Χαράλαμπος Γεωργούλας

21
09

Καινούργιο σήμα, παλιές ιστορίες

Η δημοκρατία, η αλληλεγγύη, η δικαιοσύνη, η ελευθερία, η ισότητα είναι υπόθεση της αριστεράς, παρότι παραπέμπουν στη Γαλλική Επανάσταση, την εμβληματική αστική επανάσταση. Όχι μόνο γιατί έχουν διαχρονική αξία, αλλά και γιατί στο (με το συμπάθειο…) αφήγημα της αστικής τάξης διαστρέφονται, όταν δεν εγκαταλείπονται. Είναι υποχρεωμένη να το κάνει η αριστερά και για έναν ακόμα λόγο: για να συνδέσει τις άκρως επαναστατικές αυτές αξίες με τη δική της προοπτική, τη σοσιαλιστική. Αν δεν το κάνει, απομειώνει ακόμα κι αυτή την τεράστια αστική επανάσταση σ’ έναν ανώδυνο κρίκο στην αλυσίδα μιας σχεδόν προδιαγεγραμμένης «εξέλιξης». Απονευρώνει την ουσία της κοινωνικής δυναμικής μετατρέποντάς τη σε μια αλληλουχία γεγονότων χωρίς τομές, που είναι υπαρκτές, ακόμα κι όταν συμβαίνουν χωρίς εκρηκτικές ανατροπές. Ας αποπειραθούμε μια εξήγηση για το γεγονός ότι δεν μπόρεσε να βρει μια ακτίνα στο αστέρι ο σοσιαλισμός. Οφείλεται μάλλον στην επικράτηση της αντίληψης ότι όλα θα γίνουν σαν αποτέλεσμα μιας ομαλής εξέλιξης, ότι κι ο ΣΥΡΙΖΑ όταν έρθει εν τη εξουσία του, αξίες στοιχειωδέστερες έχει να υπερασπιστεί απέναντι στο νεοφιλελευθερισμό. Όλοι παιδιά της Γαλλικής Επανάστασης είμαστε. Θα ήμασταν, όμως, νόθα παιδιά της, αν δεν αμφισβητούσαμε την αναγόρευσή της σε έσχατη επανάσταση της ανθρώπινης ιστορίας από τους νεοφιλελεύθερους. Κόμματα που αναφέρθηκαν στο σοσιαλισμό πολύ περισσότερο απ’ ό,τι τον πίστεψαν, δεν δυσκολεύτηκαν να αγγίξουν το 50%. Ενώ μεγάλα και ιστορικά κόμματα της αριστεράς, που επιχείρησαν να προσαρμοστούν στις συνθήκες του «τέλους της ιστορίας» απαρνούμενα το μέλλον τους, υποβιβάστηκαν σε τριτεύοντες και τεταρτεύοντες ρόλους, και – το χειρότερο – το κενό που άφησαν κατέλαβαν ο δεξιός λαϊκισμός και ο εθνικισμός. Δύο άμεσες απειλές για τον κοινό τόπο, τη δημοκρατία που η αριστερά υπερασπίζεται.
09
09

Αλλαγές προσώπων και αλλαγή νοοτροπίας

Τι νόημα έχει, λοιπόν, η αντικατάσταση του γραμματέα της ΚΕ, με απόφαση ουσιαστικά ενός ολιγομελούς οργάνου και χωρίς αποτίμηση της προηγούμενης περιόδου; Ακόμη κι αν γίνεται με πνεύμα συναινετικό. Τι δεν έγινε καλά ως τώρα και τι και πώς θα γίνει στο μέλλον καλύτερα; Τι νόημα έχει να ανατεθούν νέες υπευθυνότητες σε κρίσιμους τομείς, σε άξιους συντρόφους και συντρόφισσες, χωρίς να έχει προχωρήσει σ’ αυτούς (εξωτερική πολιτική, ενεργειακή πολιτική, τρόπος αξιοποίησης των πόρων του Ταμείου Ανασυγκρότησης κλπ. ) η επεξεργασία πολιτικής; Ποια πολιτική θα κληθούν να προωθήσουν, να επεξεργαστούν, να εκλαϊκεύσουν; Πώς θα βοηθηθούν από ένα κόμμα και πώς θα το βοηθήσουν, εάν αυτό δεν έχει συμμετάσχει παρά ελάχιστα στην επεξεργασία της, στη συζήτηση γι’ αυτή και την εξειδίκευσή της; Τέτοιες κινήσεις στην επιφάνεια των πραγμάτων δεν προοιωνίζονται αλλαγές σε βάθος, δεν διαμορφώνουν προϋποθέσεις για γόνιμη συζήτηση χωρίς αφορισμούς και προκαταλήψεις στο εσωτερικό ενός κόμματος που έχει πρώτιστο καθήκον να συνθέσει, και να συνθέσει απόψεις και ανθρώπους που έχουν εκκινήσει από διαφορετικές αφετηρίες. Βιασύνη και βραχυπρόθεσμη αντίληψη μάλλον υποδηλώνουν.
08
08

Θ’ αφήσουμε πάλι τους ίδιους να πληρώσουν το μάρμαρο;

Ο απόλυτος και ψυχρός τρόπος με τον οποίο ο πρωθυπουργός αντιμετώπισε το ζήτημα της απόδοσης των αναδρομικών στους συνταξιούχων, δεν αναδεικνύει μόνο την απόσταση προεκλογικών λόγων και κυβερνητικών έργων, μας δείχνει και την κατεύθυνση στην οποία εντάσσονται οι λύσεις που επιλέγει κάθε φορά μια κυβέρνηση εμπνεόμενη στα οικονομικά από το νεοφιλελευθερισμό. Και υποδεικνύει σε αντίστιξη τις υποχρεώσεις μιας αντιπολίτευσης που οφείλει τη δύναμή της, την ανθεκτικότητά της και τους ισχυρούς δεσμούς της με τις λαϊκές τάξεις και τη νέα γενιά στις ενδείξεις και τις αποδείξεις ριζοσπαστικότητας που τη συνόδευαν ήδη από τη θεαματική ανοδική πορεία της μέχρι την κυβέρνηση και έως σήμερα στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Μιας ριζοσπαστικότητας που δεν είναι ένα είδος μόδας, ούτε περιορίζεται στο πεδίο των δικαιωμάτων. Χρειάζεται να αγγίζει, να επιχειρείται και να δοκιμάζεται και στο πεδίο των σχέσεων παραγωγής. Όχι γιατί το επιτάσσει κάποια ιδεολογία, αλλά γιατί, όπως πρόσφατα αποδείχτηκε με την υγειονομική και την επακόλουθη οικονομική κρίση, χρειάζεται να φτάνουμε στη ρίζα των προβλημάτων, αν θέλουμε να συναντήσουμε τα στοιχεία μιας βιώσιμης για το περιβάλλον και τους ανθρώπους λύσης.
21
07

Η προφανής απάντηση δεν είναι η καλύτερη

Όταν οι πρόγονοι του ΣΥΡΙΖΑ μιλούσαν για την ανάγκη ενός συνασπισμού πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων, που αποτελεί και τον πυρήνα της λογικής για μια συγκεκριμένη πολιτική συμμαχιών, ήθελαν να τονίσουν δύο τουλάχιστον πράγματα. Πρώτον, ότι δεν αρκούν κάποιες κινήσεις κορυφής, αν θέλουμε να υπάρξουν μονιμότερα αποτελέσματα, γιατί ό,τι συντελείται στο πολιτικό επίπεδο καλό είναι να εκφράζει διεργασίες και στο κοινωνικό. Δεύτερον, ότι οι πολιτικοί οργανισμοί με κάποια ιστορία δεν αποτελούν δημιουργήματα προσωπικών φιλοδοξιών, αλλά εκφράζουν κοινωνικά σύνολα με τις ανάγκες και τα συμφέροντά τους. Συνεπώς, μια πολιτική συμμαχιών χρειάζεται να απευθύνεται και να αναπτύσσεται και στα δύο πεδία, ώστε αδυναμίες που τυχόν εμφανίζονται στο ένα να αναπληρώνονται από τις δυνατότητες που τυχόν εμφανίζονται στο άλλο. Η κατάργηση της πολιτικής συμμαχιών διά της εις άτοπον απαγωγής αποτελεί παράλογη άρνηση της ίδιας της πραγματικότητας, η οποία το πιο πιθανό είναι να οδηγήσει απογοητευμένα εκλογικά μερίδια του κέντρου και κοινωνικές μερίδες των μεσοστρωμάτων στη δεξιά, που λόγω των επιλογών της ηγεσίας του ΚΙΝΑΛ, αλλά και των πολιτικών αναδιατάξεων της τελευταίας δεκαετίας, βρίσκονται πια πλησιέστερα σε μια τέτοια επιλογή. Πώς μπορεί να αποτρέψει μια τέτοια εξέλιξη ένα κόμμα της αριστεράς; Ας μιλήσουμε καλύτερα με ένα παράδειγμα. Στην πιο πρόσφατη δημοσκόπηση, αλλά όχι μόνο σ’ αυτή, εκείνοι που θεωρούν πιο αναποτελεσματική και βλαπτική για τους ίδιους την κυβερνητική πολιτική και γι’ αυτό χρωματίζουν με μελανότερα χρώματα την προοπτική τους, είναι τα μεσοστρώματα. Τα στρώματα αυτά εκφράζονται εκλογικά σε σημαντικό βαθμό από το ΚΙΝΑΛ. Η απογοήτευσή τους, όμως, από την κυβερνητική πολιτική μπορεί με ελιγμούς της ΝΔ να αμβλυνθεί, ανοίγοντας διάπλατα τη δίοδο επικοινωνίας με τη δεξιά προς λεηλάτηση του εκλογικού μεριδίου του. Αν όμως κερδηθούν στο πεδίο των κοινωνικών αγώνων σαν σύμμαχοι, θα ριζοσπαστικοποιηθούν και θα αποστασιοποιηθούν από τη ΝΔ προσεγγίζοντας την αριστερά, είτε παραμένοντας στο ΚΙΝΑΛ είτε μέσα από έναν νέο κεντρώο σχηματισμό.
06
07

Το 1989, τα ουσιαστικά και τα επίθετα

Η εμφάνιση και κυκλοφορία για πολιτική εκμετάλλευση συνομιλιών που έχουν υποκλαπεί, έκανε πολλούς να ανατρέξουν στο 1989 αναζητώντας ομοιότητες ή αναλογίες με την κατάσταση που πάει να διαμορφώσει σήμερα η ΝΔ σε βάρος του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτού του είδους οι αναδρομές θέλουν πάντοτε προσοχή για δύο τουλάχιστον λόγους. Πρώτον, γιατί η ιστορία δεν συνηθίζει να επαναλαμβάνεται και, δεύτερον, γιατί η αναζήτηση αναλογιών σ’ αυτές τις περιπτώσεις καταλήγει συχνά σε ερμηνείες του παρελθόντος μέσα από το παραμορφωτικό πρίσμα των τρεχουσών πολιτικών αναγκών. Το πόσο ολισθηρή είναι μια τέτοια διαδικασία, μπορούμε εύκολα να το διαπιστώσουμε εντοπίζοντας τις σημαντικότατες διαφορές ανάμεσα στο τότε και το σήμερα. Πρώτα απ’ όλα, τότε η επίσημη δικαιολόγηση της συνεργασίας της δεξιάς με το μεγαλύτερο μέρος της αριστεράς ήταν η αποφυγή της παραγραφής αδικημάτων υπουργών του ΠΑΣΟΚ, για τα οποία θεωρούσαν ότι έπρεπε να συσταθεί ειδικό δικαστήριο. Σήμερα, είναι η δεξιά με τους πολιτικούς κληρονόμους του ΠΑΣΟΚ που θέλουν να οδηγήσουν στελέχη της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, του μεγαλύτερου κόμματος της αριστεράς, στο ειδικό δικαστήριο με απροκάλυπτη την πολιτική στόχευση. Οι τελευταίοι μάλιστα αδυνατούν να εξηγήσουν πώς υιοθετούν μια τακτική, την οποία έχουν καταγγείλει ως «βρώμικη», όταν χρησιμοποιήθηκε εναντίον τους. Υπάρχει και σημαντικότερη διαφορά. Τότε, η πραγματική βάση για τη στήριξη της διαδικασίας παραπομπής ήταν ένα υπαρκτό και μεγάλων διαστάσεων σκάνδαλο, το σκάνδαλο Κοσκωτά, το οποίο οι, ας πούμε, εναγόμενοι επιχειρούσαν να υποβαθμίσουν υπό τον τίτλο «βρώμικο’89». Σήμερα, η πραγματική βάση στην οποία επιχειρείται να στηριχτεί η παραπομπή, είναι η άρνηση ενός υπαρκτού σκανδάλου, του σκανδάλου Νοβάρτις, και η συσκότισή του με το επιχείρημα ότι το σκάνδαλο κατασκευάστηκε από κάποιους σκευωρούς, οι οποίοι και οφείλουν να οδηγηθούν στο ειδικό δικαστήριο. Μ’ αυτή την έννοια δεν είναι δόκιμο να γίνεται σύγκριση των δύο καταστάσεων. Όλες οι πλευρές της αριστεράς, όποια θέση κι αν πήραν τότε, δεν χρησιμοποίησαν ποτέ το επίθετο «βρώμικο», που ουσιαστικά αντιπαρατίθεται στη δυνατότητα μιας κάθαρσης, ενώ το πραγματικό πρόβλημα είναι η προσχηματική επίκλησή της.
01
07

Τι «αποκάλυψε» ο Μιωνής

Θα μπορέσει η ηγεσία του [ΣΥΡΙΖΑ], στο σύνολό της, με τον πρόεδρό του σε ρόλο εισηγητή και συντονιστή μιας ιστορικής καινοτομίας, να αναλάβει αυτό το αυτοκριτικό και αναζωογονητικό εγχείρημα; Δεν είναι εύκολο, γιατί και με ευθύνη της έχει διαμορφωθεί ένα συλλογικό φαντασιακό, το οποίο καλλιεργεί την εντύπωση ότι η διεκδίκηση της κυβέρνησης θεμελιώνεται σε ένα σχήμα επανάληψης της ιστορίας, όπου η απόδειξη της φαυλότητας, της διαφθοράς, της διαπλοκής του παραδοσιακού πολιτικού συστήματος παίζουν αποφασιστικό ρόλο στη μεταστροφή της «κοινής γνώμης». Η πεποίθηση αυτή δεν εξηγεί τη μακροβιότητα της δεξιάς και την ικανότητά της να επιστρέφει στην κυβέρνηση. Εξηγεί, όμως, την εμμονή στον αναπόδεικτο ισχυρισμό ότι οφείλει η αριστερά, δηλαδή η παράταξη που επιδιώκει την ανατροπή των συσχετισμών, να ανταγωνιστεί τη δεξιά σε ένα πεδίο διαμορφωμένο ειδικά για τη διατήρηση των πραγμάτων ως έχουν: της δικαστικής διερεύνησης και της προπαγανδιστικής διαχείρισης. Αν αληθεύει ότι η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα έρθει στην κυβέρνηση πάνω σ’ ένα νέο, απρόβλεπτο και από τον ίδιο κύμα ή απλά με την έκθεση της δεξιάς. Είναι υποχρεωμένος να διαμορφώσει τις συνθήκες επανόδου του. Χρειάζεται να καλύψει το κενό επικοινωνίας που του δημιουργούν οι αντίπαλοι, με την οικοδόμηση ενός πολιτικού οργανισμού ικανού να εντοπίζει και να αναδεικνύει τη δυναμική του λαϊκού κινήματος, να συμβάλλει σ’ αυτό, να υποστηρίζει τις δυνάμεις που από τη θέση τους είναι σύμμαχες στην επιδίωξη της ριζικής αλλαγής των πραγμάτων. Χρειάζεται να εμπνεύσει με ένα πρόγραμμα και ένα πολιτικό σχέδιο αυτό τον κόσμο, να του προτείνει μια νέα προοπτική. Αυτός ο κόσμος είναι από καιρό πεισμένος για τον τρόπο με τον οποίο η διαφθορά και η διαπλοκή στήνουν δεκαετίες τώρα το παιχνίδι. Αυτό για το οποίο χρειάζεται να πεισθεί, είναι ότι υπάρχει άλλος δρόμος, άλλος τρόπος και άλλος κόσμος. Ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, με απόδειξη την πρακτική του, προτείνει σ’ αυτόν μια θέση στο προσκήνιο της πολιτικής, όχι στο ακροατήριο ή την κερκίδα.
24
06

Πεζόδρομοι και καβαλάρηδες

Ισως θα πρέπει να προσανατολιστούμε στην εκδοχή ότι δεν είναι θέμα μυαλού, αλλά αντίληψης για τα πράγματα. Αυτό που κυρίως ενδιαφέρει, είναι να δειχτεί ότι κάτι σημαντικό επιχειρείται, και μάλιστα παρά τις αντιδράσεις όσων δεν θέλουν να το αντιληφθούν. Και, βέβαια, να φιλοτεχνηθεί το προφίλ του αποφασιστικού πολιτικού, που δεν διστάζει να πάει κόντρα, προκειμένου να προχωρήσουν οι μεταρρυθμίσεις. Γι’ αυτό και τα φιλοκυβερνητικά μέσα προσπάθησαν να ρίξουν μέρος της ευθύνης για το κυκλοφοριακό κομφούζιο στην πορεία των υγειονομικών, που συνέπεσε με τη δεύτερη μέρα εφαρμογής της προβληματικής ημι-πεζοδρόμησης της Πανεπιστημίου. Πολύ πριν γεννηθεί ο κ. Μπακογιάννης, ένας άλλος πολιτικός που προαλειφόταν και επειγόταν να μας κυβερνήσει, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο θεοσχωρέστον, σε μια παρόμοια προσπάθεια κατασκευής πολιτικού προφίλ, ξήλωνε στα τέλη της δεκαετίας του 1950 τις ράγες του αθηναϊκού τραμ, για να παραδώσει την πρωτεύουσα στη δικτατορία του αυτοκινήτου και δη του Ι.Χ. Αυτός τα κατάφερε, μας κυβέρνησε κάμποσα χρόνια. Το τραμ, όμως, χρειάστηκε μισόν αιώνα για να ξαναβρεί τη θέση του στον ιστό μιας πολύ πιο κακοποιημένης και περισσότερο δυσλειτουργικής πόλης, που κατάντησε έτσι χάρη και σε πολιτικούς, που το όραμά τους φάνταζε μεταρρυθμιστικό, αλλά, αντί να φροντίζει για την έλευση του μετά, ρύθμιζε με βάση τα καλά και συμφέροντα των ισχυρών τις ίδιες βλαβερές ισορροπίες, όσων διακηρύσσουν ότι όλα πρέπει ν’ αλλάζουν, αλλά για να μην αλλάζει τίποτα.
16
06

Η παλιά αξέχαστη δεξιά

Ο κ. Πέτσας μας εξήγησε με λίγα λόγια και αρκετά έργα πως η κυβέρνηση της ΝΔ έχει το δικαίωμα να μοιράζει όπου θέλει δεκάδες εκατομμύρια ευρώ σε μέσα ενημέρωσης, χωρίς να νιώθει την υποχρέωση να δώσει λογαριασμό τι έδωσε στον καθένα. Είναι λεφτά που δίνονται για το καλό της πατρίδας, που τυχαίνει να ταυτίζεται με το καλό της παράταξης που κυβερνά. Αυτή η ταύτιση βρίσκεται στον πυρήνα της λογικής των μυστικών κονδυλίων. Και της πολιτικής στρατηγικής στην οποία κάθε φορά εξελίσσεται αυτή η λογική. Δεν είναι η «απλή» διαπλοκή που συνηθίσαμε να λέμε και να βιώνουμε στις δεκαετίες προ και μετά το 2000. Δεν τα βρίσκουν «απλώς» κάποιοι που διαθέτουν το δημόσιο χρήμα – δηλαδή το δικό σας – με κάποιους μεγιστάνες των μίντια, που θέλουν να επωφεληθούν από αυτό με ικανό αντάλλαγμα. Πρόκειται και για την κατασκευή ενός πλέγματος υποτελών κυρίως στην εξουσία, που μπορεί χωρίς αυτή τη σχέση να μην είχαν καν στον ήλιο μοίρα, οι οποίοι εξυπηρετούνται και εξυπηρετούν, όχι μόνο στο πεδίο της προπαγάνδας, αλλά σ’ ένα ευρύτερο πεδίο δημιουργίας σχέσεων εξάρτησης και συνενοχής πολύ βαθύτερο από αυτό που συνηθίσαμε να ονομάζουμε πελατειακή σχέση. Μόνο έτσι εξηγείται αυτή η ενδόμυχη διάθεση αποφυγής της δημοσιότητας, της διαφάνειας, που απαιτείται εξ ορισμού στη διαχείριση του δημόσιου χρήματος. Εδώ επιχειρείται, με τη μορφή της ιλαροτραγωδίας, η επανάληψη της εμπειρίας μιας τραγικής περιόδου, με στόχο την ενίσχυση ενός πλέγματος σχέσεων χρήσιμων στην εποχή της ηλεκτρονικής επικοινωνίας, του διαδικτύου και των σόσιαλ μίντια, με μετόχους που δεν συναλλάσσονται ισότιμα, ώστε να μιλάμε για δια-πλοκή, αλλά συνδέονται με σχέση υπαγωγής στην εξουσία. Κι αν διανοηθούν κάποιοι να σηκώσουν κεφάλι, μπορεί να πεταχτούν στο ρείθρο της εθνικής οδού.
09
06

Αυτοεπιβεβαιούμενοι προφήτες

Ο αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κ. Ντομπρόβσκις, που δεν ενεργεί με κριτήριο τις επικοινωνιακές ανάγκες της ελληνικής κυβέρνησης, έσπευσε να εξηγήσει με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια ότι οι «ισχυροί του Βορρά», προκειμένου να συναινέσουν σε ένα σχέδιο σαν το προτεινόμενο από την προεδρία, θα χρειαστεί να κατευναστούν με περιορισμούς στη χορήγηση των πακέτων. Πολλοί εκτιμούν ότι ανάμεσα σ’ αυτούς θα είναι η διατήρηση της «ρήτρας διαφυγής» μόνο για το 2020 και όχι για το 2021, δηλαδή η άμεση επαναφορά των ασφυκτικών πλεονασμάτων. Αλλά και πέρα από τις εκτιμήσεις, ο αντιπρόεδρος ήταν σαφής: για να επωφεληθεί από τα πακέτα κάθε χώρα, θα υποβάλει συγκεκριμένα σχέδια και με βάση την παρακολούθηση της πορείας της εφαρμογής τους θα παρέχοντα τμηματικά τα ποσά από το Ταμείο Ανάκαμψης. «Τα κεφάλαια θα διανέμονται σε δόσεις και μόνον όταν έχουν επιτευχθεί ορισμένoι μεταρρυθμιστικοί στόχοι. Εάν δεν υπάρξουν μεταρρυθμίσεις, δεν θα δοθούν χρήματα. Τόσο απλό είναι», διευκρίνισε ο κ. Ντομπρόβσκις. (...) Είναι αλήθεια ότι το Ταμείο Ανάκαμψης είναι μια ρωγμή στην άρνηση του Βερολίνου και των «βερολινέζων» να γίνουν βήματα σε μια κατεύθυνση που ζητούσαν επίμονα ιδίως οι χώρες του Νότου. Χορηγήσεις ενισχύσεων και όχι δάνεια, σημαντική ενίσχυση των κονδυλίων του κοινοτικού προϋπολογισμού, προσωρινή έστω άρση του μέτρου των πλεονασμάτων… Μια μερική υποχώρηση μπροστά στο μέγεθος της απειλής για την ΕΕ. Αλλά αλήθεια είναι, επίσης, ότι υποβάλλεται από αυτούς που θα την εφαρμόσουν σε τόσους όρους, που είναι σαν να μη θέλουν να αλλάξει τίποτα, την ώρα που επιβάλλεται ν’ αλλάξουν όλα. Στα περισσότερα κέντρα που παίρνονται οι αποφάσεις, επικρατούν οι ομοϊδεάτες του κ. Μητσοτάκη. Κι όπως έχουμε μάθει από την πρόσφατη πείρα μας, ακόμα και ένα ασφυκτικό μνημόνιο έχει σημασία ποιος και με ποια διάθεση το εφαρμόζει.
04
06

Επιτελική ή ετσιθελική κυβέρνηση;

Η διαφορά με τη φάση της πανδημίας είναι ότι τώρα δεν αντιλαμβάνονται μόνο οι πολίτες τη σημασία των επιλογών, της πολιτικής απόφασης, αλλά ενεργούν με βάση αυτή τη διαπίστωση και οι κοινωνικοί φορείς, τα κόμματα της αντιπολίτευσης, με πρώτη την αξιωματική. Η τελευταία, μάλιστα, φαίνεται να συντονίζεται με τη μεταστροφή που καταγράφεται στο κοινωνικό σώμα με τις προτάσεις της «Μένουμε όρθιοι Ι και ΙΙ» και έτσι να ακούγεται ο λόγος της από ευρύτερο ακροατήριο, παρά τις έκδηλες προσπάθειες αποκλεισμού οποιασδήποτε συζήτησης – από την κυβέρνηση, από τη δημόσια τηλεόραση και τα φιλικά τους μίντια. Ιδιαίτερα μετά την προχθεσινή τηλεοπτική συνέντευξη του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ στον Alpha, όπου έγινε εμφανές με πειστικό τρόπο και κατανοητό ότι υπάρχει και άλλο σχέδιο πέρα από το φερόμενο ως αδιαμφισβήτητο κυβερνητικό, το οποίο μάλιστα δεν είναι μια απλή αντιπολιτευτική παρέμβαση, αντίθετα έχει συγκεκριμένα και κρίσιμης σημασίας διαφορετικά χαρακτηριστικά από την ασκούμενη κυβερνητική πολιτική. Δεν πρόκειται, δηλαδή, για λίγα παραπάνω ή λίγα παρακάτω χρήματα στους μεν ή στους δε. Αυτός που έχει μείνει οπωσδήποτε μετέωρος, είναι ο κυβερνητικός ισχυρισμός, η ρετσινιά περί σπάταλου πνεύματος και ανευθυνότητας της αξιωματικής αντιπολίτευσης, όταν και η ίδια η κυβέρνηση ανακαλύπτει, με καθυστέρηση και με πολύ στενή οπτική, ότι το επιχείρημα με το «λεφτόδενδρο» ήταν ατυχές. Είναι η πρώτη φορά μετά τις εκλογές του περασμένου Ιουλίου, που ένας κόσμος αποκλεισμένος από οποιαδήποτε επαφή με τον ΣΥΡΙΖΑ ακούει με προσοχή τις προτάσεις του και τις συγκρίνει με την κυβερνητική πολιτική, που τη νιώθει στην πλάτη του ανεπαρκή και, πάντως, όχι υπεράνω κάθε κριτικής ή μεροληψίας.