Ζητήματα πανδημίας, δημοκρατίας και θεσμών
Η κακή ποιότητα της διαχείρισης της πανδημίας -όπως είπε και ο πρόεδρος του Πανελλήνιου Ιατρικού Συλλόγου θα είχαμε γλυτώσει ζωές αν είχαμε εφαρμόσει σκληρό λοκντάουν- προκύπτει καθαρά από τη μηνιαία έκθεση κατάταξης του Bloomberg στη λίστα αξιολόγησης της ανταπόκρισης των κρατών στην πανδημία. Βλέπουμε το, φαινομενικά, αντιφατικό ότι ενώ η χώρα κατέχει την 50ή χειρότερη, ανάμεσα σε 53, επιδημιολογικά θέση, την ίδια στιγμή κατατάσσεται στην κορυφή των χωρών από πλευράς αυστηρότητας και διάρκειας λοκντάουν. Είμαστε στις τελευταίες θέσεις όσον αφορά τους θανάτους σε σχέση με τα κρούσματα τον τελευταίο μήνα.
Πώς συμβαίνει αυτό; Η ποιότητα και ευρύτητα των μέτρων το ορίζει αυτό, η έγκαιρη πρόβλεψη. Αυτή η έλλειψη κάνει την κυβέρνηση να τρέχει πίσω από την έξαρση της πανδημίας. Το ζήσαμε στη Θεσσαλονίκη, το επανέλαβε στη Δυτική Αττική! Έχει ενδιαφέρον, όμως, ένας πιο γενικός και ιδεολογικός σχολιασμός για την αντίφαση αυτή από τον Ευκλείδη Τσακαλώτο: «Ίσως αυτό θα έπρεπε να χτυπήσει ένα καμπανάκι στους κυβερνώντες ότι χρειάζονται και άλλα μέτρα πέραν των περιοριστικών. Σαν αυτά που φώναζε η αντιπολίτευση, πχ τη μείωση του συνωστισμού στα ΜΜΜ και τους χώρους δουλειάς, την καθολική πρόσβαση σε τεστ κλπ». Αυτά ακριβώς τα κενά διαπίστωσε το περασμένο Σάββατο και ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξης Τσίπρας, κατά την επίσκεψή του στην Ελευσίνα. Και είχαν προειδοποιήσει, αυτοδιοικητικοί και συνδικαλιστές της Ελευσίνας. Και ο Ε. Τσακαλώτος συνεχίζει: «οι δύο καλύτεροι δείκτες για τη χώρα μας είναι αυτός της καθολικής υγειονομικής κάλυψης του πληθυσμού, όπου έχουμε 80/100 και αυτός της ανθρώπινης ανάπτυξης που έχουμε 89/100. Και οι δύο δείκτες έχουν άμεση σχέση με το κοινωνικό κράτος και βελτιώθηκαν επί ΣΥΡΙΖΑ παρά τους δημοσιονομικούς περιορισμούς. Συμπέρασμα: ο νεοφιλελευθερισμός κοστίζει ζωές και το κοινωνικό κράτος τις σώζει».









