Γιάννης Γούναρης

29
10

Γιάννης Γούναρης: Η διαρκώς συρρικνούμενη Ευρώπη;

Οταν αντιμετωπίζει προκλήσεις συνοχής και αδυναμία συντονισμού στο εσωτερικό της, η Ε.Ε. είναι αδύνατον να θεωρηθεί σοβαρός συνομιλητής διεθνώς. Το ζήτημα της ισορροπίας μεταξύ της υπερεθνικής και της εθνικής συνταγματικής έννομης τάξης δεν έχει επιλυθεί, ούτε έχει βρεθεί λύση στις δομικές ελλείψεις της νομισματικής ένωσης ή στον γόρδιο δεσμό της δημιουργίας ενός πλαισίου διακυβέρνησης αρκετά στιβαρού, αλλά συγχρόνως ευέλικτου και ευπροσάρμοστου, ώστε να αποφεύγονται άτεγκτες, μονολιθικές μη-απαντήσεις στα προβλήματα, τριβές και εντάσεις μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών. Επειτα, η επίτευξη ενεργειακής και τεχνολογικής αυτονομίας, η επιστροφή της βιομηχανικής παραγωγής και μιας βιώσιμης αναπτυξιακής προοπτικής, η μείωση των ανισοτήτων που υπονομεύουν τις ευρωπαϊκές κοινωνίες και ο εκσυγχρονισμός των υποδομών είναι πολύ σημαντικότερες αποστολές από την πολεμική ενδυνάμωση. Αυτά δεν είναι ούτε εύκολα ούτε απλά πράγματα, αν και για κάποιους Ευρωπαίους ιθύνοντες φαντάζουν, ίσως, δευτερεύοντα σε σχέση με την «υψηλή στρατηγική». Τέλος, στην ευρωπαϊκή περιφέρεια υπάρχει μια σωρεία διακρατικών και εμφύλιων συγκρούσεων με διαφορετικά επίπεδα έντασης και πολυπλοκότητας, όπου η διπλωματική σιωπή της Ευρώπης είναι εκκωφαντική. Εάν η Ευρώπη ήταν σε θέση να εγγυηθεί την ειρήνη στο άμεσο γεωπολιτικό της περιβάλλον, η αξίωση να γίνεται ακουστή η φωνή της –εφόσον, βέβαια, έχει φωνή– στα πέρατα της οικουμένης θα είχε κάποιο βάρος. Εως τότε έχει πολύ δρόμο μπροστά της.
17
08

Η «επανάσταση» των εθνικών δικαστών και το ευρωπαϊκό δίκαιο – Ποιος θα υπερισχύσει

Η υπόθεση της υπεροχής ή μη του δικαίου της ΕΕ έναντι κάθε εθνικού κανόνα, συμπεριλαμβανομένων των συνταγματικών, καθώς και του ποιος έχει την εξουσία να κρίνει εάν, πότε και υπό ποιες προϋποθέσεις θα ισχύει η αρχή της υπεροχής ή θα υπαναχωρεί υπέρ των εθνικών κανόνων είναι στο επίκεντρο της συζήτησης για την ίδια τη φύση του ευρωπαϊκού εγχειρήματος τον 21ο αιώνα.  Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η «επανάσταση» των εθνικών δικαστών δεν είναι παρά ένα από τα αποτελέσματα της ραγδαίας υποχώρησης του υπερεθνικού μοντέλου ολοκλήρωσης και της ολικής επαναφοράς της διακυβερνητικής μεθόδου κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα. Το εάν αυτό είναι μια θετική ή μια αρνητική εξέλιξη, δεδομένων μάλιστα των πολλών και σημαντικών ελαττωμάτων στην ίδια τη δομή της ΕΕ, είναι συζητήσιμο: Σε τελική ανάλυση, έχει βάση το επιχείρημα ότι η δημοκρατία στην Ευρώπη παραμένει συνυφασμένη με το συνταγματικό πλαίσιο που παρέχει κάθε ευρωπαϊκό κράτος για την άσκησή της, χωρίς να υπάρχει κάτι ανάλογο σε υπερεθνικό επίπεδο. Ανεξάρτητα όμως από το εάν θεωρηθεί καλή ή κακή, η επιστροφή του ευρωπαϊκού έθνους-κράτους και η διεκδίκηση ενός πολύ μεγαλύτερου ρόλου στις ευρωπαϊκές υποθέσεις από την πλευρά των κυβερνήσεων είναι ένα αντικειμενικό γεγονός. Το στοίχημα για την ευρωπαϊκή συλλογικότητα είναι να προσαρμοστεί σε αυτή την πραγματικότητα και να βρεθεί ένα νέο, ικανοποιητικό για όλες τις πλευρές, σημείο ισορροπίας, ώστε να συνεχίσει να υφίσταται και να λειτουργεί ένα κοινό πλαίσιο ευρωπαϊκής συνεργασίας – έστω και με νέα μορφή.
21
07

Συμπεράσματα μιας ευρωπαϊκής ήττας

Δυστυχώς, στην περίπτωση της Ε.Ε. ισχύει απολύτως το ρητό ότι οι παλιές συνήθειες πεθαίνουν δύσκολα. Οι «σκληροί» υπέρμαχοι της λιτότητας δεν έχουν πάψει στιγμή να πιέζουν προς την κατεύθυνση της επιστροφής στην «κανονικότητα», η οποία έχει τοποθετηθεί στις αρχές του 2023 - αν δεν αλλάξει κάτι. Και εδώ ελλοχεύει ο μεγάλος κίνδυνος για την Ελλάδα, καθώς η καταστροφική οικονομική διαχείριση της σημερινής κυβέρνησης ανοίγει μια επικίνδυνη ατραπό που οδηγεί σε ύφεση, δημοσιονομική στενότητα, αδυναμία εξασφάλισης ρευστότητας - με τον ESM να καραδοκεί. Ο Ιούλιος του 2015 ήταν η κορύφωση ενός ευρωπαϊκού δράματος που, από πολλές απόψεις, συνεχίζεται ώς και σήμερα, στοιχειώνοντας την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Συγχρόνως, ήταν και μια μεγάλη ευρωπαϊκή ήττα. Οχι μόνο ελληνική, σίγουρα όχι μόνο της πρώτης κυβέρνησης της Αριστεράς. Ηταν η ήττα μιας Ευρώπης που απέτυχε να κάνει την υπέρβαση που θα έδινε περιεχόμενο στις μεγαλόστομες διακηρύξεις περί ευρωπαϊκής ενότητας και αλληλεγγύης, μεγάλης ευρωπαϊκής οικογένειας και κοινής ευρωπαϊκής μοίρας. Και που τελικά απέδειξε ότι πίσω από αυτές δεν κρυβόταν τίποτε περισσότερο από το αιώνιο ευρωπαϊκό παίγνιο της ισορροπίας -μάλλον, της ανισορροπίας- δυνάμεων και της ανηλεούς σύγκρουσης εθνικών συμφερόντων. Οπως όλες οι ήττες, είχε κι αυτή βαριές συνέπειες, από τις οποίες η Ευρώπη δεν έχει διαφύγει, διότι διστάζει να την παραδεχθεί ή να διδαχθεί από αυτήν. Οσο, όμως, αυτό θα συνεχίζεται, θα συνεχίζεται και η βασανιστικά αργόσυρτη πτώση της.
04
07

Καρλσρούη: Εν αρχή ην το Εθνικό Συνταγματικό Δίκαιο

Το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο [της Γερμανίας] επιβεβαιώνει ότι δεν υπήρξε καμία πραγματική διαπραγμάτευση μεταξύ της Ελλάδας και της Ευρωζώνης το καλοκαίρι του 2015, αλλά μια προαποφασισμένη από το Γερμανικό Υπουργείο Οικονομικών θέση, η οποία καταγράφηκε σε ένα non-paper στις 10 Ιουλίου, κοινοποιήθηκε χωρίς κάποια αλλαγή στους «εταίρους» της Γερμανίας και απλώς επιδόθηκε στη συνέχεια με τη μορφή τελεσιγράφου στην Ελλάδα. Θα μπορούσε να ειπωθεί, χωρίς να είναι μεγάλη υπερβολή, ότι όλοι οι υπόλοιποι παίκτες του δράματος πλην της Γερμανίας και της Ελλάδας, από τον θλιβερό Γερούν Ντάισελμπλουμ ως την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και όλους του υπόλοιπους ηγέτες της Ευρωζώνης, δεν ήταν παρά κομπάρσοι, ή, στην καλύτερη περίπτωση, ο χορός. Αυτό, από μόνο του, λέει αρκετά για τη φύση της ίδιας της ευρωζώνης και του θεσμικού πλαισίου διακυβέρνησής της. (...) Παρουσιάζει ενδιαφέρον η παρακολούθηση της περί των ευρωπαϊκών θεμάτων νομολογίας του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου, διότι, χωρίς να νιώθουν την ανάγκη χρήσης διπλωματικής γλώσσας και μιας διατύπωσης που περισσότερο κρύβει παρά αποκαλύπτει την κατάσταση των πραγμάτων, οι δικαστές της Καρλσρούης μας δίνουν μια ακριβή εικόνα των ευρωπαϊκών υποθέσεων από τη γερμανική σκοπιά. Είναι, σίγουρα, άβολη, για μια χώρα όπως η Ελλάδα (ή για τη Γαλλία ή για την ίδια την ΕΕ, φερ’ ειπείν) η διαπίστωση ότι η διακυβέρνηση της Ευρωζώνης ή ακόμα και η αποβολή μιας άλλης κυρίαρχης (;) χώρας από αυτήν είναι, στην ουσία, ζήτημα τήρησης των συνταγματικών ισορροπιών μεταξύ των γερμανικών πολιτειακών θεσμών και, μάλιστα, με επίδικο τον γερμανικό ομοσπονδιακό προϋπολογισμό. Πλην όμως, η αλήθεια σπάνια είναι βολική για όλους. (...) Όλα αυτά είναι εξόχως ενδεικτικά της εκ φύσεως ατελούς φύσης του εγχειρήματος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και των εντάσεων που αναπόδραστα δημιουργούνται όταν κυρίαρχα κράτη υπάγονται σε υπερεθνικές δομές, χωρίς απαραίτητα να πληρούνται οι ιστορικές συνθήκες για κάτι τέτοιο. Εντάσεων που ενδεχομένως κρύβονται σε εποχές ευωχίας, όσο τα πράγματα κυλούν στοιχειωδώς ομαλά, αλλά ξεσπούν όταν αρχίζουν τα προβλήματα και οι κρίσεις, αποκτώντας τη δική τους δυναμική. Αυτό θα είναι το θεμελιώδες ευρωπαϊκό δίλημμα που θα αντιμετωπίσουν οι θεσμοί της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και τα ευρωπαϊκά κράτη τα επόμενα χρόνια ή και δεκαετίες και που -αν δεν επιτευχθεί η κατάλληλη ελαστικότητα και ευελιξία- θα συνεχίσει να ωθεί την ΕΕ προς την θεσμική παράλυση –ή ακόμα και τη διάλυση: πώς να τετραγωνιστεί ο κύκλος.
  • 1
  • 2