Άγγελος Τσέκερης: «Σε πόλεις, κάμπους και βουνά» το μεγαλειώδες επίτευγμα
Όσο πιο καθαρά διαφαινόταν στον ορίζοντα η ήττα της χιτλερικής Γερμανίας, τόσο η τεράστια ανάπτυξη και απήχηση του ΕΑΜ στον ελληνικό λαό ανησυχούσε τους Βρετανούς που αξίωναν κυριαρχία στη χώρα, το παλάτι που ήταν πιόνι τους και τις δυνάμεις της αντίδρασης. Η μετάβαση της απελευθερωμένης Ελλάδας σε ένα δημοκρατικό καθεστώς θα σήμαινε καθαρή πολιτική κυριαρχία του ΕΑΜ, που συσπείρωνε το 90% του ελληνικού λαού. Γι’ αυτό ο εμφύλιος ήταν προτιμότερη λύση. Λίγους μήνες πριν από την απελευθέρωση, οι οργανώσεις που είχαν φτιαχτεί από τους κατακτητές και τους Έλληνες δωσίλογους για να χτυπήσουν στρατιωτικά την Εθνική Αντίσταση αναβαπτίστηκαν στην κολυμπήθρα της εθνικοφροσύνης και χαρακτηρίστηκαν «πατριωτικές». Οι συνεργάτες των Γερμανών, που είχαν βάψει τα χέρια τους με αίμα Ελλήνων αμάχων, μετατράπηκαν μέσα σε μια νύχτα σε υπερασπιστές της εθνικής υπόθεσης. Οι ταγματασφαλίτες φόρεσαν στολές της Χωροφυλακής για να πολεμήσουν στη σύγκρουση του Δεκέμβρη.
Όλοι αυτοί ενσωματώθηκαν κανονικά στο μετεμφυλιακό κράτος, όπου η προϋπηρεσία στα Τάγματα Ασφαλείας ήταν κλειδί για μια λαμπρή στρατιωτική σταδιοδρομία. Ελάχιστοι δωσίλογοι τιμωρήθηκαν και αυτοί έπεσαν στα μαλακά. Την ίδια στιγμή, μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας, στελέχη του ΕΑΜ και μαχητές του ΕΛΑΣ σύρθηκαν μαζικά στα στρατοδικεία και τα πολιτικά δικαστήρια με κατασκευασμένες κατηγορίες. Χιλιάδες ήταν εκείνοι που εκτελέστηκαν. Άλλοι κλείστηκαν στις φυλακές, όπου παρέμειναν έως και 20 χρόνια.
Για δεκαετίες, το μετεμφυλιακό κράτος προσπαθούσε να εξαλείψει από τη συλλογική μνήμη την Εθνική Αντίσταση, τη λαμπρότερη σελίδα της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας. Οι εκδηλώσεις μνήμης στα θύματα της Κατοχής απαγορεύτηκαν ή τέθηκαν υπό αυστηρούς περιορισμούς. Οι θετικές αναφορές στο ΕΑΜ ήταν αδίκημα στον νόμο περί Τύπου. Και οι αγωνιστές κυνηγήθηκαν μέχρι τρίτης γενιάς. Για πολλές δεκαετίες η συμμετοχή στην Εθνική Αντίσταση ήταν στίγμα και αιτία να στερούνται δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι βασικά δικαιώματα, όπως αυτό στην εργασία. Όχι μόνο οι ίδιοι αλλά και τα παιδιά τους, ακόμα και οι μακρινοί τους συγγενείς.
Όμως η ιστορική αλήθεια είναι πεισματάρικη. Αν κάτι τελικά κατέρρευσε και οδηγήθηκε στον σκουπιδοτενεκέ της Ιστορίας, ήταν το μισαλλόδοξο μετεμφυλιακό κράτος της Δεξιάς και όχι η τίμια ιστορική μνήμη. Σήμερα, σε πείσμα των ακροδεξιών και κάθε είδους αναθεωρητών, η Εθνική Αντίσταση είναι καθολικά αναγνωρισμένη στη συνείδηση του ελληνικού λαού και οι νεότερες γενιές τής προσφέρουν την τιμή και την αναγνώριση που της αξίζει. Και τα αντάρτικα συνεχίζουν να τραγουδιούνται.









