, διότι η Αριστερά διαχρονικά προωθούσε μεταμοντέρνα και πειραματικά έργα σε βάρος των έργων που προέρχονταν από την πολιτιστική μας κληρονομιά, την κλασική αρχαιότητα και γενικότερα τους κλασικούς θεατρικούς συγγραφείς. Άλλωστε πριν την ανάληψη των καθηκόντων μου είχα ασκήσει σκληρή κριτική στην κυβέρνηση Σύριζα για τις επιλογές των παραγωγών στο Εθνικό θέατρο. Αποκορύφωμα της έκφρασης της αγάπης μου για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό που ενδεχομένως να ενόχλησε τους αριστερίζοντες θιασώτες του μεταμοντέρνου, ήταν η επιλογή μου να φιλήσω το ομοίωμα του Παρθενώνα μετά το τέλος της περσινής παράστασης “Πέρσες” στην Επίδαυρο.» Αν και ο καθένας διαισθάνεται και αναγνωρίζει τι υφέρπει πίσω από αυτές τις γραμμές, είναι ίσως χρήσιμο να γίνει μια πρώτη, έστω μερική, ανάγνωση. Μέσα σε λίγες μόνο φράσεις, ο κατηγορούμενος καταφέρνει να αναβιώσει τους εθνικούς διχασμούς που, όπως πάντα, αποκρυσταλλώνονται σε πολιτισμικά αντώνυμα: το αρχαιοελληνικό ως λάβαρο-λάφυρο της δεξιάς έναντι του μοντέρνου ως ρυπαρή τάση της αριστεράς, με όσα δίπολα έπονται: συντήρηση/πρόοδος, καθαρεύουσα/δημοτική, φράκο/φουστανέλα, Ελληνισμός/Ρωμιοσύνη. Όλη η ιστορία του νεοελληνικού κράτους σε μια πρόταση. Η δε ταύτιση του Σύριζα με έναν πολιτισμό που λειτουργεί «εις βάρος» της αρχαίας κληρονομιάς δεν είναι αδαής, ούτε είναι η πονεμένη ιαχή ενός λαβωμένου αρίστου. Είναι ανοιχτά εμφυλιοπολεμική. Αφενός επιβεβαιώνει τη σκοπιμότητα κατάργησης του διαγωνισμού για τις διευθυντικές θέσεις των εποπτευόμενων φορέων, την οποία η κυβέρνηση επιμένει να αρνείται. Αφετέρου μαρτυρά ότι η τοποθέτησή του στο Εθνικό θέατρο είχε στόχο την αποκατάσταση του ιδρύματος από τις διεφθαρμένες πολιτιστικές κατευθύνσεις της αριστεράς. Το Εθνικό έπρεπε να μπει στον γύψο, να αναμορφωθεί. Και επειδή μόνο ηχηρά γέλια μπορεί να προκαλέσει η ιδέα ότι ο προκάτοχός του, Στάθης Λιβαθινός, ήταν ο εκπρόσωπος μιας τέτοιας αριστερής ριζοσπαστικής ασυδοσίας, αντιλαμβάνεται κανείς την εμπάθεια αυτής της νέο-παλαιάς δεξιάς και τη λυσσασμένη αποφασιστικότητά της να τελειώνει μια για πάντα με κάθε τι (νομίζει) αριστερό. Και η χρήση των λέξεων «μεταμοντέρνο και πειραματικό» που, αμάσητες, εκτοξεύονται σαν βρισιές, ή καλύτερα σαν απειλές, ακουμπούν στα ακροδεξιά μουγκρητά περί «αλλοίωσης του πολιτισμού μας», «εισβολής» και «εθνομηδενισμού». Η συγκεκριμένη παράγραφος είναι τελικά ένα μεταμοντέρνο (ε, ναι!) πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων. Ο Λιγνάδης διατρανώνει τις ορθές του πεποιθήσεις, όπως άλλοτε οι κομμουνιστοφάγοι κράδαιναν το χαρτί που πιστοποιούσε την εθνικοφροσύνη τους. Σε αυτό το πλαίσιο, το φιλί στον γύψινο Παρθενώνα αντηχεί την περίφημη προσομοίωση της Μακρονήσου με «νέο Παρθενώνα». Γιατί κανείς δεν ξεχνά ότι στις σκοτεινές εποχές της ελληνικής ιστορίας, οι αρχαίοι ήταν αυτοί που, άθελά τους, έρχονταν να ντύσουν με πολιτισμό τα γκλομπ και να στουμπώσουν με περιεχόμενο τις κατηχήσεις στις εξορίες. Η διαρκής ανακίνηση αυτής της γενεαλογίας από τον Λιγνάδη, και το αυταρχικό του ύφος, συνδέει τους ανθρώπους που τον επέλεξαν με τους φασίστες προγόνους τους.