Η Ελλάδα, εργαστήριο αντιπροσφυγικής πολιτικής και όχι μόνο
Η Ελλάδα εκσυγχρονίζεται. Αλλάζει. Γίνεται Ευρώπη. Στον τομέα της αποτροπής τίθεται μάλιστα επικεφαλής της. Η δίωξη των ξένων κατά το στιλ του Άδωνι Γεωργιάδη, που προτρέπει «να κάνουμε τη ζωή δύσκολη στους μετανάστες» (αναγκάζοντας τους, για παράδειγμα, να κάνουν «το ταξίδι από την Ανάβυσσο στην Αθήνα καμία 15αριά φορές με τα πόδια», ή με απανωτές προσαγωγές στην Ασφάλεια), μπαίνει σε δεύτερη μοίρα. Στο προσκήνιο έρχεται ο ψυχρός ορθολογισμός της υψηλής τεχνολογίας. Με αυτήν κατασκευάζονται φράχτες και τείχη με ψηφιακά υλικά, όχι πλέον με συρματοπλέγματα και μπετόν. Τα όπλα της λέγονται τεχνητή νοημοσύνη, μη επανδρωμένα αεροχήματα, ηλεκτροκάμερες νυκτός και «ξεφυλλώματος» δέντρων, ανιχνευτές ψεύδους και πάει λέγοντας. Αυτά είναι απείρως πιο αποτελεσματικά από τα αναχρονιστικά καψόνια των «μπάτσων», των λιμενοφυλάκων και των σαδιστών πολιτικών στη Νότια και Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Στην αρχή είναι όμως ο πολιτικός εκσυγχρονισμός. Αυτός είναι βέβαια πολύ πιο δύσκολος από τον τεχνολογικό. Με φόντο την κατάρρευση της συμφωνίας του Σένγκεν και αδυνατώντας να συμφωνήσουν σε μια κοινή «ευρωπαϊκή» πολιτική για το προσφυγικό, οι ιθύνοντες της Ευρωπαϊκής Ένωσης καταφεύγουν σε αποσπασματικά μέτρα με όλο και πιο απάνθρωπο χαρακτήρα. Ένα από αυτά είναι η επικαιροποίηση της «βρώμικης», όπως την αποκαλούν πολλές ανθρωπιστικές οργανώσεις, συμφωνίας Ευρωπαϊκής Ένωσης-Τουρκίας – βρώμικης επειδή συνομολογήθηκε εν απουσία και εις βάρος των προσφύγων (βλ. πλαίσιο). Με τη συμφωνία αυτή, που συνυπογράφηκε το Μάρτιο του 2016, η Τουρκία αναγνωρίσθηκε ως ασφαλής χώρα. Αυτό δεν αφαιρούσε καταρχάς το δικαίωμα στο άσυλο σε όσους κατόρθωναν να φτάσουν σε ελληνικό έδαφος. Όμως, ύστερα από την κοινή υπουργική απόφαση της 7ης Ιούνη 2021, με την οποία, στο πλαίσιο αυτής της επικαιροποίησης, η ελληνική κυβέρνηση αναγνωρίζει την Τουρκία ως ασφαλή χώρα ειδικά για αιτούντες διεθνούς προστασίας με καταγωγή από την Συρία, το Αφγανιστάν, το Πακιστάν, το Μπαγκλαντές και την Σομαλία, το δικαίωμα αυτό κατά μέγα μέρος καταργείται, ήτοι για το 66% των προσφύγων στην Ελλάδα, όσων δηλαδή προέρχονται από τις παραπάνω χώρες. Οι Βρυξέλλες και το Βερολίνο επιχαίρουν. Παράλληλα, μελετούν την εφαρμογή και άλλων παρόμοιων μέτρων –μόνο στην περιοχή του Έβρου δοκιμάζονται, ή δοκιμάστηκαν πιλοτικά τους τελευταίους μήνες μια ντουζίνα εξ αυτών. Το συμπέρασμα της ανθρωπιστικής οργάνωσης Pro Asyl, ότι «η Ευρωπαϊκή Ένωση μετατρέπει την Ελλάδα σε εργαστήριο της αντιπροσφυγικής πολιτικής», δεν είναι λοιπόν καθόλου αστήρικτο.









