Macro

14
01

Ο Μαξ Βέμπερ, θύμα αστυνομικής βίας

Στον τόμο «Οικονομία και Κοινωνία», αυτή τη μεγάλη συλλογή κειμένων που εκδόθηκε μετά τον θάνατό του από τη σύζυγό του, Μαριάνε Βέμπερ, το 1921, ο κοινωνιολόγος [Μαξ Βέμπερ] προτείνει τον περίφημο ορισμό του για το κράτος: Μπορούμε να ορίσουμε ως «κράτος» έναν πολιτικό θεσμό, γράφει, όταν «αυτός διεκδικεί επιτυχώς […] το μονοπώλιο του νόμιμου φυσικού καταναγκασμού (Zwang)». Προσθέτει επίσης ότι το κράτος χρησιμοποιεί πολλά άλλα μέσα για να εξασφαλίσει την υπακοή, αλλά «η απειλή και ενδεχομένως η εφαρμογή της βίας» είναι παντού, «σε περίπτωση αποτυχίας των άλλων μέσων, το έσχατο μέσο (ultima ratio)». Στη διάλεξή του για την «Πολιτική ως Επάγγελμα» (1919), ο Βέμπερ προτείνει έναν ελαφρώς διαφορετικό ορισμό: «Το κράτος είναι αυτή η ανθρώπινη κοινότητα η οποία, εντός καθορισμένης περιοχής [...] διεκδικεί για τον εαυτό της και καταφέρνει να επιβάλει το μονοπώλιο της νόμιμης φυσικής βίας». Αλλά η θεμελιακή ιδέα, προφανώς, είναι η ίδια. Αυτός ο ορισμός του κράτους από τον Βέμπερ έχει θεωρηθεί -και δικαίως- κατάλληλος, από διάφορα ρεύματα των κοινωνικών επιστημών. Δεν απέχει και πολύ από τις μαρξιστικές θέσεις… Επιπλέον, ο ίδιος ο Βέμπερ, στην «Πολιτική ως Επάγγελμα», παραθέτει για να υποστηρίξει το επιχείρημά του -όχι δίχως μια στάλα ειρωνείας- τίποτα λιγότερο από Λέον Τρότσκι: «“Κάθε κράτος βασίζεται στη βία”, δήλωνε ο Τρότσκι απ’ την πλευρά του στο Μπρεστ Λιτόφσκ». Πρέπει ωστόσο να τονιστεί πως αυτός ο ορισμός είναι απολύτως «Wert-frei», απαλλαγμένος από αξιολογική κρίση. Η εν λόγω «νομιμότητα» εδώ δεν έχει καμία σημασία καθ’ εαυτή. Δεν είναι μια ηθική αρχή, μια καντιανή κατηγορική προσταγή, τίποτα περισσότερο από έναν καθολικό κανόνα δικαίου. Οπως μας υπενθυμίζει η επιφανής ειδικός για τον Βέμπερ, Κατρίν Κολιό-Τελέν, σ’ ένα άρθρο που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Le Monde στις 19 Φεβρουαρίου 2020, «ο όρος “νόμιμος”, σε αυτόν τον ορισμό, δεν έχει κανονιστική έννοια: δεν είναι το ισοδύναμο του “δίκαιου” ή “ορθολογικά θεμελιωμένου”. Η μονοπώληση από το κράτος της νόμιμης βίας […] είναι ένα δεδομένο γεγονός: ένα συγκεκριμένο είδος εξουσίας, σε μια ορισμένη περιοχή, κατάφερε να επιβάλει την ηγεμονία του σε άλλους τύπους εξουσίας που το ανταγωνίζονταν κατά τους προηγούμενους αιώνες». Πράγματι, η έννοια της «νομιμότητας» σημαίνει για τον Βέμπερ μόνο την πίστη στη νομιμότητα της εξουσίας, την αποδοχή της ως νόμιμης από τα υποκείμενα της κυριαρχίας. Οπως γνωρίζουμε, ο Βέμπερ διακρίνει τρεις τύπους νομιμοποίησης της κυριαρχίας (και συνεπώς του μονοπωλίου του κράτους στη βία): ● Ορθολογική (ή νομική ή ορθολογική-γραφειοκρατική): η πίστη στη νομιμότητα των υφιστάμενων ρυθμίσεων ● Παραδοσιακή: η πίστη στην ιερότητα των παραδόσεων και των αρχών που τις επικαλούνται ● Χαρισματική: η πίστη στον ιερό, ηρωικό ή εξαιρετικό χαρακτήρα ενός ατόμου. Η νομιμότητα για την οποία μιλά ο Βέμπερ δεν έχει κατ’ ανάγκη μια σχέση με το κράτος δικαίου. Δεν είναι παρά μόνο μια πεποίθηση, η αποδοχή ενός λόγου νομιμοποίησης, μέσα σε όλες τις δυνατές μορφές κράτους, συμπεριλαμβανόμενης της απολυταρχίας, της παραδοσιακής νομιμότητας ή μιας προσωπικής δικτατορίας της χαρισματικής νομιμότητας. Για να δώσουμε ένα ακραίο παράδειγμα, το οποίο δεν έχει καμιά σχέση με κράτος δικαίου: το Τρίτο Ράιχ είναι, χωρίς καμιά αμφιβολία, ένα κράτος υπό την έννοια του βεμπεριανού ορισμού: κατά τη διάρκειά του, «διεκδίκησε επιτυχώς το νόμιμο μονοπώλιο του φυσικού καταναγκασμού». Μετά την ήττα του ναζισμού, στρατιωτικοί και διοικητικά στελέχη του (διοικητές στρατοπέδων συγκέντρωσης κ.λπ.) προσπάθησαν να «νομιμοποιήσουν» τα εγκλήματά τους με δυο ισχυρισμούς: ● Την υπακοή στις ανώτερες αρχές (ορθολογική-γραφειοκρατική νομιμότητα) ● Τον όρκο της πίστης στον Φίρερ (χαρισματική νομιμότητα). Αυτοί οι ισχυρισμοί απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο της Νυρεμβέργης και οι ένοχοι τιμωρήθηκαν με φυλάκιση ή απαγχονισμό.
14
01

Ερωτήματα και απαντήσεις χωρίς τη χρήση μάσκας

Δεν θα κάνουμε ότι ξεχάσαμε τάχα το ερώτημα του κυβερνητικού εκπρόσωπου «έπρεπε να κλείσουν με τη βία οι ναοί;», ας το απαντήσουμε με σαφήνεια: όχι. Όπως δεν έπρεπε να αντιμετωπιστούν με πολύ ωμότερη αστυνομική βία οι εντελώς συμβολικές εκδηλώσεις τιμής στις 17 Νοεμβρίου και τις 6 Δεκεμβρίου. Ένας χρόνος σχεδόν, ωστόσο, ήταν αρκετός για να πειστούν και οι θρησκευόμενοι και οι ιεράρχες, ότι υπάρχουν θρησκευτικές πρακτικές που αποτελούν παραβίαση του νόμου που προνοεί για την καταπολέμηση των λοιμωδών νοσημάτων. Και δεν είναι θέμα σεβασμού του νόμου, αλλά της ανθρώπινης ζωής η συμμόρφωση με τον υγειονομικό κανόνα. Και ότι η θρησκευτική πεποίθηση δεν αποτελεί επαρκή νομικά και ηθικά λόγο για ειδική μεταχείριση. Τίποτα από όλα αυτά δεν μπορούσε να κάνει η κυβέρνηση με οδηγό μια μεροληπτική πολιτική κατεύθυνση και με μια συμπεριφορά αλά καρτ, που έσπερνε και εξακολουθεί να σπέρνει σύγχυση, αμφιβολίες και να καλλιεργεί την πεποίθηση ότι τα μέτρα παίρνονται για άλλους από τους διακηρυσσόμενους λόγους, Ο,τι χειρότερο, δηλαδή, για την οχύρωση του πληθυσμού μιας χώρας απέναντι σε μια πανδημία.
13
01

Μάκης Σπαθής: Συμβολή και Παρατηρήσεις επί του Κειμένου της Ομπρέλας

Για την επιτυχία ενός αποτελεσματικού κοινωνικού και πολιτικού μετώπου στη σημερινή συγκυρία είναι αναγκαίες  τουλάχιστον δύο προϋποθέσεις: α) Η συστηματική ανάλυση, μελέτη και καταγραφή των κοινωνικών αναγκών σήμερα, η εμπεριστατωμένη απεικόνιση των πολιτικών τάσεων του εκλογικού σώματος αλλά και η αποτύπωση των κυρίαρχων ιδεολογικών και ψυχολογικών συμπεριφορών των κοινωνικών υποκειμένων, που αυτές καθορίζουν την στάση των ανθρώπων σε συνδυασμό με την οικονομική τους κατάσταση και την πολιτική τους ένταξη. Μία τέτοια μελέτη όμως για να είναι ακριβής δεν μπορεί να περιορίζεται στις ποιοτικές και ποσοτικές αναλύσεις των εμπειρικών δημοσκοπικών ερευνών της κοινής γνώμης επί διαφόρων ερωτημάτων της συγκυρίας. Η παραπάνω μελέτη απαιτεί μία σοβαρή και σε βάθος κοινωνιολογική ανάλυση της ελληνικής κοινωνίας από τη Μεταπολίτευση, που θα συνοδεύεται από τις πολιτικές καταγραφές, τις κοινωνικές διεκδικήσεις και τις δικαιωμένες ή αδικαίωτες επιδιώξεις των κοινωνικών και πολιτικών αγώνων. Μία ανάλυση που θα επικεντρώνεται κυρίως στις μεγάλες ανατροπές που δημιουργήθηκαν στο πολιτικό σύστημα την τελευταία κυρίως δεκαετία μετά την κρίση χρέους του 2008, και δημιούργησαν τους όρους για την ανάδειξη του αρχικά πρωταγωνιστικού ρόλου στη ζωή του τόπου, του πολιτικού υποκείμενου της Ριζοσπαστικής Αριστεράς, όπως αυτό εκπροσωπήθηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά πού σήμερα βρίσκεται σε κάμψη και αμφισβήτηση για το εάν μπορεί και θέλει να αποτελεί το φορέα για σημαντικές πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές ανατροπές. Μια τέτοια ανάλυση θα απαντήσει τι εννοούμε σήμερα όταν αναφερόμαστε στη μεγάλη Προοδευτική Παράταξη, το "μεσαίο χώρο", στον περίφημο "κεντρώο" χώρο και τη διαίρεση μεταξύ "λαϊκιστών και εκσυγχρονιστών" που επικαλούνταν  συστηματικά οι αστικές δυνάμεις από την εποχή της "Παπανδρεικής" κυριαρχίας και της "Σημιτικής" της  μετάλλαξης. Μπορεί επίσης να απαντήσει στο ερώτημα για το πώς πολιτικά σήμερα εκπροσωπείται ο επί τρεις δεκαετίες κόσμος του ΠΑΣΟΚ, να εξηγεί δηλ. το ότι το μεγάλο λαϊκό τμήμα του μετακόμισε στο ΣΥΡΙΖΑ, ενώ το "ριζοσπαστικό" ή "ακραίο κέντρο" που απαρτιζόταν από τους «κοσμοπολίτες εκσυγχρονιστές και τεχνοκράτες μεταρρυθμιστές» μετατοπίστηκε κατά ένα μέρος του αρχικά μέσω του Ποταμιού στη ΝΔ, και κατά ένα δεύτερο παραμένει στο ΚΙΝΑΛ, αλλά αλληθωρίζει προς τη ΝΔ, όπως επανειλημμένα αποδεικνύουν όλα τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των δημοσκοπήσεων όπου επικροτεί τις πολιτικές της ΝΔ σε ποσοστά μεγαλύτερα ακόμα και από τους καθαρόαιμους δεξιούς ψηφοφόρους. Μία τέτοια ανάλυση θα δώσει ουσιαστική απάντηση στο ερώτημα των κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών, στο με ποιους και πάνω σε ποια πολιτική στόχευση μπορεί να οικοδομηθεί σήμερα ένα μέτωπο κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων που θα αντιμετωπίσει τη νεοφιλελεύθερη νέο δημοκρατική βαρβαρότητα. β) Το θέμα του κριτικού απολογισμού της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, κεφαλαιώδες ζήτημα: μετά την πρώτη απόπειρα που έγινε με το κείμενο απολογισμού σε μία Κεντρική Επιτροπή και έκτοτέ  αγνοείται η τύχη του. Και όταν μιλάμε για απολογισμό εννοούμε την ανάδειξη όλων των αδυναμιών και των λαθών, ατομικών και συλλογικών, που οδήγησαν πολλούς ανθρώπους του ΣΥΡΙΖΑ να χάσουν την εμπιστοσύνη τους. Ενός απολογισμού που θα εξηγεί πειστικά το πλαίσιο και τα όρια μέσα στα οποία προσπαθήσαμε να υλοποιήσουμε ένα πρόγραμμα υπεράσπισης κοινωνικών διεκδικήσεων στην πενταετία της διακυβέρνησης δίχως την αναγκαία επιτυχία και συνακόλουθα με την αμφισβήτηση από την κοινωνία του όλου εγχειρήματος του ΣΥΡΙΖΑ. Ενός απολογισμού που θα περιλαμβάνει μία σοβαρή ανάλυση των σημερινών οικονομικών και πολιτικών συνθηκών σε Ελλάδα, Ευρώπη και διεθνώς έτσι ώστε να απαντήσει στο εάν και κατά πόσον οι προγραμματικές μας διακηρύξεις είναι σήμερα ρεαλιστικές και μπορούν να οδηγήσουν στις αναγκαίες ανατροπές. Ενός απολογισμού  που θα απαντάει στο εάν πρόκειται για ατομικές πολιτικές ανεπάρκειες ή για μια δομική διαχρονική αδυναμία της ιδεολογικοπολιτικής μας ταυτότητας, που μας εγκλωβίζει στην παράδοση της σοσιαλδημοκρατικής ρεφορμιστικής αριστεράς. Θυμίζω ότι αυτή πάντοτε ισχυριζόταν ότι αρκεί η κατάληψη του κράτους μέσω μιας κυβερνητικής πλειοψηφίας ώστε αυτό να μετασχηματίσει σταδιακά τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής σε σοσιαλιστικό.
13
01

Κύρκος Δοξιάδης: Εσωκομματική κριτική και Αριστερά

Εχω την εντύπωση πως είναι αρκετοί/ές που –όπως εγώ– θα ήθελαν το κείμενο πολύ πιο αιχμηρό σε ζητήματα εσωκομματικής κριτικής και αυτοκριτικής – και πιο συγκεκριμένο. Η αοριστία των διατυπώσεων σε κάποια κρίσιμα σημεία προξενεί την αίσθηση ότι είναι σκόπιμη – ότι έγινε στο πλαίσιο μιας προσπάθειας στρογγυλέματος των διαφορών, ούτως ώστε να «χωρέσει» ένα όντως ευρύτατο φάσμα τάσεων και απόψεων. Και παρ’ όλα αυτά –παρ’ όλες τις υπαρκτές διαφωνίες ή διαφοροποιήσεις ως προς το περιεχόμενο– παρατηρούμε πως επικρατεί σε κύκλους του κόμματος σχεδόν ενθουσιασμός – πρωτοφανής για τα μέχρι τώρα –πρόσφατα τουλάχιστον– δεδομένα του εσωκομματικού κλίματος. Πώς εξηγείται αυτό; Επανερχόμαστε στην «επιτελεστικότητα». Που στην προκειμένη περίπτωση έχει να κάνει ακριβώς με το ευρύ φάσμα που εκπροσωπείται στις υπογραφές. Μέχρι τώρα, η εικόνα που παρουσίαζαν οι εσωκομματικές διαμάχες, όπως την εκμεταλλεύονταν και τη χάλκευαν δεόντως τα αντι-ΣΥΡΙΖΑϊκά μέσα από κοινού με τους γνωστούς αντι-ΣΥΡΙΖΑ «φίλους» του ΣΥΡΙΖΑ, ήταν η σύγκρουση μεταξύ αφ' ενός του «καλού» ή του «καθαυτό ΣΥΡΙΖΑ», δηλαδή του «Τσίπρα», και αφ' ετέρου του «ΣΥΡΙΖΑ του 3%», δηλαδή των «53» - άντε και κανενός «Σκουρλέτη» ή «Φίλη». Τώρα αυτή η εικόνα εκ των πραγμάτων ανατρέπεται, κανείς δεν πρόκειται να πειστεί ότι πρόκειται για κάτι τέτοιο. Το μόνο κοινό χαρακτηριστικό των όσων συνυπογράφουν είναι ότι δεν συμπεριλαμβάνεται ανάμεσά τους ο ίδιος ο πρόεδρος. Θα προχωρήσω ακόμη παραπέρα. Και θα υποστηρίξω ότι η μόνη ουσιαστική διαφοροποίηση μεταξύ του προέδρου και των όσων συνυπογράφουν συνίσταται ακριβώς στο ότι εκείνος δεν υπογράφει – δεν νομίζω ότι θα είχε καμιά ιδιαίτερη αντίρρηση ως προς το περιεχόμενο. Ο (σχεδόν) ενθουσιασμός λοιπόν που παρατηρείται για το κείμενο προκύπτει από το ότι πρώτη φορά ακούγεται μια συλλογική φωνή που εκφράζει μεγάλο μέρος του ΣΥΡΙΖΑ και που ως τέτοια δεν μπορεί να περιθωριοποιηθεί ή να στοχοποιηθεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο, και που δεν είναι ο «Τσίπρας». Μια –συμβολική μόνο, έστω– αμφισβήτηση του αρχηγισμού, που συντελείται χωρίς να αμφισβητείται ο αρχηγός ή οι θέσεις του.
13
01

Ο φόβος του «τρίτου κύματος» δοκιμάζει την αξία του ανασχηματισμού

Κορυφώνεται η ανησυχία των πολιτών για την πορεία της υγειονομικής κρίσης, με βάση τα επιδεινούμενα στοιχεία στην Ελλάδα, και διεθνώς, και την πιθανότητα τρίτου κύματος. Την ανησυχία, όμως, επιτείνει η κυβέρνηση με την αμφιθυμία της, τις εσωτερικές διαφωνίες, τις επιλογές της μην ενισχύοντας το ΕΣΥ, μην παίρνοντας αυστηρά μέτρα πρόληψης, τις κραυγαλέες ελλείψεις σε συγκοινωνίες, σχολεία, χώρους εργασίας. Αυτά θα οδηγήσουν σε αναζωπύρωση «που θα φέρει τη σφραγίδα “Μητσοτάκης”», όπως σημείωσε ο Νάσος Ηλιόπουλος. Μετά την εφεκτική στάση της κυβέρνησης έναντι της εκκλησίας, τη μη αποδοχή των οδηγιών των επιστημόνων για τα σχολεία, τα μπρος – πίσω χωρίς μέτρα, οι κίνδυνοι πολλαπλασιάζονται. Το μείζον ζήτημα έθεσε ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ, Αλέξης Τσίπρας, την Παρασκευή στην πρόεδρο της Δημοκρατίας κ. Κατερίνα Σακελλαροπούλου. «Πρέπει να δράσουμε τώρα», τόνισε μετά ο Αλέξης Τσίπρας εκφράζοντας έντονες ανησυχίες για τους αργούς ρυθμούς στη διαδικασία εμβολιασμού. «Να αναλάβει πρωτοβουλία η χώρα μας σε ευρωπαϊκό επίπεδο, προκειμένου να εξασφαλίσει η ΕΕ τις πατέντες των εμβολίων και να δώσει τη δυνατότητα σε κάθε χώρα-μέλος να τις διαχειριστεί, ώστε με τις εγχώριες δυνάμεις φαρμακοβιομηχανίας της να παράγει τις απαραίτητες δόσεις. Όταν τα θέματα αγγίζουν την υπέρτατη αξία της ανθρώπινης ζωής, ευθύνη όλων μας είναι να καταθέτουμε και προτάσεις». Στο πλαίσιο αυτό εξέθεσε την άποψη να συγκληθεί το συμβούλιο των πολιτικών αρχηγών, μαζί με επιστήμονες, για να εξετάσει το όλο πρόβλημα. Κάλεσε επίσης τον πρωθυπουργό «έστω και την ύστατη στιγμή να αφήσει το εγώ απέναντι στο εμείς, απέναντι στην ανάγκη ενίσχυσης της προστασίας της δημόσιας υγείας. Αλλιώς είναι προφανές ότι θα αναλάβει την ευθύνη σε σχέση με όσα συμβούν στην εξέλιξη της πανδημίας».
12
01

Ο κ. Μητσοτάκης και η νοσταλγία της ΕΡΕ

Ν. Βούτσης: «Ο Μητσοτάκης, από την περίοδο που βρισκόταν στην αντιπολίτευση και ως απλός υπουργός της κυβέρνησης Σαμαρά είναι βασικός φορέας της άποψης ότι η διαμαρτυρία με το τρικάκι σε σχέση με τη μολότοφ και η μολότοφ σε σχέση με τις τρομοκρατικές ενέργειες και τις δολοφονίες είναι μια ώρα δρόμος». Πρόκειται δηλαδή για την αμερικανική θεωρία της «μηδενικής ανοχής»; «Εχει διατυπωθεί αυτή η άποψη επανειλημμένα στη Βουλή σε συζητήσεις. Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, είναι ίδια η παρανομία εκείνων που ήρθαν και έριξαν τρικάκια για την Ηριάννα και τον Περικλή, με όσα έκανε ο Κουφοντίνας ή ο Μαζιώτης. Το βλέπουν ως ένα πακέτο. Αλλά αυτό είναι εκτός του πλαισίου της δημοκρατίας. Και βεβαίως αυτές οι πολιτικές ομάδες χαϊδεύουν ή εκπροσωπούν αυτή την αντίληψη. »Αντιμετωπίζουν δηλαδή τη Μεταπολίτευση ως μια μεγάλη παρένθεση και μέσα σ’ αυτήν θέλουν να βάλουν ως μια δεύτερη παρένθεση την υπερδεκαετή πλέον κρίση, για να νομιμοποιήσουν τον εαυτό τους, ενώ αυτοί είναι οι θύτες που έφεραν τη χώρα στο αδιέξοδο. Υποστηρίζουν ότι αυτό υπήρξε αποτέλεσμα ενός αλόγιστου τρόπου με τον οποίο είχε συμπεριφερθεί η ελληνική κοινωνία και αυτοί δεν έχουν ευθύνη ως πολιτικές δυνάμεις και ως πρόσωπα. Κυρίως αυτό που τους ενδιαφέρει είναι μια τρίτη παρένθεση, που είναι η διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ». »Είναι χαρακτηριστικές οι στιγμές μέσα στο Κοινοβούλιο, του πότε έχει αντιδράσει ενθουσιωδώς η κοινοβουλευτική ομάδα της Ν.Δ. Η πιο χαρακτηριστική ήταν η ομιλία του Σαμαρά για τη συμφωνία των Πρεσπών, στην οποία ο Σαμαράς είχε φτάσει στο σημείο να αμφισβητήσει και το Βουκουρέστι. Αλλά και ο Μητσοτάκης ξεσήκωσε τρεις φορές την κοινοβουλευτική του ομάδα, που τον χειροκροτούσε όρθια. Η μία είναι η επίθεση στον Τσίπρα, ότι δεν ανήκει η Αντίσταση στην Αριστερά, η δεύτερη είναι για το Πολυτεχνείο και η τρίτη ότι δεν είναι τα ΑΕΙ άβατο της Αριστεράς. Και στις τρεις αυτές στιγμές σηκώθηκε σύσσωμη η κοινοβουλευτική ομάδα της Ν.Δ. και χειροκροτούσε. Αλλοι από ενοχές, επειδή δεν συμμετείχαν σ’ αυτά τα γεγονότα, άλλοι επειδή θέλουν να τρίψουν τη μούρη της Αριστεράς. »Αυτά που γράφουν λ.χ. ο Στέφανος Κασιμάτης ή ο Μουμτζής είναι στον πυρήνα αυτής της λογικής, ότι δηλαδή ήρθε ο καιρός να τρίψουμε τη μούρη της Αριστεράς κι αυτό το κάνει καλύτερα από όλους ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Και δεν το κάνει –όπως νομίζουν μερικοί– στο κόμμα διά του Βορίδη ή του Πλεύρη. Δεν το κάνει δηλαδή “χουντοποιώντας” την παράταξη. Το κάνει με δική του ατζέντα. Αυτούς τους έχει απλώς ως χρήσιμους για ένα ακροατήριο, το οποίο αποδεσμεύεται από τη Χρυσή Αυγή και την οργανωμένη Ακροδεξιά. Δεν τους έχει ανάγκη ως προς αυτό. Είναι ο ίδιος που ηγείται σ’ αυτό το εγχείρημα. Είναι η δική του άποψη. Είναι η άποψη ενός ανθρώπου που έχει μεγαλώσει μέσα στη γυάλα, έχει ζήσει μόνο στο εξωτερικό, το ίδιο έχει επιλέξει και για τα παιδιά του. Είναι η γραμμή Ψυχικό-Κηφισιά-Κολέγιο-Χάρβαρντ».
12
01

Μια εποχή σύνθετη

Ζούμε - ζούσαμε και πριν, αλλά η πανδημία το ενέτεινε - σε μια εποχή σύνθετη. Αντιφάσεις του καπιταλισμού που συσσωρεύονταν επί δεκαετίες γιγαντώνονται και ενοποιούνται, ζητώντας πια μια απάντηση που θα υπερβαίνει ένα απλό αίτημα αναδιανομής και κοινωνικής δικαιοσύνης. (...) Κι αν την "πρώτη φορά Αριστερά" ο ΣΥΡΙΖΑ είχε την τύχη να διαθέτει πολιτικό προσωπικό που μπόρεσε να επισκευάσει το πλοίο εν πλω (και μάλιστα σε τρικυμία) και να δώσει μέσα στην κυβερνητική καθημερινότητα τις καλύτερες απαντήσεις που θα μπορούσε κανείς, δεδομένων των συνθηκών, αυτό δεν μπορεί να μας αρκεί. Την επόμενη φορά (που επείγει, γιατί η κοινωνική καταστροφή που ήδη ζούμε είναι τρομακτική), αλλά και κάθε μέρα πρέπει η Αριστερά να κάνει περισσότερα και καλύτερα, με μεγαλύτερη επίγνωση. Να διατυπώσει, πρώτα απ' όλα τα ερωτήματα, να απαντήσει εκείνα που νωρίτερα δεν μπορούσε, να βρει ιδέες και δρόμους ακόμα και έξω από την πεπατημένη, όπως έκανε πολλές φορές, να καταγράψει ανάγκες και προτεραιότητες, να συσπειρώσει δυνάμεις, να εμπνεύσει και να κινητοποιήσει. Και κάθε κείμενο, πρωτοβουλία, άρθρο, ιδέα, ομάδα, μεμονωμένη παρέμβαση, οτιδήποτε μπορεί να βοηθήσει σε κάτι από αυτά (πρέπει να) είναι παραπάνω από καλοδεχούμενο. Γιατί κανείς δεν έχει εύκολες λύσεις στα παραπάνω - κι όποιος το πιστεύει δεν έχει πάρει μυρωδιά από τον κόσμο που ζει.
11
01

Ο φόβος του «τρίτου κύματος» δοκιμάζει την αξία του ανασχηματισμού

Ο ανασχηματισμός, δεν ήταν φιάσκο, όπως χαρακτηρίστηκε, αλλά σχεδιασμός. Με βασικούς, βέβαια, περιορισμούς, όμως ο κ. Μητσοτάκης κρίνεται ακόμη απαραίτητος απ’ όλες τις πτέρυγες του κόμματός του. Δεν είναι, απ’ αυτή την άποψη, αδύναμος πρωθυπουργός. Αδύναμος μπορεί να αποδειχθεί το αμέσως επόμενο διάστημα σε επίπεδο κοινωνίας, όσο η κατάσταση θα εκτραχύνεται και η επιλογή «σύγκρουση με την κοινωνία» θα προκαλεί ρωγμές στο ίδιο του το κόμμα, την επιρροή του. Δείγματα, ήδη, υπάρχουν. Η εκτίμηση ότι η απόσταση των 15 μονάδων από τον ΣΥΡΙΖΑ–ΠΣ είναι ακατανίκητη, είναι αλαζονική. Η επανάπαυση ότι δεν έχει συγκροτηθεί ακόμη ολοκληρωμένη εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης στη συνείδηση της κοινωνίας, είναι, επίσης, βιαστική και επισφαλής. Όλα αυτά είναι εύκολα ανατρέψιμα. Το πρώτο που θα συμβάλλει σ’ αυτό, είναι ακριβώς αυτός ο ανασχηματισμός ως καθοριστικά κοντόφθαλμος ή και τυφλός. Όσα παράγει η πολιτική της ΝΔ, δεν εξαφανίζονται επειδή τώρα κυριαρχεί ο φόβος.
11
01

Αννέτα Καββαδία: Αποκρουστικό μεν, σχέδιο δε…

Δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας ότι ο άνθρωπος (Μ. Βορίδης) που δυόμισι χρόνια πριν έλεγε ανοιχτά πως «πρέπει να υπάρξει στρατηγική ήττα των ιδεών της Αριστεράς για να μην ξαναβρεθεί στην εξουσία με οποιαδήποτε μορφή της» και πως «ο Κυριάκος Μητσοτάκης πρέπει να κάνει παρεμβάσεις στο κράτος και στους θεσμούς για να μην ξαναέρθει η Αριστερά στην εξουσία, γιατί οι ιδέες της είναι ελαττωματικές», βρίσκεται αυτή τη στιγμή στο τιμόνι του υπουργείου Εσωτερικών και είναι αυτός που θα προετοιμάσει τον κρατικό μηχανισμό για τις επόμενες εκλογές, όποτε και αν αυτές γίνουν. Όπως δεν πρέπει να ξεχνάμε τις προαναγγελθείσες διώξεις εις βάρος εν ενεργεία δικαστικών που ερευνούσαν υποθέσεις διαφθοράς. Ή την καθολική, μονολιθική επικράτηση του κυβερνητικού αφηγήματος στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, με τη λασπολογία, τα fake news και την εξαφάνιση της αντιπολίτευσης να δίνουν το στίγμα. Ή την ιδιοκτησιακή αντίληψη για το κράτος και τη μετατροπή του σε όχημα εξυπηρέτησης συγκεκριμένων συμφερόντων, με αποκλειστικά κριτήρια την κομματική ή/και πελατειακή ταύτιση και την εδραίωση της πολιτικής παντοδυναμίας του κυβερνώντος κόμματος. Και φυσικά, τη συνεχή διολίσθηση προς τον αυταρχισμό με απώτερο στόχο την εγκαθίδρυση ενός αισθήματος φόβου που θα λειτουργήσει, εκτιμούν οι κυβερνώντες, αποτρεπτικά ελαχιστοποιώντας τις πιθανότητες δημιουργίας κινημάτων διεκδίκησης και αντίστασης εκ μέρους των πολιτών. Απέναντι στο ξεκάθαρο αυτό σχέδιο της κυβέρνησης, η Αριστερά οφείλει να βρει βηματισμό. Η συνεχής υποτίμηση του αντιπάλου, η μονοδιάστατη επένδυση στο αντιδεξιό σύνδρομο και η καθυστέρηση στην αποσαφήνιση του σχεδίου της, δεν βοηθούν. Ο χρόνος και οι ανάγκες πιέζουν, η κοινωνία υποφέρει, αγωνιά και αναζητά διέξοδο. Μια διέξοδο που είναι χρέος της Αριστεράς να την προσφέρει.
11
01

Πάνος Λάμπρου: Για σχόλια παλαιάς κοπής, πολύ παλαιάς, σκουριασμένης….

Έχει αποδειχθεί και στο παρελθόν. Η δημοκρατία είναι δύσκολο πράγμα. Πολύ δύσκολο. Ακόμα και στα κόμματα της αριστεράς, που ευαγγελίζονται μια ανεκτική, πλουραλιστική και πολυφωνική κοινωνία. Με αφορμή τη δημοσιοποίηση κειμένων προβληματισμού, διαβάζω (και σε αυτή την περίπτωση δημόσια και ας το ξορκίζουν) διάφορα εμπρηστικά, διχαστικά και ανελεύθερα σχόλια, χωρίς να πουν το παραμικρό για την ουσία των κειμένων. Να το πω διαφορετικά, σχόλια παλαιάς κοπής, πολύ παλαιάς κοπής, σκουριασμένης κοπής. Το γράφουν έτσι, "όπως ο Αντρέας, Αλέξη πάρε κεφάλια τώρα, χθες...." Μάλιστα, η σκέψη ενοχλεί, ο προβληματισμός ενοχλεί, η άποψη ενοχλεί, ο διάλογος ενοχλεί.... κάποιους. "Πάρε κεφάλια", που σημαίνει διέγραψε όσους έχουν φωνή, όσους και όσες σκέφτονται, όσες και όσους διατυπώνουν με ευθύνη και συντροφικότητα την άποψή τους, όχι μόνο στα κλειστά όργανα -που το κάνουν-, αλλά και μπροστά στον κόσμο της αριστεράς, ως οφείλουν. Στο παρελθόν είχαμε πει κατ' επανάληψη ότι οι διαφορετικές απόψεις και οι προβληματισμοί, για ένα κόμμα της αριστεράς, είναι αναμφίβολα πλούτος. Και ο πλούτος αυτός, δηλαδή οι ιδέες, δεν μπορεί να περιορίζεται ως ένα μυστικό στον όροφο ενός κτιρίου, μιας αίθουσας. Οι ιδέες, οι προτάσεις, οι προβληματισμοί, κυκλοφορούν, είναι απαραίτητο να κυκλοφορούν, να γίνονται κτήμα των ανθρώπων, να τις συζητούν, να συμφωνούν, να διαφωνούν, εντέλει να συνθέτουν. Αλλά κάποιοι δεν αντέχουν το διάλογο, δεν κουβεντιάζουν. Επιλέγουν τον αφορισμό, ως νεοορθόδοξοι δογματικοί πατέρες, ως θρησκευτική σέχτα. "Πάρε κεφάλια τώρα, χθες".... Δεν ανησυχώ μήπως μου πάρουν το κεφάλι, ούτε αν θα δούμε κομμένα τα κεφάλια αγαπημένων συντρόφων και συντροφισσών με δεκαετίες στην αριστερά και το κίνημα. Ανησυχώ και μάλιστα πολύ για αυτή τη νοοτροπία, που εισχώρησε από το παράθυρο και μεταφέρει ότι πιο αντιδημοκρατικό, ότι πιο ξένο προς τις αρχές της σύγχρονης ριζοσπαστικής αριστεράς, αλλά και της ίδιας της δημοκρατίας.. Ανησυχώ, αλλά είμαι αισιόδοξος. Η αριστερά, αυτή η αριστερά με όλο τον πλούτο των απόψεών της δεν είναι διατεθειμένη να υποκύψει στον κανιβαλισμό, στην ισοπέδωση, στην μουντή και αδιέξοδη μονοφωνία. Ο κόσμος της αριστεράς και του ΣΥΡΙΖΑ κουβεντιάζει. Στα όργανα, στις οργανώσεις μελών, στο δημόσιο χώρο. Έτσι γίνονταν πάντα, εκτός από τις θλιβερές περιόδους του σταλινισμού, που η ιστορία και η συνείδησή μας, τις έχουν καταδικάσει. ΥΓ: Παράδοξο, αλλά έτσι συμβαίνει. Όσοι ρίχνουν ανάθεμα, ορκίζονται με θρησκευτική προσήλωση στον πρόεδρο του κόμματος, ο οποίος όμως, απολύτως σωστά, εξέφρασε την ικανοποίησή του για την κατάθεση των κειμένων. Αλλά είπαμε ο φανατισμός τα υπερβαίνει όλα....