Αντώνης Φράγκος

08
04

Δείγμα πρώιμου μαγικού ρεαλισμού

H, σχεδόν άγνωστη σε εμάς, Μαρία Λουίσα Μπομπάλ χαίρει μεγάλης εκτίμησης στον ισπανόφωνο κόσμο και βεβαίως περισσότερο στη Λατινική Αμερική μιας και είναι γέννημα θρέμμα της. Πατρίδα της η Χιλή όπου άνοιξε τα μάτια της το μακρινό 1910. Έχασε νωρίς τον πατέρα της και μαθήτευσε εσώκλειστη στο Παρίσι, σε συντηρητικό καθολικό σχολείο. Μετά από μια θυελλώδη ερωτική σχέση, ταξιδεύει, το 1933, στο Μπουένος Άιρες –προσκεκλημένη από τον Πάμπλο Νερούδα– όπου, επί δυο χρόνια, αναπτύσσει το ενδιαφέρον της για τον λογοτεχνικό κόσμο στους πολιτιστικούς κύκλους της Αργεντινής. Μεταναστεύει στη Νέα Υόρκη και διαμένει εκεί επί 30 συναπτά έτη –στην αρχή υπό άσχημες συνθήκες. Επιστρέφει, κατόπιν, στη Χιλή για να τελευτήσει ύστερα από λίγα χρόνια τον βίο της, έχοντας στην αποσκευή της δύο σύντομα μυθιστορήματα που θεωρούνται πρόδρομα του μαγικού ρεαλισμού αλλά και της φανταστικής λογοτεχνίας. «Οι αναμνήσεις μιας νεκρής» γράφτηκε, ουσιαστικά, το 1938 και ξαναγράφτηκε στην νεοϋρκέζικη αυτοεξορία της το 1947 στην αγγλική γλώσσα. Ποια είναι λοιπόν τούτη η συγγραφέας που επηρέασε λογοτέχνες του μεγέθους ενός Χουάν Ρούλφο, ενός Κάρλος Φουέντες, ενός Μπόρχες; Η αλήθεια είναι πως η μεταφυσική ματιά της προανήγγειλε εκείνο το μεταπολεμικό ρεύμα του μαγικού ρεαλισμού – ο υπερβατικός τρόπος προσέγγισης των ανθρώπινων παθών υπό τη γυναικεία ταυτότητα. Σχετικά με την τελευταία, η Μπομπάλ ήταν απ’ τις πρώτες στην Λατινική Αμερική που είχε τη γενναιότητα να μιλήσει για την κατάσταση της γυναίκας στον μεσοπόλεμο, το δικαίωμα στον έρωτα και τους περιορισμούς της σε μιαν ανδροκρατούμενη κοινωνία.
28
03

Όταν η πλεμπάγια χορεύει στους ρυθμούς της επανάστασης

Η διαπάλη μεταξύ των εκπροσώπων της ελίτ –μεταξύ, δηλαδή, του επί 31 χρόνια Προέδρου της χώρας, Πορφίριο Δίας και του μετριοπαθή Φρανσίσκο Μαδέρο– κατέληξε στο να βάλει σε κίνηση τον τροχό της ιστορίας με την άμεση εμπλοκή των αγροτικών μαζών, της οργανωμένης εργατικής τάξης αλλά και των μεσοαστικών στρωμάτων. Ο Μαριάνο Ασουέλα ζει τα νεανικά του χρόνια στη μεγάλη φάρμα του μεγαλοκτηματία πατέρα του και το σκηνικό αυτό παίζει βαρύνοντα ρόλο στο μετέπειτα λογοτεχνικό του έργο. Ενάντιος στο καθεστώς Δίας δέχεται τον πολιτικό διορισμό του υπό την προεδρία του Μαδέρο. Όταν, ο τελευταίος, δολοφονείται εντάσσεται ως γιατρός στον στρατό του Χουλιάν Μεδίνα, ακόλουθου του Βίγια. Η ιστορία των Καταδικασμένων κινείται με βάση δυο χαρακτήρες: του αγρότη Δημήτριο Μασίας και του Λουίς Σερβάντες, φοιτητή ιατρικής και δημοσιογράφου. Ο Μασίας έρχεται σε σύγκρουση με τον τσιφλικά της περιοχής ο οποίος στέλνει στο κατόπι του τον Ομοσπονδιακό Στρατό, στρατιώτες το οποίου τρομοκρατούν τον ίδιο και την οικογένειά του ενώ σκοτώνουν τον σκύλο του Παλομίνο. Τότε είναι που ορκίζεται εκδίκηση και αποφασίζει να πάρει μέρος στην Επανάσταση με μια δράκα εξεγερμένων. Βέβαια, η ομάδα υπό τις διαταγές του αποτελείται από κάθε καρυδιάς καρύδι καθώς βρίθει αμόρφωτων και σκληροτράχηλων φτωχοδιάβολων. Οι οποίοι μέσα στη φωτιά της μάχης ενάντια στην άπληστη Ομοσπονδιακή εξουσία μεταμορφώνονται ψυχικά σε αγωνιστές για μια δίκαιη πιο ανθρώπινη ζωή. Ένας ελάσσων ήρωας, ο Σολίς αναρωτιέται κάποια στιγμή: «Θα με ρωτήσετε λοιπόν γιατί συνεχίζω να υποστηρίζω την επανάσταση… Επειδή η επανάσταση είναι ένας τυφώνας που σε παρασύρει και ο άνθρωπος που παρασύρεται από την επανάσταση δεν είναι άνθρωπος πια, είναι ένα νεκρό φύλλο που το παίρνει μακριά ο άνεμος».