Macro

17
01

Ελληνοτουρκικά: διάλογος ουσίας ή για το θεαθήναι;

Στις παλιότερες συνομιλίες είχαν συμφωνηθεί κατευθύνσεις, που μπορούν να είναι η βάση μιας οριστικής συμφωνίας. Αυτές ήταν: Επίλυση του ζητήματος της υφαλοκρηπίδας με διαπραγμάτευση ή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης Η τουρκική υφαλοκρηπίδα να μην εγκλωβίζει τα ελληνικά νησιά του Αν. Αιγαίου Η ελληνική υφαλοκρηπίδα να μην κλείνει τις εξόδους της Τουρκίας στην ανοιχτή θάλασσα του Αιγαίου Η Ελλάδα να μην επεκτείνει μονομερώς την αιγιαλίτιδα ζώνη (χωρικά ύδατα) της Η Ελλάδα να προσαρμόσει τον εναέριο χώρο της στην αιγιαλίτιδα ζώνη (χωρικά ύδατα) της Να μην εγερθεί ζήτημα ΑΟΖ από τις δύο πλευρές (την εποχή εκείνη δεν είχε προκύψει) Η επίλυση των διαφορών να λαμβάνει υπόψη ανάγκες και φόβους, και των δύο χωρών. Πρέπει να σπεύσουμε να ορίσουμε ημερομηνία έναρξης διερευνητικών συνομιλιών με την Τουρκία. Το είχε πει επισήμως η Ελλάδα: θα υπάρξει διάλογος, αν αποσυρθεί το «Ορούτς Ρέϊς». Το να ονομάζουμε την απόσυρση «προσχηματική», προκαλεί καχυποψία στο διεθνή περίγυρο για την πραγματική βούληση μας για διάλογο.  Ακούμε ότι περιμένουμε τη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ τον Μάρτιο για …κυρώσεις στην Τουρκία! Μόνο οι συνομιλίες θα μας απαλλάξουν από την ένταση στην περιοχή μας. Όχι οι κυρώσεις. Όχι οι υπέρογκοι εξοπλισμοί. Ούτε οι «άξονες» που δημιουργούν «αντι-άξονες». Αν νομίζουμε ότι με συμμαχίες -είτε με τον Μακρόν που ανταγωνίζεται την Τουρκία για σφαίρες επιρροής στη Μεσόγειο, είτε με Ισραήλ, Αίγυπτο κλπ- θα έχουμε αποτελέσματα στα ελληνοτουρκικά, είμαστε γελασμένοι. Οι μόνοι τρόποι που υπάρχουν για τη διευθέτηση τους, είναι ο διάλογος, η διαπραγμάτευση και το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Χωρίς το μύθο της «μίας και μοναδικής διαφοράς» με την Τουρκία. Με έμπρακτη βούληση για συνολική συμφωνία και εξεύρεση κοινά αποδεκτών λύσεων.
17
01

Leo Panitch-Sam Gindin: Τάξη, κόμμα και η πρόκληση του μετασχηματισμού του κράτους

Την περίοδο του νεοφιλελευθερισμού οι κρατικοί μηχανισμοί είναι στενά συνδεδεμένοι με διεθνείς οργανισμούς, συνθήκες και ρυθμίσεις που έχουν στόχο τη διαχείριση και την αναπαραγωγή του παγκόσμιου καπιταλισμού. Αυτό δεν έχει απολύτως καμία σχέση με την άποψη ότι το κεφάλαιο [μπορεί να] παρακάμπτει το εθνικό κράτος και ότι εν τέλει εξαρτάται από κάποιο διεθνικό κράτος. Τόσο η φύση της παρούσας κρίσης όσο και οι αντιδράσεις απέναντι σ’ αυτήν έχουν αποδείξει, για άλλη μια φορά, πόσο μεγάλη σημασία εξακολουθούν να έχουν τα κράτη. Ακόμα και στον πιο εκλεπτυσμένο διεθνικό θεσμικό σχηματισμό, την Ευρωπαϊκή Ένωση, το κέντρο της πολιτικής βαρύτητας δεν βρίσκεται στον υπερεθνικό κρατικό μηχανισμό που εδρεύει στις Βρυξέλλες. Αυτές που πραγματικά καθορίζουν τι είναι και τι κάνει η ΕΕ είναι, αντίθετα, οι ασυμμετρικές οικονομικές και πολιτικές σχέσεις εξουσίας [που υπάρχουν] μεταξύ των χωρών της Ευρώπης. Κάθε σχέδιο για εκδημοκρατισμό σε διεθνή κλίμακα, όπως αυτά που προτείνει η Αριστερά για την Ευρωπαϊκή Ένωση μετά την εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ, εξακολουθεί να εξαρτάται από την ισορροπία των ταξικών δυνάμεων και τις επιμέρους δομές μέσα σε κάθε έθνος κράτος. Συνεπώς, οι αλλαγές στους διεθνείς θεσμούς εξαρτώνται από τους μετασχηματισμούς στο επίπεδο των εθνικών κρατών. Και οι αλλαγές στους διεθνείς κρατικούς μηχανισμούς που πρέπει να επιδιώκουν οι σοσιαλιστές είναι αυτές που θα αυξάνουν τις δυνατότητες ελιγμών μέσα σε κάθε επιμέρους κράτος. Αυτό που πρέπει να εννοούμε σήμερα όταν μιλάμε για σοσιαλιστικό διεθνισμό είναι ένας προσανατολισμός που θα έχει στόχο την αλλαγή της ισορροπίας δυνάμεων στις άλλες χώρες και στους διεθνείς οργανισμούς, έτσι ώστε να δημιουργηθεί περισσότερος χώρος για τις δυνάμεις του μετασχηματισμού σε κάθε χώρα.
16
01

Χριστόφορος Παπαδόπουλος: Προαπαιτούμενα

Στον Απολογισμό της πολιτικής μας διαδρομής και της κυβερνητικής μας θητείας, που συνομολογήσαμε στον ΣΥΡΙΖΑ, χρησιμοποιήσαμε 2 εκφράσεις κλειδιά, που κωδικοποιούν την ταυτότητα μας, τα οποία είναι και ερμηνευτικά εργαλεία για το κείμενο της Ομπρέλας. Το πρώτο: «εντός και εναντίον», το οποίο το ερμηνεύσαμε με ποιο τρόπο λειτουργείς στρατηγικά σε ένα καπιταλιστικό περιβάλλον, χωρίς να παραιτείσαι, να συμφιλιώνεσαι με τις ανισότητες και την αδικία, χωρίς να γίνεσαι όμοιος με τον αντίπαλο σου. Χωρίς να συμφιλιώνεσαι δηλαδή με τον καπιταλισμό, ο δικός μας ορίζοντας είναι ο σοσιαλισμός και οι πολλαπλοί δρόμοι πραγμάτωσης του κοινωνικού μετασχηματισμού. Το δεύτερο ερμηνευτικό κλειδί: «διευρύνοντας τα όρια του εφικτού», με την έννοια ότι παράγουμε πολιτική σε ένα δυσμενές περιβάλλον, σε ένα πλαίσιο εκβιασμών, καταναγκασμών και νεοφιλελεύθερης επιβολής. Η στάση μας όλα αυτά τα χρόνια της κυβερνητικής μας διαδρομής ήταν να δημιουργούμε ρήγματα στο πλαίσιο των καταναγκασμών. Σε εποχές σκληρών Μνημονίων να δημιουργούμε ένα παράλληλο Πρόγραμμα, στοιχεία του οποίου ήταν η αναδιανομή και η μείωση των ανισοτήτων, η αξιοπρέπεια της εργασίας και η προστασία των διεκδικήσεων των εργαζομένων, η επαναθεμελίωση του κοινωνικού κράτους και η καθολικότητα των δικαιωμάτων, με εμβληματική μεταρρύθμιση το δικαίωμα στην Υγεία των ανασφάλιστων, των μεταναστών συμπεριλαμβανομένων. Έχω την πεποίθηση ότι για τους παραπάνω λόγους μας εμπιστεύτηκε, σε εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες, το 31,5% της ελληνικής κοινωνίας, με τους νέους πρώτους απ’ όλους. Αυτή είναι η αφετηρία μας και δεν πρέπει να τη διαψεύσουμε. Δεν είναι,όμως, στις νέες συνθήκες επαρκές, αν θέλετε δεν ήταν αρκετό ούτε το τελευταίο διάστημα της κυβερνητικής μας θητείας, με την έννοια ότι υποτιμήσαμε τις προσδοκίες των μεσαίων στρωμάτων για άμεση αποκατάσταση, προσδοκία που πυροδοτούσε συστηματικά η ΝΔ –και η οποία σε ένα χρόνο διαψεύστηκε με κρότο. Αγνοήσαμε τον διαβρωτικό ρόλο της αντι ΣΥΡΙΖΑ συμμαχίας, δεν διορθώσαμε εγκαίρως τα στραβά της διακυβέρνησης, την έπαρση και την αυτάρκεια. Δεν κατανοήσαμε επαρκώς το νεοσυντηρητικό κύμα που καβάλησε η ΝΔ, το οποίο οργανώνεται με βάση τον εθνικισμό, το ρατσισμό, την ομοφοβία, τις θεωρίες συνομωσίας, τα fakenews. Στην πραγματικότητα η συντηρητική ηγεμονία υποδαυλίζει το φόβο της απώλειας της ταυτότητας, της κοινωνικής και της φαντασιακής ταυτότητας. Η ακροδεξιά βιοπορίζεται παντού με αυτό το φόβο, είτε μιλάμε για την ακροδεξιά στην Ελλάδα, είτε μιλάμε για τον Τραμπ, τον Μπολσονάρου ή τον Όρμπαν.
16
01

Κωστής Παπαϊωάννου: Ας περιμένουν οι γυναίκες

Τι άγρια χαρά στα κοινωνικά δίκτυα κατά της Σοφίας Μπεκατόρου που βγήκε μπροστά, στο φως, και μίλησε για τον βιασμό της! Πόση μανία να αποδομηθεί αμέσως η αφήγηση, να μην στηριχτεί πάνω της ίχνος ταύτισης, να μην προλάβει κανείς να νιώσει αλληλεγγύη ή συμπάθεια ή θυμό. Η εξομολόγηση στη σέντρα, να βρεθούν κενά, ανακολουθίες. Να στηλιτευτεί η αφήγηση, να γίνει η ίδια η αποκάλυψη του βιασμού ως πράξη αυτοτελές έγκλημα, τεκμήριο ενοχής. Να σπάσει το αφηγηματικό περιεχόμενο από την αφήγηση, να μην τα συνδέει τίποτα, να είναι άλλο ο βιασμός κι άλλο η αποκάλυψή του. Κι αν το πρώτο κάποτε παραγράφεται, το δεύτερο δεν θα βρίσκει ποτέ θέση μέσα στον χρόνο. Γιατί δεν το έκανε τότε (που δεν μπορούσε) 22χρονη απέναντι στον μεγάλο παράγοντα; Κι αφού δεν το έκανε τότε, γιατί το κάνει τώρα που μπορεί; Πόση μανία να γίνει το θύμα θύτης. Ύποπτη και τότε, ύποπτη και σήμερα. Ας πρόσεχε, χαζές είναι όσες δε μιλάνε; Κι αφού μίλησε, ας γίνει παράδειγμα προς αποφυγή για τις άλλες. Πολλά σχόλια τα αντρικά, τα «δεν θα τολμάμε ούτε να μιλήσουμε σε μια κοπέλα». Πόσο θλιβερή κι ανάξια, κυρίως όμως προβλέψιμη η κλασική αντίδραση στο Me too. Κι από δίπλα, «τώρα το θυμήθηκε;» και «γιατί μπήκε στο δωμάτιο;» σε σχόλια γυναικών. Τι αυτοχειριαστική επιμονή να επιβεβαιωθούν τα κλασικά μοτίβα , η αντρική κυριαρχία, η υποτίμηση των γυναικών. Το μήνυμα είναι ένα: καλύτερη η σιωπή, η αυτοενοχοποίηση, η καταστολή των συναισθημάτων. Τι μένει; Ένα μόνο: πιο πολύ από την επισήμανση της έμφυλης βίας και της τοξικής αρρενωπότητας, πιο πολύ από τη διαπόμπευση του ισχυρού άντρα που «παίρνει» με το ζόρι τη γυναίκα, αυτό που προκαλεί φόβο και ταραχή είναι η απελευθέρωση του λόγου των γυναικών. Μπροστά στον φόβο αυτόν, ποτάμια χολής θα χυθούν ακόμα. Υγ. Όσοι έχετε κορίτσια μη χάνετε στιγμή. Κι όσοι έχετε αγόρια το ίδιο.
15
01

Έμφυλη ισότητα και οικονομική ανάπτυξη

Έχουν γίνει πολλά βήματα και στο θεσμικό κομμάτι με τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων σε εθνικό, αλλά και υπερεθνικό επίπεδο. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, η οποία αποτελεί την πιο προωθημένη διεθνή σύμβαση ενάντια στην έμφυλη βία και δεσμεύει τα κράτη που την έχουν υπογράψει να λάβουν συγκεκριμένα μέτρα πρόληψης και καταπολέμησης των φαινομένων βίας και η πλατφόρμα του Πεκίνου, η οποία θέτει στόχους σε όλους τους τομείς που παρατηρείται ανισότητα (πχ εκπαίδευση και κατάρτιση, οικονομία). Ωστόσο, πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι οι κατακτήσεις αυτές, όπως και όλες οι δημοκρατικές κατακτήσεις του κόσμου, δεν έχουν λύσει οριστικά το πρόβλημα. Παρά τα σημαντικά επιτεύγματα, μένει πολύς δρόμος ακόμη προς την ουσιαστική ισότητα. Μπορεί, για παράδειγμα, να έχει αυξηθεί ο αριθμός των γυναικών που εργάζονται, ωστόσο παρατηρούνται ακόμη ποικίλα προβλήματα. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα πάλι με στοιχεία της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας, οι γυναίκες αποτελούν την πλειοψηφία των ανέργων, υπολείπονται στις αμοιβές, συγκεντρώνονται σε επαγγέλματα που στερεοτυπικά χαρακτηρίζονται ως «γυναικεία», αποκλείονται σε μεγάλο βαθμό από τις υψηλόβαθμες θέσεις και ένα μεγάλο ποσοστό έχει δεχθεί σεξουαλική παρενόχληση στο χώρο εργασίας. Πρέπει επίσης να έχουμε στο μυαλό μας πως τα επιτεύγματα αυτά δεν είναι δεδομένα. Για να στηρίξουμε αυτή τη θέση, αρκεί να ρίξουμε μία ματιά στη συντηρητική αναδίπλωση που υπάρχει σε πολλές χώρες, μεταξύ των οποίων δυστυχώς και η Ελλάδα, στα ζητήματα αυτά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η εκτόξευση της έμφυλης βίας στην περίοδο του κορονοϊού. Πρέπει λοιπόν ο στόχος της ισότητας των φύλων να τεθεί στο επίκεντρο της νέας αναπτυξιακής στρατηγικής μίας προοδευτικής κυβέρνησης. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός πως οι χώρες με τον υψηλότερο δείκτη ισότητας είναι αυτές που έχουν τις πιο προωθημένες πολιτικές συμπερίληψης των γυναικών στην κοινωνία και την εργασία και τους πιο διευρυμένους τύπους κοινωνικού κράτους (Σουηδία, Δανία). Οι χώρες αυτές τείνουν επίσης να συνδυάζουν την οικονομική ανάπτυξη με την ανθρώπινη ανάπτυξη. Αφήνοντας τις γυναίκες στο περιθώριο, μένει εκτός ένα μεγάλο μέρος του παραγωγικού δυναμικού μίας χώρας και αυτό οδηγεί με τη σειρά του στην όξυνση μίας σειράς προβλημάτων όπως η φτώχεια, η υπανάπτυξη και η διάρρηξη του κοινωνικού ιστού, κρίνοντας από τα στατιστικά στοιχεία που παρουσιάζουν οι χώρες που βρίσκονται στις τελευταίες θέσεις της κατάταξης στο δείκτη ισότητας (μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα). Απαιτείται η λήψη πρωτοβουλιών προώθησης της ισότητας σε όλο το φάσμα της κοινωνικής ζωής.
15
01

ΑΝΑΓΚΗ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΕΜΒΟΛΙΟ

Ο Covid-19 προκάλεσε πολλές καταστροφές, πυροδότησε πολλές ανακατατάξεις και έφερε στην επιφάνεια μια νέα  ¨κανονικότητα¨. Η κανονικότητα αυτή απαιτεί ένα <<πολιτικό εμβόλιο>>. Η Αριστερά και οι ευρύτερες δυνάμεις της πρέπει να εκμεταλλευτούν την ευκαιρία αυτή. Να μιλήσουν για μια νέα εποχή, μια νέα δεκαετία αλλαγής αφήνοντας πίσω τα λάθη του παρελθόντος .Να μιλήσουν για το δικό τους πολιτικό προοδευτισμό. Ίσως να είναι η μόνη ευκαιρία για να επικρατήσουν ιδεολογικά και να αποτρέψουν την επάνοδο της ακροδεξιάς και του νεοφιλελευθερισμού, που σπέρνει τον πολιτικό όλεθρο!
15
01

Περί τάσεων κι αντιστάσεων

Με την κατάθεση των κειμένων προφανώς ξεκίνησε και η μεγάλη κουβέντα για τις τάσεις και τι ρόλο θα έπρεπε να έχουν οι τάσεις στο ΣΥΡΙΖΑ. Ορισμένοι βέβαια ξεχνούν πως ο χώρος της Αριστεράς ανέκαθεν είχε τάσεις και ιδεολογικά ρεύματα. Το καταστατικό του ΣΥΡΙΖΑ μάλιστα αφιερώνει κι ολόκληρο άρθρο, το άρθρο 21, το οποίο καθιερώνει της τάσεις ως λειτουργικό κομμάτι του κόμματος «Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι κόμμα πολιτικά και οργανωτικά ενιαίο. Δεν αποτελεί άθροισμα ιδιαίτερων πολιτικών ομάδων. Στο πλαίσιό του αναγνωρίζεται η δυνατότητα ύπαρξης και λειτουργίας τάσεων και ρευμάτων ιδεών. Τα μέλη του κόμματος έχουν τη δυνατότητα να συνδιαμορφώνουν και να προβάλλουν συλλογικά τις απόψεις και προτάσεις τους μέσα στο κόμμα αλλά και δημόσια.». Που έγκειται λοιπόν όλη η ενόχληση; Τα διαβάσανε άραγε όλοι αυτοί που βιάστηκαν να κατακρίνουν; Να σημειώσω εδώ πως τα κείμενα αυτά εγκρίθηκαν από το Πολιτικό Συμβούλιο του κόμματος αλλά κι από τον ίδιο το σ. Πρόεδρο. Όποιος αφιερώσει το χρόνο να διαβάσει αυτά τα κείμενα θα καταλάβει πως είναι ξεκάθαρα κείμενα συμβολής στα πλαίσια του προσυνεδριακού διαλόγου. Κείμενα τα οποία έρχονται σε μία περίοδο δύσκολη (18 μήνες μετά την εκλογική ήττα του κόμματος) αναγνωρίζοντας το πρόβλημα που έχει εδώ και καιρό ο ΣΥΡΙΖΑ, στην επικοινωνία με την κοινωνία και τα κινήματα αλλά και την αδυναμία που έχει παρατηρηθεί στην άσκηση αντιπολίτευσης η οποία φαίνεται σε μεγαλύτερο μέρος να βασίζεται στον καταγγελτικό λόγο. Το καθένα απ’αυτά προτείνει τη δική του πρόταση για το πώς πρέπει να αντιμετωπίσουμε αυτά τα προβλήματα και πώς μπορούμε να τα διαχειριστούμε. Το δεδομένο είναι πως έχει έρθει η ώρα όλοι μαζί να συζητήσουμε, να προτείνουμε και να συνδιαμορφώσουμε το αφήγημά μας που θα εμπνεύσει την κοινωνία και τον κινηματικό χώρο. Τα κείμενα της ΡΕΝΕ και της Ομπρέλας είναι η αρχή της συζήτησης! Αντί ορισμένοι να βιάζονται να φιμώσουν ή να απαξιώσουν αυτά τα κείμενα, ας σταματήσουν να παίζουν τους μπουρλοτιέρηδες κι ας μάθουν πως η αριστερά, ποσο μάλλον ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν, είναι και θα είναι χώρος Δημοκρατίας, συζήτησης και συνδιαμόρφωσης πολιτικών γραμμών.
14
01

Δ.Σ. Συλλόγου Μελών Διδακτικού και Ερευνητικού Προσωπικού Παντείου Πανεπιστημίου: Αλήθειες και μύθοι για τα δημόσια Πανεπιστήμια

Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια συστηματική προσπάθεια συγκρότησης μιας αρνητικής αναπαράστασης για τα δημόσια Πανεπιστήμια. Κατασκευάζονται και δημοσιεύονται από τα μέσα επικοινωνίας μύθοι για τα δημόσια Πανεπιστήμια. Ως σύλλογος Διδακτικού και Ερευνητικού Προσωπικού θα θέλαμε να ανασκευάσουμε μέρος αυτής της κατασκευασμένης μιντιακής πραγματικότητας. Μύθος 1: «Να γίνουν τα ελληνικά Πανεπιστήμια όπως όλα τα Πανεπιστήμια του κόσμου». Μύθος 2: «Τα δημόσια Πανεπιστήμια δεν είναι επαρκώς διεθνοποιημένα και δεν κάνουν έρευνα υψηλού επιπέδου». Μύθος 3: «Πρέπει να ενισχυθούν τα ταξίδια για υπογραφή συμφωνιών με ξένα Πανεπιστήμια, να αναδειχθούν προγράμματα στην αγγλική και να κληθούν να διδάξουν στη χώρα ξένοι επιστήμονες που θα συντελέσουν στη διεθνοποίηση». Μύθος 4: «Τα Πανεπιστήμιά μας είναι χαμηλού επιπέδου καθώς σε αυτά εισέρχονται φοιτητές με Μ.Ο. 3». Μύθος 5: «Τα δημόσια Πανεπιστήμια είναι κέντρα ανομίας». Μύθος 6: «Σε όλα τα Πανεπιστήμια του κόσμου υπάρχουν είσοδοι φοιτητών με κάρτα που τα προστατεύει από την παραβατικότητα». Μύθος 7: «Να δημιουργηθεί πανεπιστημιακή αστυνομία για να πατάξει την παραβατικότητα, όπως σε όλα τα Πανεπιστήμια του κόσμου». Εν κατακλείδι: Τα ελληνικά δημόσια Πανεπιστήμια έχουν ανάγκες και η ελληνική πολιτεία και η κοινωνία οφείλουν να ανταποκριθούν σε αυτές. Δεν χρειάζονται ούτε επιτήρηση ούτε τιμωρία ούτε φυλακή. Χρειάζονται όραμα και μακρόπνοη στρατηγική ενίσχυσης της Ανώτατης Παιδείας. Το οφείλουμε στους νέους και τις νέες. Στο μέλλον του τόπου.
14
01

Αμερική: Μια χώρα χωρισμένη στα δύο με έναν «ακήρυχτο εμφύλιο» σε εξέλιξη

Την δεκαετία του 1980 Ο Τζακ Άμποττ  ενας Αμερικανός κατάδικος έγραψε την εμπειρία του από τις  φυλακές και εξέδωσε με την βοήθεια του Νόρμαν Μέιλερ το βιβλίο με τίτλο  ‘’Στην κοιλιά του κτήνους (In the Belly of the Beast)’’. Αν θα θέλαμε κάτι να τονίσουμε σήμερα είναι ότι το να μιλάς για Σοσιαλισμό στην Αμερική, είναι σαν να μιλάς για Σοσιαλισμό ‘’στην κοιλιά  του κτήνους’’. Και όμως τελευταία αυτό συμβαίνει. Αυτό που έχει θορυβήσει την αστική τάξη της Αμερικής είναι το γεγονός ότι εκατοντάδες χιλιάδες βγήκαν στους δρόμους και διαδήλωσαν με αφορμή την δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ. Για πολλές εβδομάδες εκατοντάδες χιλιάδες Αμερικανοί διαδήλωναν και πολλές φορές συγκρουόντουσαν με την αστυνομία. Οι κινητοποιήσεις αυτές ‘’αγκάλιασαν’’ την νεολαία, τους εργαζόμενους, τους διανοουμένους και μεγάλη μερίδα των καλλιτεχνών. Ακόμα και τους ακριβοπληρωμένους παίκτες του Μπάσκετ δεν άφησε ασυγκίνητους. Το ποιο σημαντικό είναι το ότι αυτές οι κινητοποιήσεις βρήκαν πολιτική έκφραση στην αριστερή ριζοσπαστική πτέρυγα του δημοκρατικού κόμματος με κύριο εκπρόσωπο τον Μπέρνι Σάντερς. (...) Αυτό που ξεκίνησε δεν πρόκειται να σταματήσει. Στην Αμερική έγινε αυτό που απευχόταν η αστική τάξη. Σαν αποτέλεσμα της κρίσης, της φτώχειας και της καπιταλιστικής απληστίας και βαρβαρότητας, η αμερικανική κοινωνία βρίσκεται σε μια βαθειά ταξική και κοινωνική πόλωση. Η κρίση και τα προβλήματα δεν πρόκειται να σταματήσουν και  ο καπιταλισμός θα οδηγεί στην εξαθλίωση εκατομμύρια νέους εργαζόμενους. Αυτό σαν γεγονός θα τροφοδοτεί την ένταση και τις συγκρούσεις. Η κρίση θα αυξήσει και  τις εργατικές κινητοποιήσεις. Ο νέος πρόεδρος Μπάιντεν δεν πρόκειται να αντιμετωπίσει με ‘’λουλούδια’’ τις κινητοποιήσεις και τις εξεγέρσεις που έρχονται. Θα στηριχτεί και αυτός στην καταστολή και αργότερα και στους ίδιους παραστρατιωτικούς που στηριζόταν ο Τραμπ. Οι εργαζόμενοι πρέπει να συνδέσουν και να ενώσουν τους αγώνες τους με τα κινήματα  μέσα από  κοινές διεκδικήσεις. Πάνω από όλα πρέπει να προετοιμάσουν το δικό τους κόμμα που ήδη έχει σαν πρόπλασμα το κίνημα που συσπειρώθηκε γύρω από τον Μπέρνι Σάντερς και τα κινήματα των δρόμων. Οι ιδέες του Σοσιαλισμού δίνουν  όραμα σε εκατομμύρια Αμερικανούς εργάτες και νεολαίους  και ανοίγουν το δρόμο για να πάρουν τα όνειρα (του Τζο Χιλ, των Σάκο και Βαντσέτι, του Αύγουστου Σπάις και των νεκρών του Σικάγο, των ‘’εργατών του κόσμου‘’ και των ‘’Wobblies’’) εκδίκηση.
14
01

Ο Μαξ Βέμπερ, θύμα αστυνομικής βίας

Στον τόμο «Οικονομία και Κοινωνία», αυτή τη μεγάλη συλλογή κειμένων που εκδόθηκε μετά τον θάνατό του από τη σύζυγό του, Μαριάνε Βέμπερ, το 1921, ο κοινωνιολόγος [Μαξ Βέμπερ] προτείνει τον περίφημο ορισμό του για το κράτος: Μπορούμε να ορίσουμε ως «κράτος» έναν πολιτικό θεσμό, γράφει, όταν «αυτός διεκδικεί επιτυχώς […] το μονοπώλιο του νόμιμου φυσικού καταναγκασμού (Zwang)». Προσθέτει επίσης ότι το κράτος χρησιμοποιεί πολλά άλλα μέσα για να εξασφαλίσει την υπακοή, αλλά «η απειλή και ενδεχομένως η εφαρμογή της βίας» είναι παντού, «σε περίπτωση αποτυχίας των άλλων μέσων, το έσχατο μέσο (ultima ratio)». Στη διάλεξή του για την «Πολιτική ως Επάγγελμα» (1919), ο Βέμπερ προτείνει έναν ελαφρώς διαφορετικό ορισμό: «Το κράτος είναι αυτή η ανθρώπινη κοινότητα η οποία, εντός καθορισμένης περιοχής [...] διεκδικεί για τον εαυτό της και καταφέρνει να επιβάλει το μονοπώλιο της νόμιμης φυσικής βίας». Αλλά η θεμελιακή ιδέα, προφανώς, είναι η ίδια. Αυτός ο ορισμός του κράτους από τον Βέμπερ έχει θεωρηθεί -και δικαίως- κατάλληλος, από διάφορα ρεύματα των κοινωνικών επιστημών. Δεν απέχει και πολύ από τις μαρξιστικές θέσεις… Επιπλέον, ο ίδιος ο Βέμπερ, στην «Πολιτική ως Επάγγελμα», παραθέτει για να υποστηρίξει το επιχείρημά του -όχι δίχως μια στάλα ειρωνείας- τίποτα λιγότερο από Λέον Τρότσκι: «“Κάθε κράτος βασίζεται στη βία”, δήλωνε ο Τρότσκι απ’ την πλευρά του στο Μπρεστ Λιτόφσκ». Πρέπει ωστόσο να τονιστεί πως αυτός ο ορισμός είναι απολύτως «Wert-frei», απαλλαγμένος από αξιολογική κρίση. Η εν λόγω «νομιμότητα» εδώ δεν έχει καμία σημασία καθ’ εαυτή. Δεν είναι μια ηθική αρχή, μια καντιανή κατηγορική προσταγή, τίποτα περισσότερο από έναν καθολικό κανόνα δικαίου. Οπως μας υπενθυμίζει η επιφανής ειδικός για τον Βέμπερ, Κατρίν Κολιό-Τελέν, σ’ ένα άρθρο που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Le Monde στις 19 Φεβρουαρίου 2020, «ο όρος “νόμιμος”, σε αυτόν τον ορισμό, δεν έχει κανονιστική έννοια: δεν είναι το ισοδύναμο του “δίκαιου” ή “ορθολογικά θεμελιωμένου”. Η μονοπώληση από το κράτος της νόμιμης βίας […] είναι ένα δεδομένο γεγονός: ένα συγκεκριμένο είδος εξουσίας, σε μια ορισμένη περιοχή, κατάφερε να επιβάλει την ηγεμονία του σε άλλους τύπους εξουσίας που το ανταγωνίζονταν κατά τους προηγούμενους αιώνες». Πράγματι, η έννοια της «νομιμότητας» σημαίνει για τον Βέμπερ μόνο την πίστη στη νομιμότητα της εξουσίας, την αποδοχή της ως νόμιμης από τα υποκείμενα της κυριαρχίας. Οπως γνωρίζουμε, ο Βέμπερ διακρίνει τρεις τύπους νομιμοποίησης της κυριαρχίας (και συνεπώς του μονοπωλίου του κράτους στη βία): ● Ορθολογική (ή νομική ή ορθολογική-γραφειοκρατική): η πίστη στη νομιμότητα των υφιστάμενων ρυθμίσεων ● Παραδοσιακή: η πίστη στην ιερότητα των παραδόσεων και των αρχών που τις επικαλούνται ● Χαρισματική: η πίστη στον ιερό, ηρωικό ή εξαιρετικό χαρακτήρα ενός ατόμου. Η νομιμότητα για την οποία μιλά ο Βέμπερ δεν έχει κατ’ ανάγκη μια σχέση με το κράτος δικαίου. Δεν είναι παρά μόνο μια πεποίθηση, η αποδοχή ενός λόγου νομιμοποίησης, μέσα σε όλες τις δυνατές μορφές κράτους, συμπεριλαμβανόμενης της απολυταρχίας, της παραδοσιακής νομιμότητας ή μιας προσωπικής δικτατορίας της χαρισματικής νομιμότητας. Για να δώσουμε ένα ακραίο παράδειγμα, το οποίο δεν έχει καμιά σχέση με κράτος δικαίου: το Τρίτο Ράιχ είναι, χωρίς καμιά αμφιβολία, ένα κράτος υπό την έννοια του βεμπεριανού ορισμού: κατά τη διάρκειά του, «διεκδίκησε επιτυχώς το νόμιμο μονοπώλιο του φυσικού καταναγκασμού». Μετά την ήττα του ναζισμού, στρατιωτικοί και διοικητικά στελέχη του (διοικητές στρατοπέδων συγκέντρωσης κ.λπ.) προσπάθησαν να «νομιμοποιήσουν» τα εγκλήματά τους με δυο ισχυρισμούς: ● Την υπακοή στις ανώτερες αρχές (ορθολογική-γραφειοκρατική νομιμότητα) ● Τον όρκο της πίστης στον Φίρερ (χαρισματική νομιμότητα). Αυτοί οι ισχυρισμοί απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο της Νυρεμβέργης και οι ένοχοι τιμωρήθηκαν με φυλάκιση ή απαγχονισμό.