Ο Byung-Chul Han, στην “ψυχοπολιτική του”[1] ασκεί κριτική στον τρόπο που η νεοφιλελεύθερη κοινωνία μετατρέπει την αυτοβελτίωση από προσωπική επιλογή σε κοινωνική και οικονομική απαίτηση. Ο άνθρωπος καλείται διαρκώς να γίνει καλύτερος, πιο παραγωγικός, πιο αποτελεσματικός, πιο ανταγωνιστικός. Η αυτοβελτίωση παρουσιάζεται ως δρόμος προς την προσωπική επιτυχία, όμως, όπως υποστηρίζει ο Χάν, πίσω από αυτή την υπόσχεση κρύβεται μια πιο πολύπλοκη εξουσιαστική μορφή: το άτομο δεν καταπιέζεται μόνο από έναν εξωτερικό εργοδότη, αλλά εκμεταλλεύεται το ίδιο τον εαυτό του.
Παρόλο που η καλλιέργεια δεξιοτήτων και η αντιμετώπιση προσωπικών δυσκολιών μπορούν πράγματι να συμβάλλουν σε μια καλύτερη ζωή, το πρόβλημα, σύμφωνα με τον Χαν, αρχίζει όταν η αυτοβελτίωση συνδέεται αποκλειστικά με την παραγωγικότητα, αλλά και την επίδοση. Τότε η προσωπική ανάπτυξη παύει να αποτελεί αυτοσκοπό και γίνεται εργαλείο για την καλύτερη λειτουργία του συστήματος.
Η νεοφιλελεύθερη εξουσία δεν καταδυναστεύει μόνο για τον χρόνο εργασίας, αλλά ολόκληρο το άτομο “όλη του την προσοχή και, γιατί όχι, και τη ίδια του τη ζωή”.
Έτσι, τα όρια ανάμεσα στην εργασία και την προσωπική ζωή γίνονται ολοένα και πιο ασαφή.
Κανείς αισθάνεται ότι πρέπει να αξιοποιεί συνεχώς τον χρόνο του: να γυμνάζεται, να διαβάζει, να αποκτά νέες δεξιότητες και να βελτιώνει διαρκώς τον εαυτό του. Ακόμη και ο ελεύθερος χρόνος μετατρέπεται σε χρόνο «απόδοσης».
Αυτό γίνεται ιδιαίτερα εμφανές στην αυτοαπασχόληση, όπου η εργαζόμενη δεν έχει έναν εξωτερικό εργοδότη που να του επιβάλλει άμεσα τον ρυθμό εργασίας. Η ίδια γίνεται υπεύθυνη για την παραγωγικότητα και την επιτυχία της και, επομένως, η αυτοβελτίωση παρουσιάζεται ως απαραίτητη προϋπόθεση για να παραμείνει ανταγωνιστικός. Η εξουσία,
επομένως, εσωτερικεύεται, γίνεται αυτό-εκμετάλλευση.
Είναι το healing η«μαγική φόρμουλα» της αμερικανικής βιβλιογραφίας αυτοβοήθειας; Ο Χαν δεν αρνείται πως η θεραπεία, η ψυχική ισορροπία και η προσωπική φροντίδα είναι σημαντικές, αλλά τονίζει μια χτυπητή αντίφαση: ακόμη και η ψυχική φροντίδα μπορεί να αντιμετωπίζεται με όρους παραγωγικότητας. Το άτομο καλείται να «θεραπεύσει» κάθε λειτουργική αδυναμία και κάθε ψυχικό μπλοκάρισμα, έτσι ώστε να αυξηθούν η αποτελεσματικότητα και η επίδοση.
Έτσι, και η οποιαδήποτε ευαλωτότητα αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα που πρέπει να διορθωθεί.
Με αυτόν τον τρόπο η αυτοβελτίωση, που «συνάδει απολύτως με τη βελτιστοποίηση του συστήματος», μετατρέπεται συμβολικά σε «killing»: μπορεί να γίνει καταστροφική και να οδηγήσει σε ψυχική κατάρρευση.
Όταν κάποιος θεωρεί ότι ποτέ δεν είναι αρκετά καλός, παραγωγικός ή επιτυχημένος, όταν η αποτυχία δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως εύλογη και μέρος της ζωής, αλλά ως προσωπικό ελάττωμα, δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: όσο περισσότερο προσπαθεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις, τόσο πιο πολύ αισθάνεται ότι δεν τα καταφέρνει. Σήμερα που στα κοινωνικά δίκτυα προβάλλονται διαρκώς εικόνες επιτυχίας, ευτυχίας και προσωπικής ολοκλήρωσης, η πίεση λαμβάνει τη μορφή της
ενθάρρυνσης, της μίμησης: «μπορείς να γίνεις καλύτερος» ακούς, σε μια ανοηματική εσωτερίκευση απαιτήσεων κάποιων άλλων.
Η απαίτηση να γινόμαστε συνεχώς καλύτεροι αντί να μας απελευθερώνει, μας εγκλωβίζει σε έναν ατελείωτο αγώνα με τον ίδιο μας τον εαυτό. Όπως συνοψίζει ο Han, η «συνεχής προσπάθεια για αυτοβελτίωση μετατρέπεται σε killing» (Han, σ. 53). Η πραγματική αυτοβελτίωση εκκινεί από την αποδοχή αποδοχή ότι ο άνθρωπος έχει όρια, δικαιούται να αποτυγχάνει και δεν χρειάζεται να μετατρέπει κάθε στιγμή της ζωής του σε μια προσπάθεια επίτευξης.
[1] Μπ. Τσουλ Χαν (2023), Ψυχοπολιτική: Ο νεοφιλελευθερισμός και οι νέες τεχνολογίες της εξουσίας, Αθήνα: Όπερα
Στέφανος Συναδινός
Η ΕΠΟΧΗ