Χαράλαμπος Γεωργούλας

11
03

Χαράλαμπος Γεωργούλας: Το κράτος δεν εκβιάζεται, η κοινωνία βιάζεται

Είναι χαρακτηριστικό το πρωτοσέλιδο άρθρο του διευθυντή τής «Καθημερινής» (3/3/2021) γραμμένο μία μέρα πριν από την υποβολή του αιτήματος διακοπής της έκτισης της ποινής του Δ. Κουφοντίνα, τον οποίο αναφέρει, σε αντίθεση με όσους φαίνεται να αδιαφορούν αν θα καταλήξει, ως «άνθρωπο που παλεύει για τη ζωή του». Και παρατηρεί: «Οι αντίπαλοί μας τρίβουν τα χέρια τους, όταν βλέπουν ένα λαό βαθιά διχασμένο και μια χώρα να αυτοαναφλέγεται χωρίς ιδιαίτερο λόγο. Εχουμε κάνει μεγάλη ζημιά στον εαυτό μας στο παρελθόν. Αυτή τη φορά είναι ανάγκη να επιδείξουμε αίσθηση ευθύνης και αυτοσυγκράτησης». Είναι αδύνατο να ισχυριστεί κάποιος ότι τα λόγια αυτά δεν έχουν κύριο αποδέκτη την ίδια την κυβέρνηση. Τι συμβαίνει, λοιπόν, με την κυβέρνηση; Πώς τη μια μέρα υποδεικνύει ως μέθοδο απεμπλοκής την προσφυγή στα ένδικα μέσα και την άλλη τα ακυρώνει η ίδια με τις παρεμβάσεις της; Είτε βρίσκεται σε βέρτιγκο, είτε υπό πίεση, είτε, πιθανότερα, κερδοσκοπεί προκειμένου να αποκομίσει το μέγιστο πολιτικό όφελος από τη διχαστική όξυνση, είναι επικίνδυνη για την κοινωνία και για τη δημοκρατία. Οι νομικοί συμπαραστάτες του Δ. Κουφοντίνα έδειξαν την προθυμία τους να αξιοποιήσουν την πιθανή δυνατότητα εξόδου από το θανατηφόρο αδιέξοδο και τώρα αφήνονται μετέωροι νιώθοντας εξαπατημένοι. Θα επικρατήσει τελικά η κυνική εκτίμηση ότι η μεγιστοποίηση του πολιτικού κέρδους πραγματοποιείται με την επίδειξη θανατηφόρας πυγμής; Γιατί το βήμα από την άλλη πλευρά έχει γίνει, δεν υπάρχει πια αυτό το πρόσχημα. Η κυβέρνηση δεν παίζει τώρα μόνο με τη ζωή ενός φυλακισμένου απεργού πείνας, παίζει με τη φωτιά του διχασμού. Δεν βάζει απέναντί της τους «υποστηρικτές της τρομοκρατίας», όπως επιμένει ακόμα να χαρακτηρίζει όσους διαφωνούν με τις επιλογές της. Βιάζει την κοινωνία να χαράξει μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σ’ αυτούς που θα θεωρούν την απεργία πείνας ενός κρατουμένου κοινωνικά ανεκτή αυτοκτονική επιλογή κάθε κρατούμενου, και σε εκείνους που τη βλέπουν σαν επαναφορά της θανατικής ποινής από το παράθυρο, που καταρρακώνει κάθε έννοια υπερίσχυσης του νόμου (γιατί αυτό σημαίνει «κράτος δικαίου» και όχι κράτος που έχει νόμους). Αυτό, πάντως, που τελικά φαίνεται να υπερισχύει στη ΝΔ, είναι ένα επικίνδυνο μίγμα αυταρχισμού, κυνισμού και πολιτικού τυχοδιωκτισμού.
01
03

Χαράλαμπος Γεωργούλας: Η πολιτική ευθύνη έχει πατέρα και μητέρα

Είναι χαρακτηριστικό ότι επί ένα μήνα τώρα ο επικεφαλής της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ο Αλ. Τσίπρας, ζητάει από την κυβερνητική πλειοψηφία, προσφάτως και από τον πρόεδρο της Βουλής, να πραγματοποιηθεί ειδική συνεδρίαση με θέμα τα σοβαρά προβλήματα λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος. Ένα κλασικό και εύλογο αίτημα όχι μόνο λόγω των σοβαρότατων ελλειμμάτων και παραβιάσεων σ’ αυτό το πεδίο, αλλά και λόγω του συνταγματικού ρόλου της αντιπολίτευσης σ’ ένα κοινοβουλευτικό καθεστώς. Αντ’ αυτού, ο κ. Μητσοτάκης επιλέγει μια διαδικασία που αντιστρέφει τους ρόλους, με την ψευδαίσθηση ότι έτσι θα οδηγούσε τη συζήτηση εκεί που ήθελε. Δηλαδή όχι στην κριτική των χειρισμών της κυβέρνησης και ειδικότερα της κ. Μενδώνη στην υπόθεση Λιγνάδη, αλλά στην κριτική της αντιπολίτευσης που επιμένει να ζητάει ανάληψη της υπαρκτής πολιτικής ευθύνης. Η δυσανεξία του κ. Μητσοτάκη και της κυβέρνησης σε κάθε κριτική, που φτάνει μέχρι το σημείο να καθιστά την αυτοκριτική άγνωστη λέξη για το μέγαρο Μαξίμου, δεν είναι κάποιο δευτερεύον στοιχείο της κυβερνητικής πολιτικής. Αποτελεί τον πυρήνα της. Είναι απότοκο του αλαζονικού αυταρχισμού του επιτελικού κράτους των αρίστων, που θεωρεί ότι η παραμικρή ρωγμή μπορεί να προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη. Δεν τους πτοεί η πιθανότητα να λειτουργήσει η δυσανεξία αυτή σαν μπούμερανγκ. Αυτό απόδειξε η εμμονή στη στήριξη μιας υπουργού Πολιτισμού, που δεν την αντέχει πρώτος απ’ όλους, αλλά όχι μόνος, ο κόσμος του πολιτισμού. Ο κ. Μητσοτάκης αποδείχτηκε ικανός, προκειμένου να διαιωνίσει αυτή την αντίληψή του για το αρραγές της αυταρχικής εκτελεστικής εξουσίας, να φτάσει ως το σημείο να γυρίσει ανάποδα τους κοινοβουλευτικούς ρόλους, σχεδόν να επιχειρήσει…αλλαγή καθεστώτος.
15
02

Χαράλαμπος Γεωργούλας: Δεν φτάνει να μη θέλουν τη ΝΔ, πρέπει να προτιμούν εσένα

Την επομένη των εκλογών του 2019, με βάση τις πρώτες αποτιμήσεις του εκλογικού αποτελέσματος, και επί ένα τουλάχιστο έτος, το σύνολο της ηγεσίας του κόμματος στήριξε ορισμένες πρωτοβουλίες (προσθήκη στον τίτλο της Προοδευτικής Συμμαχίας, απόφαση για οργανωτική ανάπτυξη, αλλά και διεύρυνση των καθοδηγητικών πολιτικών οργάνων, αλλαγές προσώπων σε κρίσιμες θέσεις δημόσιας εκπροσώπησης του κόμματος…). Αυτές οι πρωτοβουλίες δεν φαίνεται να έφεραν το αναμενόμενο αποτέλεσμα. Δεν θα πρέπει, άραγε, να αποτιμηθεί η συμβολή τους στην προσπάθεια συνάντησης με έναν υπαρκτό και αναζητούμενο κόσμο, που εξακολουθεί να παρατηρεί από απόσταση το κόμμα που κάποτε εμπιστεύτηκε; Η απάντηση, συνεπώς, που θα αναζητηθεί, χρειάζεται να είναι σύνθετη και όχι απλουστευτική. Να περιέχει στοιχεία κριτικής αποτίμησης της ως τώρα πορείας. Να αποτελεί έμπρακτη απόδειξη, με συγκεκριμένες πρωτοβουλίες και προγραμματικές θέσεις, της ανάγκης να επαναπροσεγγιστούν κοινωνικά στρώματα, κοινωνικές ομάδες και κατηγορίες, όπως η νεολαία για την οποία όλο και λιγότερα ακούγονται, που αποτέλεσαν, και δυνάμει αποτελούν, προνομιακό χώρο για τα κόμματα της Αριστεράς και αποδεδειγμένα για τον ΣΥΡΙΖΑ. Να καλλιεργηθούν στενότεροι και στερεότεροι δεσμοί μαζί τους. Η εικόνα που δίνει σήμερα η αξιωματική αντιπολίτευση δεν ενισχύει την πεποίθηση ότι όλα αυτά γίνονται αντιληπτά ως άμεσες ανάγκες και ότι προκαλούν αντανακλαστικά άμεσης θετικής αντίδρασης στην ηγεσία και στο κομματικό σώμα. Η εικόνα που αποκομίζουμε όσοι δεν μετέχουμε άμεσα και εκ του σύνεγγυς στις καθημερινές αποτιμήσεις και τους προβληματισμούς που αυτές προκαλούν στην Κουμουνδούρου, είναι εικόνα ενός οργανισμού που συγκεντρώνει το σύνολο σχεδόν των δυνάμεών του σ’ ένα στόχο, την επόμενη εκλογική αναμέτρηση και το πάση θυσία νικηφόρο εκλογικό αποτέλεσμα. Και ενώ είναι αλήθεια πως δεν μπορεί να υπάρξει κόμμα που να μην έχει στόχο να κυβερνήσει, άλλο τόσο αλήθεια είναι πως η επιδίωξη και μόνο αυτού του στόχου δεν σε καθιστά κόμμα ικανό να διεκδικήσεις αποτελεσματικά την κυβέρνηση. Η ικανότητα αυτή προϋποθέτει μια άλλη ικανότητα: να προσδιορίζεις με ακρίβεια και να εκφράζεις με επάρκεια τις προσδοκίες εκείνων στους οποίους θα απευθυνθείς. Κυρίως στις προσδοκίες που έχουν εκείνοι από εσένα.
10
02

Χαράλαμπος Γεωργούλας: Τακτικισμός σε νεοφιλελεύθερο φόντο

Η σχεδόν αυτόματη αντίδραση της κυβέρνησης στην είδηση ότι επίκειται η παραγωγή εμβολίων κατά του συγκεκριμένου κορονοϊού, ήταν η προαναγγελία εκ μέρους της του τέλους της πανδημίας, και μάλιστα πριν το καλοκαίρι. Και η, επίσης σχεδόν αυτόματη, απάντηση σε όσους παρατηρούσαν ότι «δεν αρκεί το εμβόλιο» ούτε υγειονομικά ούτε οικονομικά, ήταν ότι κινδυνολογούν και καταστροφολογούν για μικροκομματικούς λόγους. Η μόνη έγνοια της κυβέρνησης ήταν και σ’ αυτό το πεδίο πώς θα καλλιεργήσει τεχνητή ατμόσφαιρα ευφορίας και περιορισμού των δικαιολογημένων απαιτήσεων της κοινωνίας. Το αποτέλεσμα ήταν αναμενόμενο. Παθητική παρακολούθηση της διεθνούς διαμάχης (με οικονομικό και πολιτικό υπόβαθρο) για τα εμβόλια, παραποίηση και λοιδορίες για κάθε πρόταση που περιλάμβανε την ανάγκη διεθνών πρωτοβουλιών και στο πλαίσιο της ΕΕ, με στόχο τη γρηγορότερη και επαρκέστερη προμήθεια δόσεων εμβολίου –και όχι μόνο για τη χώρα μας, καθώς, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, «όταν ένας δεν είναι ασφαλής, κανένας δεν μπορεί να είναι». Κάθε υπαινιγμός για υποχώρηση των περιορισμών της πατέντας μπροστά στην παγκόσμια ανάγκη καταγγελλόταν σαν επιστροφή σε σοβιετικό καθεστώς. Κάθε ιδέα για πρωτοβουλίες που θα μπορούσαν να άρουν τις συνέπειες μιας καθαρά πολιτικής και προκατειλημμένης απαξίωσης εμβολίων εκτός του κυκλώματος των πολυεθνικών, όπως το ρωσικό και το κινέζικο για παράδειγμα, σκεπαζόταν με ένα πέπλο σιωπής. Διότι κάθε υπόδειξη για βελτίωση μιας κατάστασης, που ο επικοινωνιακός σχεδιασμός την ήθελε ιδανική, θεωρήθηκε ότι μπορεί να υπονομεύσει τον ισχυρισμό ότι εδώ, στη χώρα μας, όλα βαδίζουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο στον καλύτερο δυνατό μικρόκοσμό μας. Έπρεπε να προηγηθούν η Γερμανία και η Γαλλία, όταν βρέθηκαν μπροστά στην πραγματική ανάγκη για άμεση αύξηση του αριθμού και του ρυθμού προμήθειας των εμβολίων, για να μπορέσει και στην Ελλάδα να δοθεί σήμα ότι σπάει το σχετικό απαγορευτικό στα μέσα ενημέρωσης. Χωρίς να σπάσει, βέβαια, το εμπάργκο της κριτικής στην επαρχιώτικη, συμπλεγματική και βλαπτική για το λαό συμπεριφορά τής ελληνικής κυβέρνησης.
02
02

Χαράλαμπος Γεωργούλας: Η δεύτερη ενοχή του νεοφιλελευθερισμού

Το τι θα πει ο κ. Μητσοτάκης έχει πολύ μικρή σημασία. Τόσος ήταν, τόσος είναι. Νεοφιλελεύθερα πίτουρα έχει φάει ως πολιτικός και ως τρόφιμος του Χάρβαρντ, νεοφιλελεύθερα πίτουρα μολογάει. Σημασία μεγάλη έχει να μην τον αφήνουμε να μας ταΐζει με τα ληγμένα τρόφιμα του αποδεδειγμένα πια ανίκανου να προστατέψει τα δημόσια αγαθά νεοφιλελευθερισμού. Παρωχημένη πια αναδεικνύεται η δική του, των δασκάλων του δηλαδή, ιδεοληψία, ενώ εντελώς σύγχρονη και στο διηνεκές ισχυρή αποδεικνύεται η θέση πως τα δημόσια αγαθά απαιτούν δημόσια κατοχύρωση και διαχείριση, από τη σκοπιά του κοινού συμφέροντος, του συμφέροντος της τεράστιας πλειονότητας. Κι αυτό δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με οποιουδήποτε τύπου κρατισμό. Δεν θα πρέπει να περιμένουμε από έναν πολιτικό της ποιότητάς του να ηγηθεί εκστρατείας στο πλαίσιο της ΕΕ για την αλλαγή αντιλήψεων και, κυρίως, πολιτικών, παρόλο που η συγκυρία είναι ευνοϊκή, όπως έδειξε και η απόφαση του Συμβουλίου της Ευρώπης. Αυτή την πρωτοβουλία από την ευρωπαϊκή αριστερά οφείλουμε να την απαιτήσουμε, μαζί με όσες σύμμαχες δυνάμεις μπορεί να συναγείρει. Και φαίνεται ότι μπορεί, ιδίως τη στιγμή αυτή, μια τέτοια κίνησή της να έχει σημαντική ανταπόκριση. Άλλωστε, σ’ αυτές τις κρίσιμες για την υγεία και τη ζωή όλων μας στιγμές, ο κ. Μητσοτάκης έδειξε για τι είναι ικανός. Η μεγάλη ευρωπαϊκής κλίμακας πρωτοβουλία που διαφημίστηκε ότι αναλαμβάνει, δηλαδή το ευρωπαϊκό πιστοποιητικό εμβολιασμού ως διαβατήριο τουριστικών μετακινήσεων, όχι μόνο επιστημονικά ατεκμηρίωτο αποδεικνύεται, αλλά και πολιτικά και ηθικά προβληματικό, καθώς ανοίγει το δρόμο για διακρίσεις αθέμιτες και υγειονομικά άχρηστες. Γι’ αυτό, άλλωστε, απορρίφθηκε ως ιδέα μετά πολλών επαίνων και από το Συμβούλιο της Ευρώπης, με την ίδια απόφαση που έγινε δεκτή η ελληνική πρόταση του προέδρου τού ΣΥΡΙΖΑ, για την άρση των περιορισμών της πατέντας, όταν πρόκειται για δημόσια αγαθά. Είναι καιρός να υποχρεώσουμε, όσους ακόμα επιμένουν στην αναχρονιστική αντίληψη ότι το εμβόλιο μπορεί να είναι ένα εμπόρευμα, να αναδιπλωθούν και να αλλάξουν έστω και τη ρητορική τους. Όπως προσπαθούν να την αλλάξουν και ως προς το δημόσιο χαρακτήρα και την ενίσχυση του ΕΣΥ, έστω κι αν στην πράξη τα λόγια τους δεν ταιριάζουν με τα έργα τους. Κι αυτό ακόμα είναι μια πρώτη ήττα γι’ αυτούς.
26
01

Η αριστερά χρειάζεται ορισμένες σταθερές

Αν δεν υπάρχει ένας πολιτικός πυκνωτής των κοινωνικών αγώνων και των κοινωνικών κινημάτων, που να προτείνει μια πολιτική ταυτότητα ενοποιητική των επί μέρους ταυτοτήτων, ώστε να μπορεί να συμμετέχει ο ενεργός πολίτης και στην κεντρική πολιτική διαδικασία, ένας συλλογικός διανοούμενος που να επεξεργάζεται προτάσεις για το σήμερα και να τις εντάσσει σε ένα όραμα για το αύριο, όχι σοσιαλισμός δεν πρόκειται να φανεί στον ορίζοντα, αλλά ούτε κάπως δικαιότερη αναδιανομή του παραγόμενου πλούτου δεν πρόκειται να ξαναδούμε. Αρκεί να θυμηθούμε σε ποιες συνθήκες ευδοκίμησε το κοινωνικό κράτος μετά τον πόλεμο και πότε επιχειρήθηκε η χαριστική βολή εναντίον του από το νεοφιλελευθερισμό: όταν οι δυνάμεις της αριστεράς βρέθηκαν στη δεινότερη θέση. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ επιλέξει να ξεχάσει την ιδρυτική σχέση του με τα κινήματα, την τροφοδότησή του από αυτά και τη στήριξή του σ’ αυτά, αν αγνοήσει ή υποτιμήσει τη ζωτική ανάγκη για διεκδίκηση της ιδεολογικής ηγεμονίας (που προϋποθέτει την καλλιέργεια ιδιαίτερων αξιών και ιδεών), στοιχεία που βρίσκονται στον πυρήνα του δημοκρατικού δρόμου, δεν είναι ότι δεν θα μπορέσει να προωθήσει το στόχο του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού. Ούτε μια διαχείριση μέσα στα πλαίσια των δυνατοτήτων που αφήνει η σημερινή κυριαρχία τού νεοφιλελευθερισμού στην Ευρώπη δεν θα μπορέσει να ασκήσει από κυβερνητικές θέσεις. Οι πολιτικοί αντίπαλοί του είναι πολύ πιο πειστικοί σ’ αυτό το πεδίο. Το αντίθετο οφείλει να κάνει: ακόμα κι όταν ως κυβέρνηση αναγκάζεται ορισμένες φορές να υποχωρήσει από τις θέσεις του υποκύπτοντας στο συσχετισμό δύναμης, χρειάζεται πολύ περισσότερο τότε ως οργανισμός παραγωγής πολιτικής και ιδεολογίας να τονίζει με ειλικρίνεια την ανάγκη να μείνει ζωντανή η απαίτηση για ριζικότερες αλλαγές, χωρίς ποτέ να υποτιμάει την αξία και της παραμικρής κατάκτησης. Αν βρεθεί στην ανάγκη να παίξει άμυνα ένα κόμμα της αριστεράς, δεν πρέπει να λησμονήσει ότι ο αγώνας διαρκεί ενενήντα λεπτά και μερικές φορές έχει και παράταση, ενώ ακολουθεί και ο επαναληπτικός. Και ότι όποιος περιοριστεί αποκλειστικά στην άμυνα (και στο ιδεολογικό πεδίο), είναι σχεδόν βέβαιο ότι δεν πρόκειται να πετύχει τέρμα (ούτε στο πολιτικό). Όμως, μάλλον θα χρειαστεί να επανέλθουμε.
18
01

Η ακροδεξιά είναι η υπαρκτή απειλή

Η εισβολή στο Καπιτώλιο των ΗΠΑ, με ηθικό αυτουργό τον ίδιο τον πρόεδρο της χώρας, μας ξάφνιασε όλους. Συνειδητοποιώντας τη βαρύτητα του γεγονότος αναρωτηθήκαμε όλοι τι μπορεί να σημαίνουν όλα αυτά σε μια χώρα με εδραιωμένο πολίτευμα, όποια γνώμη κι αν έχουμε γι’ αυτήν. Ολοι; Όχι ακριβώς. Υπάρχουν ορισμένοι με κονσερβαρισμένες απόψεις, έτοιμοι κάθε στιγμή να στριμώξουν την πραγματικότητα, ώστε να πιεστεί και να παραμορφωθεί, για να χωρέσει στα προκατασκευασμένα και μεροληπτικά κουτάκια τους. Αυτοί, από το πρώτο βράδυ κιόλας, ήταν έτοιμοι να αποφανθούν ότι για όλα φταίει ο λαϊκισμός και ο λαϊκιστής Τραμπ. Και μας εξήγησαν ότι έτσι συμβαίνει παντού, όπου επικρατεί ο λαϊκισμός. Δεν είδατε τι συνέβη με τους δικούς μας αγανακτισμένους; Μερικοί πιο τολμηροί θυμήθηκαν και τη θεωρία των δύο άκρων, παρότι τη γελοιοποίησε – και τους γελοιοποίησε – ο ίδιος ο Τραμπ ισχυριζόμενος ότι στο Καπιτώλιο εισέβαλαν οπαδοί του κινήματος Antifa… (...) Το αξιοσημείωτο είναι ότι δεν ακούγονται μόνο από την πλευρά της δεξιάς τέτοιες φωνές, που εξισώνουν υπό την ψευδή επιγραφή του λαϊκισμού εντελώς αντίθετα φαινόμενα. Ακούγονται και από την όχθη των αυτοαποκαλούμενων φιλελεύθερων «εκσυγχρονιστών», «μεταρρυθμιστών». Από εκεί συχνά προέρχονται και οι ανιστόρητες συγκρίσεις της εισβολής στο Καπιτώλιο με την πολυήμερη πολιορκία της Βουλής από τους αγανακτισμένους. Το πόσο ανεδαφική είναι η σύγκριση, μπορεί να φανεί και από το γεγονός ότι στην πρώτη περίπτωση υποκινητής και υποστηρικτής της εισβολής ήταν ο ίδιος ο φορέας της κρατικής εξουσίας, ενώ στη δεύτερη είχαμε ένα αυθόρμητο λαϊκό κίνημα που ζητούσε την παραίτηση της κυβέρνησης και την προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία, αυτήν ακριβώς που αρνήθηκε ο Τραμπ να αναγνωρίσει. Και παρά το γεγονός ότι η «πολιορκία» της Βουλής στην Αθήνα κράτησε μέρες και στην πλατεία Συντάγματος μπορούσες να βρεις μέσα στη λαοθάλασσα κάθε καρυδιάς καρύδι και να ακούσεις τα πιο αντικοινοβουλευτικά συνθήματα, εισβολή και βανδαλισμοί μέσα στο κτήριο δεν υπήρξαν. Όχι επειδή ήταν λιγότερη η αγανάκτηση, αλλά γιατί οι ιδέες που επικράτησαν στο γνήσιο λαϊκό κίνημα, ήταν ιδέες της κινηματικής, ριζοσπαστικής και δημοκρατικής αριστεράς, που μόνο την πραξικοπηματική αντίληψη δεν έχει για οδηγό της.
14
01

Ερωτήματα και απαντήσεις χωρίς τη χρήση μάσκας

Δεν θα κάνουμε ότι ξεχάσαμε τάχα το ερώτημα του κυβερνητικού εκπρόσωπου «έπρεπε να κλείσουν με τη βία οι ναοί;», ας το απαντήσουμε με σαφήνεια: όχι. Όπως δεν έπρεπε να αντιμετωπιστούν με πολύ ωμότερη αστυνομική βία οι εντελώς συμβολικές εκδηλώσεις τιμής στις 17 Νοεμβρίου και τις 6 Δεκεμβρίου. Ένας χρόνος σχεδόν, ωστόσο, ήταν αρκετός για να πειστούν και οι θρησκευόμενοι και οι ιεράρχες, ότι υπάρχουν θρησκευτικές πρακτικές που αποτελούν παραβίαση του νόμου που προνοεί για την καταπολέμηση των λοιμωδών νοσημάτων. Και δεν είναι θέμα σεβασμού του νόμου, αλλά της ανθρώπινης ζωής η συμμόρφωση με τον υγειονομικό κανόνα. Και ότι η θρησκευτική πεποίθηση δεν αποτελεί επαρκή νομικά και ηθικά λόγο για ειδική μεταχείριση. Τίποτα από όλα αυτά δεν μπορούσε να κάνει η κυβέρνηση με οδηγό μια μεροληπτική πολιτική κατεύθυνση και με μια συμπεριφορά αλά καρτ, που έσπερνε και εξακολουθεί να σπέρνει σύγχυση, αμφιβολίες και να καλλιεργεί την πεποίθηση ότι τα μέτρα παίρνονται για άλλους από τους διακηρυσσόμενους λόγους, Ο,τι χειρότερο, δηλαδή, για την οχύρωση του πληθυσμού μιας χώρας απέναντι σε μια πανδημία.
05
01

Ένα σχέδιο για επιστροφή στη δικιά μας κανονικότητα

Αν είναι να θέσει ο ΣΥΡΙΖΑ θέμα δημοκρατίας με το αίτημα για ειδική συζήτηση στη Βουλή, ας το κάνει μεθοδικά και ολοκληρωμένα. Ας μην περιμένει άλλη μια φορά πώς θα μεταδώσουν τα μέσα ενημέρωσης δύο ή τρεις ατάκες από τη σχετική συζήτηση. Ας αρχίσει να ετοιμάζεται για το επόμενο στάδιο, που ήδη προδιαγράφεται. Η ανάγκη να εκμεταλλευτεί η κυβέρνηση τη θετική απήχηση του εμβολίου, θα αρχίσει να διαμορφώνει περιβάλλον περιορισμού των αστυνομικού και κατασταλτικού τύπου μέσων. Σε συνδυασμό με την αποδυνάμωση και του φυσικού αισθήματος του φόβου για τον ίδιο λόγο, οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες της επόμενης περιόδου θα είναι αναμφισβήτητα ευνοϊκότερες για μια επιστροφή σε μια κανονικότητα, όπως την εννοεί η αριστερά: δημοκρατική, που θα πει και με το δήμο παρόντα και ενεργό.
28
12

Από την αντιπολίτευση εξαρτάται

Για την ώρα, η αξιωματική αντιπολίτευση μετεωρίζεται ανάμεσα, αφενός, στη γοητεία και τις υποσχέσεις μιας τακτικής που επιδιώκει να συγκεντρώσει κάτω από την ίδια ομπρέλα κάθε ομάδα, κατηγορία, στρώμα, κάθε διεκδίκηση και αίτημα, λιγότερο ή περισσότερο δικαιολογημένο, με στόχο την προσέλκυση της πλειονότητας του πληθυσμού στην κάλπη του ΣΥΡΙΖΑ, αφετέρου, στην καταστατική της δέσμευση να εκπροσωπεί, με ένα ριζοσπαστικό και ρεαλιστικό ταυτόχρονα πρόγραμμα, τις δυνάμεις εκείνες της κοινωνίας, που μπορούν και έχουν συμφέρον να δώσουν την κρίσιμη ώθηση στην αναγκαία όσο ποτέ άλλοτε «ανατροπή του υπάρχοντος». Η πρώτη ορμή είναι αυτή που την οδηγεί και σε τροπολογίες που επιχειρούν να ανοίξουν πελατειακούς λογαριασμούς με αδιαβάθμητα, αδιαφοροποίητα και συχνά αδικαιολόγητα έκτακτα επιδόματα σε κατηγορίες εργαζομένων, όπως η επονομαζόμενη «τροπολογία Σπίρτζη», που αδικεί ακόμα κι αυτούς που δικαιούνται παρόμοιο επίδομα, έστω κι αν δεν ανήκουν στο νοσηλευτικό προσωπικό. Είναι βασισμένη στην ιδέα πως η εκλογική νίκη μπορεί να είναι ποσοτικό αποτέλεσμα μιας άμεσης και γρήγορης συσσώρευσης εκλογικού δυναμικού από κάθε κατεύθυνση. Ιδέα διαδεδομένη ιδιαίτερα σε εποχές μεγάλης πόλωσης, κυρίαρχη σε κόμματα εκ πεποιθήσεως πολυσυλλεκτικά, με απουσία στρατηγικής συμμαχιών, καθώς τις αντιμετωπίζουν σαν ευκαιριακού χαρακτήρα κινήσεις. Το βέβαιο είναι πως ούτε η συγκυρία, ούτε τα κοινωνιολογικά και ταξικά χαρακτηριστικά της ελληνικής πραγματικότητας σήμερα ευνοούν μια τέτοια εκδοχή του πολιτικού σχεδιασμού ενός κόμματος της αριστεράς. Δεν αμφισβητείται, δηλαδή, μόνο σαν επιλογή αρχής, αλλά και σαν συγκυριακό ενδεχόμενο. Εδώ είναι που αρχίζει μια συζήτηση γύρω από ένα συνθηματοποιημένο κίνδυνο: της «διολίσθησης προς το κέντρο». Η οποία διεξάγεται με ένα μη συστηματικό τρόπο και γι’ αυτό ενέχει το ενδεχόμενο να πετάξει μαζί με τα απόνερα και το παιδί. Γιατί αν η «διολίσθηση» αυτή αποσκοπεί να υποκαταστήσει στις προτιμήσεις των ψηφοφόρων-πολιτών φθίνοντα κόμματα του κέντρου με απομίμηση του πολιτικού προσώπου τους, τότε πραγματικά είναι απευκταία. Αν, όμως, η απαξίωση της «διολίσθησης» εμπεριέχει και τις πρωτοβουλίες προσέγγισης και συνεργασίας και με δυνάμεις του δημοκρατικού κέντρου και των κοινωνικών στρωμάτων στα οποία αναφέρονται, που έρχονται σήμερα αντικειμενικά σε σύγκρουση με τη νεοφιλελεύθερη δεξιά, τότε υπάρχει πρόβλημα. Πρόβλημα σοβαρό, όχι μόνο γιατί αγνοείται η στρατηγική επιλογή ενός κόμματος της ριζοσπαστικής και ανανεωτικής αριστεράς, αλλά παραβλέπονται και τα δεδομένα μιας συγκυρίας που μας προειδοποιούν και μας προτρέπουν σε επείγουσες πρωτοβουλίες.