Macro

07
04

Δεν υπάρχει σχέδιο μετάβασης!

Η καθαρά νεοφιλελεύθερη Έκθεση Πισσαρίδη εμπνέει το σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας της Νέας Δημοκρατίας, και όπως όλες οι εκδοχές νεοφιλελευθερισμού που υιοθετήθηκαν από τη δεκαετία του ’90 και μετά, δεν αποτελεί παρά το περίβλημα με το οποίο διατηρείται το χαρακτηριστικό ελληνικό πελατειακό σύστημα, που κατορθώνει για δεκαετίες να οδηγεί την οικονομία σε μια σταθερή πορεία παρακμής, και σήμερα πλέον συμμετέχει σε μια προσπάθεια ολοκληρωμένης επιστροφής στις μεθόδους της δεκαετίας του ’50. Είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι η προσκόλληση στις μεθόδους του μεταπολεμικού αστικού καθεστώτος για τη διαχείριση της οικονομίας, έχει εγκλωβίσει ακόμα και τις αντιπολιτευόμενες πολιτικές και επιστημονικές ελίτ σε ένα προφανές στρατηγικό αδιέξοδο, αφήνοντας την αναζήτηση εναλλακτικής στρατηγικής σε περιθωριακές και σπάνιες μεμονωμένες επεξεργασίες.
07
04

Κωνσταντίνος Πουλής: Λογοκρισία και κυβέρνηση – Λέξεις ασύνδετες;

Τις τελευταίες μέρες είχαμε τους περιορισμούς που έχουν επιβληθεί στην Ευγενία Λουπάκη και την Έλενα Ακρίτα, όπου δεν υπάρχει πια ούτε το πρόσχημα της σύγχυσης γύρω από την υποτιθέμενη υπεράσπιση της τρομοκρατίας. Εδώ ο συντονισμός με την κυβερνητική επικοινωνιακή γραμμή είναι τόσο κραυγαλέος που γίνεται ανατριχιαστικός. Δεν θέλω καθόλου να δραματοποιήσω υπερβολικά την κατάσταση, συγκρίνοντας με καθεστώτα όπου η λογοκρισία επιβάλλεται ευθέως από το κράτος και με τίμημα την ελευθερία ή τη ζωή. Από την άλλη, ακόμη και η πιο μετριοπαθής διατύπωση θα πρέπει να λάβει υπόψη το εξής: τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αυτή τη στιγμή είναι το μόνο κανάλι από το οποίο μπορούν να διαχυθούν στην ευρύτερη κοινωνία οι πληροφορίες που παράγονται από τη μη συστημική δημοσιογραφία. Θα πρέπει να περιμένουμε ότι αργά ή γρήγορα η κυβέρνηση θα επανέλθει με νέους τρόπους περιορισμού αυτής της ελευθερίας. Εμείς χρειαζόμαστε έναν συνδυασμό παλαιών και νέων μέσων προκειμένου να διεκδικήσουμε λυσσαλέα το δικαίωμά μας να ακουγόμαστε.
06
04

Αστυ(α)νομία

Τα τελευταία χρόνια ειδικές και εξειδικευμένες δυνάμεις αστυνόμευσης εμφανίζονται σε συνθήκες κοινωνικής ανισότητας, ιεραρχίας και συγκέντρωσης εξουσίας στο κράτος. Οι δυνάμεις αυτές αναλαμβάνουν ρόλους (όχι αμερόληπτης προστασίας αλλά) ελέγχου της ταξικά διαιρεμένης, ανταγωνιστικής κοινωνίας. Στο πλαίσιο αυτό έχει σημασία είναι να γνωρίζουμε υπέρ τίνος και σε βάρος τίνος αποβαίνει το αστυνομικό έργο, ποιους ευνοεί και ποιους βλάπτει, κατ’ επέκταση δε, ποιοι είναι εκείνοι οι οποίοι αποτελούν μέλη μιας κοινωνίας και ποιοι αποκλείονται από αυτήν[7] σε ένα παγκόσμιο οικονομικό σύστημα ικανό να εμπορεύεται την ασφάλεια σε εκείνους που το ίδιο «καθιστά» ανασφαλείς.[8] Είναι επίσης σημαντικό να διακρίνουμε,[9] μεταξύ αφενός μιας διαχειριστικής και τεχνοκρατικής προσέγγισης της αστυνομίας που στρέφεται στη μελέτη των οργανωσιακών και επιχειρησιακών αναγκών της και της αποτελεσματικότητάς της αφετέρου μιας κοινωνιολογίας της αστυνομίας που ασχολείται με τον ρόλο της αστυνομίας και την επαφή της με την κοινωνία και τους πολίτες. Η δεύτερη προσέγγιση εκφράζει την αμφισβήτηση της αστυνομίας σε συνθήκες κοινωνικής σύγκρουσης και τον προβληματισμό για τις «σκοτεινές πλευρές» της δράσης της (υπερβάλλων ζήλος, παράνομη βία, αυθαιρεσία, διαφθορά, επιλεκτικότητα, διακριτική μεταχείριση) κατά τρόπο που αποτελεί αφετηρία της συζήτησης για την αστυνόμευση με αντίδοτα τη νομιμότητα, τη διαφάνεια και τη λογοδοσία. Κεντρική θέση στη συζήτηση αυτή που αποτελεί μέρος μιας πλούσιας θεματικής (επιστημονική έρευνα για την αστυνομία, εννοιολογικά ζητήματα για την αστυνομία και την αστυνόμευση, αστυνομικές πρακτικές, καινοτομίες στο αστυνομικό έργο, νέες μορφές αστυνόμευσης, διεθνής αστυνομική συνεργασία κ.λπ.), καταλαμβάνουν η διακριτική ευχέρεια της αστυνομίας, η σημασία, οι εκδηλώσεις και ο έλεγχός της. Η επιτιθέμενη αστυνομία που βλέπουμε σε πολλά στιγμιότυπα της καθημερινής ζωής, η προβολή και, ιδίως, η επίσημη διάψευση ή άρνηση πλήθους καταγγελιών ενώ πολλές από αυτές ανακοινώνεται ότι τελούν υπό διερεύνηση, καθιστούν αναγκαίες τη συνεχή ανάδειξη της αστυνομίας ως μέρος της «ανομίας» που η ίδια διαχειρίζεται κατασταλτικά και την οριοθέτηση της βίας που ασκεί μονοπωλιακά.
06
04

Κύρκος Δοξιάδης: Ενα προσωπικό πρόβλημα

Η σημερινή κυβέρνηση δεν είναι σκέτα μία ακόμη κυβέρνηση που στηρίζει το καπιταλιστικό σύστημα. Είναι ένας πρωτοφανής συνδυασμός νεοφιλελεύθερου αυταρχισμού, ακροδεξιών κατασταλτικών πρακτικών, δομικής διαφθοράς και κραυγαλέας ανικανότητας στην αντιμετώπιση της υγειονομικής κρίσης. Με πιθανή εξαίρεση το τελευταίο (που όμως σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στα άλλα τρία), κοινός παρονομαστής όλων αυτών των χαρακτηριστικών της σύγχρονης κυβερνώσας (Ακρο)Δεξιάς είναι η συνειδητή, συστηματική και στρατηγικά σχεδιασμένη απόπειρα οριστικής αφάνισης της Αριστεράς. Σε αυτές τις συνθήκες μια μεγάλη διάσπαση του μεγάλου κόμματος της Αριστεράς θα προσέφερε στη Δεξιά τη μισή (τουλάχιστον) δουλειά περαιωμένη. Τα κομμάτια που θα απέμεναν από μια τέτοια διάσπαση η Δεξιά δεν θα είχε παρά να τα αποτελειώσει. Γιατί αποκαλώ «προσωπικό» τούτο το πρόβλημα; Διότι το δίλημμα εμφανίζεται τόσο δυσεπίλυτο που προσλαμβάνει τον χαρακτήρα μιας αδύνατης προσωπικής απόφασης. Και διότι τα πράγματα στο εσωκομματικό τοπίο μοιάζουν τόσο μη αναστρέψιμα που πολλοί/ές αντιμετωπίζουν το ζήτημα με όρους όντως προσωπικού διλήμματος να παραμείνουν ή όχι στο κόμμα. Δεν (θέλω να) πιστεύω πως η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ συνειδητά εκμεταλλεύεται αυτή την αδυναμία απόφασης για διάσπαση προκειμένου να κάνει ό,τι της καπνίσει. Από την άλλη πλευρά, η πολιτική απραγία που αναπόφευκτα συνοδεύει μια τέτοιου είδους αναποφασιστικότητα δύσκολα θα οδηγήσει σε κάτι θετικό. Η ενεργητική συμμετοχή στις προσυνεδριακές διαδικασίες ίσως είναι μια λύση, που μπορεί και να διαψεύσει τον φόβο πολλών ότι το συνέδριο θα αποτελέσει απλώς το επισφράγισμα της αυτοκατάργησης της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Επιπλέον η εντεινόμενη δυσαρέσκεια του κόσμου με την κυβερνητική πολιτική ίσως «σπρώξει» τον ΣΥΡΙΖΑ να ξαναγίνει αυτό που κάποτε υπήρξε: μεγάλο κόμμα της αντίστασης και των κινημάτων.
06
04

Ευκλείδης Τσακαλώτος: Οι φαύλοι κύκλοι των ανισοτήτων και η απάντηση της Αριστεράς

Τα πολυδιάστατα προβλήματα έχουν πολυδιάστατες απαντήσεις. Η απάντηση της Αριστεράς δεν θα μπορούσε να είναι η επιστροφή στην προ του 2009 κατάσταση. Αντίθετα, θα πρέπει βασικός άξονας της πολιτικής να είναι η μείωση των ανισοτήτων, και κεντρικό ρόλο γι' αυτό πρέπει να έχει η εργασία. Η ελαστικοποίηση των σχέσεων εργασίας που καθιερώθηκε ως κυρίαρχο πολιτικό δόγμα στη Μ. Βρετανία της δεκαετίας του 1980 με τη συστηματική προσπάθεια για αποδυνάμωση των συνδικάτων και επικράτησε τις δύο μετέπειτα δεκαετίες πρέπει να αναστραφεί. Ήδη φαίνονται σημάδια της προσπάθειας των εργαζομένων για οργανωμένη και συντονισμένη δράση, τα οποία πρέπει να ενισχυθούν. Την προσπάθεια αυτή οφείλει να ενισχύσει και η Πολιτεία θεσπίζοντας το πλαίσιο για την προστασία της εργασίας, το ύψος των αμοιβών, τον χρόνο απασχόλησης και τις εργασιακές συνθήκες. Παράλληλα θα πρέπει να στηριχθεί και πάλι το κοινωνικό κράτος, με στόχο τόσο την ενίσχυση των αδύναμων αλλά και τη στήριξη των νέων εργαζομένων και των νέων οικογενειών, μέσω, για παράδειγμα, της ουσιαστικής ενίσχυσης της δημόσιας Υγείας, μιας συνολικής στεγαστικής πολιτικής και ενίσχυσης της προσχολικής αγωγής. Αλλά και η δημιουργία ενός πλαισίου στήριξης για τους νέους γονείς είναι κομβικής σημασίας για τη διευκόλυνση και ενθάρρυνσή τους για τη συμμετοχή στην αγορά εργασίας, αλλά και για την ανάληψη καινοτόμων και παραγωγικών πρωτοβουλιών. Εδώ μιλάμε για τον αναδιανεμητικό ρόλο του κράτους, που επιτυγχάνεται κυρίως μέσω της φορολογίας -η οποία προφανώς πρέπει να είναι εξαιρετικά προοδευτική και όσον αφορά το εισόδημα, όσο όμως και τον πλούτο- και της απόδοσης κοινωνικών αγαθών στο σύνολο του πληθυσμού, ώστε όλοι να έχουν πρόσβαση σε βασικά αγαθά όπως Υγεία, Παιδεία, στέγη, υποδομές. Έτσι, στηρίζοντας την εργασία και το εισόδημα των εργαζομένων, θα μπουν οι σωστές βάσεις για βιώσιμη ανάπτυξη και μείωση των ανισοτήτων. Θα ενισχυθεί η ζήτηση και θα δημιουργηθεί ένα περιβάλλον στο οποίο οι επιχειρήσεις θα έχουν κίνητρο να επενδύουν στην καινοτομία, αλλά και οι εργαζόμενοι θα έχουν αισιοδοξία και προοπτική για το μέλλον. Grosso modo σε όλα τα πεδία -το αντίθετο από αυτό που προωθεί η κυβέρνηση της Ν.Δ.
05
04

Παύλος Κλαυδιανός: Τράπεζα Πειραιώς – Πολιτική η απόφαση επαναϊδιωτικοποίησης και σε βάρος του Δημοσίου

Η συζήτηση στη Βουλή, που προκάλεσε ο ΣΥΡΙΖΑ –ΠΣ, για την επικείμενη ανακεφαλαιοποίηση – δηλαδή επαναϊδιωτικοποίηση– της Τράπεζας Πειραιώς δεν άφησε καμιά αμφιβολία ότι ως απόφαση είναι πολιτική και όχι οικονομική. Η πρώτη, και κρίσιμη, ήταν όταν αποφασίστηκε, λίγους μήνες πριν, η μη πληρωμή υποχρεώσεων της Τράπεζας προς το Δημόσιο κατόπιν “ρητής εντολής από το SSM (δηλαδή την ΕΚΤ) να μην πληρώσουμε. Να είμαστε ξεκάθαροι γι’ αυτό το πράγμα. Εντάξει;”, πρόσθεσε – για ευνόητους λόγους – και πολύ καθαρά ο πρόεδρος της Τράπεζας Γιώργος Χατζηνικολάου. Αυτό έδινε στο Δημόσιο το 61% των μετοχών της, πληρώνοντάς το, όμως, σε αφάνταστα υψηλές τιμές, για να επιβάλουν τώρα να τις πωλήσει σε απίστευτα χαμηλές τιμές. (...) Για να εξυγιανθεί η Τράπεζα δεν υπάρχει άλλη λύση υποστήριξε ο κ. Σταϊκούρας, κι αυτό είναι κάτι απαραίτητο αν θέλουμε να χρηματοδοτήσουμε την οικονομική δραστηριότητα. Και αμέσως προχώρησε στο γνωστό του σωσίβιο ότι γι’ αυτά που συμβαίνουν και στις τράπεζες φταίει ο ΣΥΡΙΖΑ. Ο Αλέκος Φλαμπουράρης του υπενθύμισε, εύλογα, ότι έναντι των αδιέξοδων καταστάσεων που κληρονομήθηκαν το 2015 “σας παραδώσαμε τη χώρα με 37 δισ. μαξιλάρι ασφαλείας, δηλαδή γεμάτα ταμεία και με ανάπτυξη που έτρεχε με 2,8%”. Όμως, γιατί θέλουμε να διασωθεί η Πειραιώς, να μείνει το Δημόσιο με – τουλάχιστον – ικανή καταστατική πλειοψηφία; Ασφαλώς για να παίξει θετικό ρόλο στην οικονομία. Υπάρχει ωστόσο και η κοινωνία. Είναι τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά που τα έχει δανειοδοτήσει. Πώς θα ρυθμισθούν; Αλλά και οι τραπεζοϋπάλληλοι. Η Πειραιώς, αυτή τη στιγμή, απολύει υπαλλήλους, κλείνει καταστήματα. Συνδέονται κι αυτά με το σχέδιο επαναϊδιωτικοποίησής της. Η συζήτηση γι’ αυτή πρέπει να τα περιλαμβάνει.
05
04

Χάρης Γολέμης: «Το πιστόλι στον κρόταφο», ένα παλιό παραμύθι

Ποιος ήταν, λοιπόν, αυτός ο σοβαρός λόγος που οδήγησε στην απόφαση υπερψήφισης ενός νομοσχεδίου που προκάλεσε όλες τις παραπάνω παράπλευρες απώλειες; Η κυρίαρχη άποψη που ευλογήθηκε, αν δεν προήλθε, από την Κουμουνδούρου ήταν ότι τη στάση του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ υπαγόρευσε ο φόβος της ηγεσίας του μήπως στην αντίθετη περίπτωση το κόμμα θα κατηγορούνταν ότι δεν θέλει τις επενδύσεις. Πόσο πειστική, όμως, μπορεί να είναι αυτή η εξήγηση όταν δέκα μέρες πριν οι βουλευτές του είχαν καταψηφίσει τη σύμβαση για την επένδυση στις Σκουριές; Θα εμπόδιζε περισσότερο τις αναμενόμενες ελληνικές και ξένες επενδύσεις η στάση απέναντι στη Lamda Development του Λάτση από την αντίστοιχη απέναντι στην πολυεθνική Eldorado; Παραμένει, λοιπόν, μυστήριο γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ δεν καταψήφισε μια συμφωνία που καταργούσε την αντίστοιχη δική του που είχε ψηφιστεί τον Σεπτέμβριο του 2016 ως ένα από τα προαπαιτούμενα της δεύτερης αξιολόγησης. Όταν μάλιστα θα μπορούσε μέχρι και να είναι υπερήφανος γι’ αυτήν αφού, παρά το γεγονός ότι δεν είχε σχέση με την προμνημονιακή θέση του ΣΥΡΙΖΑ για μητροπολιτικό πάρκο στο Ελληνικό, προστάτευε σε κάποιο βαθμό τον δημόσιο χώρο.
05
04

Επανεκκίνηση τουρισμού: Απόψε αυτοσχεδιάζουμε!

Εκτός του πιστοποιητικού εμβολιασμού, βλέπουμε ότι δεν υπάρχει καμία νέα ιδέα και επίσης, καμία ιδιαίτερη μέριμνα για τους εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους στον τουρισμό, οι οποίοι στην πλειονότητά τους είναι επισφαλώς εργαζόμενοι. Περισσότερο με ευσεβείς πόθους μοιάζουν τα επιχειρήματα του κ. Θεοχάρη ο οποίος, σημειωτέον, λίγο έλειψε να αποχωρήσει από την κυβέρνηση στον ανασχηματισμό του Ιανουαρίου (έμεινε, γιατί ευνοήθηκε από τις καραμπόλες που έγιναν σε άλλα υπουργεία). Αν, λοιπόν, αυτό είναι το σχέδιο και με δεδομένο ότι καταγράφονται (και θα συνεχίσουν να καταγράφονται) χιλιάδες κρούσματα την ημέρα, είναι απορίας άξιον πώς θα ανοίξει επισήμως ο ελληνικός τουρισμός στις 14 Μάϊου.
05
04

Στέφανος Δημητρίου: Ποιοι είμαστε εμείς και γιατί μας ενδιαφέρει η Επανάσταση του 1821;

Είναι η Πολιτεία την οποία δημιουργεί η θεμελιώδης, πολιτική πράξη της Ελληνικής Επανάστασης, με την οποία το γένος μετατρέπεται σε έθνος, σε επαναστατημένο λαό, σε αυτόνομο πολιτικό υποκείμενο. Ο πολιτικός στοχασμός του Πολυζωίδη, σε αυτή τη δοκιμιακή μορφή που τον εκθέτει, αλλά χωρίς να του λείπει η επιχειρηματολογική στιβαρότητα και συνοχή, είναι μια έξοχη συνηγορία υπέρ της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Είναι σπουδαίο δείγμα του θεωρητικού προβληματισμού της Επανάστασης. Και επειδή η δημοκρατική, συνταγματική πολιτεία είναι το πεδίο της πολιτικής μας συνύπαρξης, καθώς και της καταξίωσης του πολιτικού πλουραλισμού, εντός της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, η Ελληνική Επανάσταση εξακολουθεί να μας αφορά για τον εξής λόγο: Όλοι μας γεννηθήκαμε σε διαφορετικές χρονολογίες. Όμως, ως πολίτες, είμαστε όλοι και όλες συνομήλικοι, γιατί, ως πολίτες, έχουμε την ίδια γιαγιά και την ίδια μάνα. Η πρώτη είναι η Γαλλική Επανάσταση, η δεύτερη, η δική μας, η Ελληνική, το 1821. Η Επανάσταση γέννησε την ελληνική Πολιτεία, δηλαδή το «Εμείς» του πολιτικού σώματος, δηλαδή εμάς. Ως εκ τούτου, η πολιτική μας ταυτότητα γράφει και 1789 και 1821. Η Επανάσταση του 1821 μας ενδιαφέρει και σήμερα, διότι θα μας νοιάζει πάντα η δημοκρατική Πολιτεία, επειδή, χωρίς αυτήν, δεν θα είμαστε πια «Εμείς», δηλαδή πολιτική κοινότητα. Θέλουμε να παραμείνουμε τα ισότιμα μέλη αυτού του «Εμείς», περιφρουρώντας τη δημοκρατική πολιτεία; Τι σημαίνει αυτό για εμάς, σήμερα; Νά η δοκιμασία της πολιτικής μας αυτεξουσιότητας. Αυτή είναι η μεγάλη πρόκληση της Επανάστασης, 200 χρόνια μετά: ο εθνικός και πολιτικός αναστοχασμός μας. Εάν είναι έτσι, τότε η Επανάσταση δεν μας ενδιαφέρει απλώς, αλλά μας νοιάζει και μας καίει.
04
04

Αννέτα Καββαδία: Βλέπω σημαίνει κατανοώ;

Το ότι για πρώτη φορά, επί κυβερνήσεως ΣΥΡΙΖΑ, επιχειρήθηκε να μπει τάξη σε ένα άναρχο και έξω από κάθε θεσμικό έλεγχο ραδιοτηλεοπτικό τοπίο, υποχρεώνοντας τους επιχειρηματίες του χώρου να βάλουν το χέρι στην τσέπη, είναι κάτι το οποίο δεν συγχωρείται. Παρά τα λάθη και τις αδυναμίες, παρά τη χαμένη ευκαιρία να δημιουργηθεί ένα διαφορετικό μοντέλο ενημέρωσης στη δημόσια ραδιοτηλεόραση, παρά τους ερασιτεχνισμούς και τις αστοχίες, το αποτύπωμα της προσπάθειας παραμένει. Και αυτό είναι κάτι που επίσης δεν συγχωρείται. Η κυβέρνηση της ΝΔ και ο Κυριάκος Μητσοτάκης γνωρίζουν καλά πως με εμφανέστατη την αποτυχία διαχείρισης της πανδημίας, με δεδομένη την αποκαρδιωτική εικόνα των οικονομικών μεγεθών, με ορατές –και διογκούμενες– τις κοινωνικές αντιδράσεις, θα χρειαστούν, περισσότερο παρά ποτέ, τη συνδρομή και την κάλυψη των ισχυρών τους φίλων. Η απόπειρα λοιπόν μετατροπής των θυμάτων σε θύτες, ο εξωραϊσμός και η απόκρυψη διαχρονικών ευθυνών, η αναπαραγωγή και η συντήρηση του «αμαρτωλού» τριγώνου Κόμμα-ΜΜΕ-Τράπεζες, δεν αποσκοπούν σε τίποτα άλλο από τη διαιώνιση ενός παρασιτικού μοντέλου υποταγής της πολιτικής στα επιχειρηματικά συμφέροντα με αντάλλαγμα την απρόσκοπτη επικράτηση των «πρόθυμων». Και οι δημοσιογράφοι;, θα αναρωτηθεί κανείς. Επικαλούμαι τη φράση του γάλλου θεωρητικού Ρολάν Μπαρτ: «Κοιτάζοντας, ξεχάσαμε πως ίσως μας κοιτούν κι εμάς»…