Macro

19
01

«Η δημοκρατία δεν εκδικείται»

Όταν ένας άνθρωπος συλλαμβάνεται, δικάζεται και καταδικάζεται αμετάκλητα σε όποια ποινή αποφασίσει το δικαστήριο, η υπόθεση παίρνει τέλος. Ο καταδικασμένος, με όποιο αδίκημα, δεν ξαναδικάζεται. Στην περίπτωση όμως του Δημήτρη Κουφοντίνα, αλλά και σε μια σειρά άλλες, η κυβέρνηση λειτουργεί σαν ένα υπέρτατο, άτυπο ασφαλώς, δικαστήριο, το οποίο «διορθώνει» τα όποια δικαιωματικά… λάθη του κράτους δικαίου. «Δικάζει» εκ νέου και τιμωρεί εκ νέου, ακόμη και αν έχουν περάσει 19 ολόκληρα χρόνια. Ποινή πάνω στην ποινή, ως αιώνια εκδίκηση και τιμωρία…. Η κυβέρνηση στη συγκεκριμένη περίπτωση προχώρησε σε κινήσεις και ενέργειες, που παραβιάζουν το νόμο, τον οποίο ψήφισε η κοινοβουλευτική πλειοψηφία, που διαθέτει. Ο συγκεκριμένος κρατούμενος με βάση το ΦΕΚ έπρεπε να μεταφερθεί στις φυλακές Κορυδαλλού και όχι Δομοκό. Όμως, όταν η ζωή ενός ανθρώπου κινδυνεύει (λόγω της απεργίας πείνας και της επιβαρυμένης υγείας του), δεν μπαίνεις στη λογική «οφθαλμός αντί οφθαλμού», δεν παραπέμπεις στην πράξη, δεν ισοφαρίζεις τα αδικήματα, δεν εκδικείσαι. Δεν είναι αυτός ο ρόλος σου. Το κράτος δικαίου υπερασπίζεται το δίκαιο και εφαρμόζει το νόμο για κάθε κρατούμενο ανεξάρτητα αδικήματος. Οποιαδήποτε άλλη πρακτική ανοίγει τον ασκό του Αιόλου για να γίνουν οι νόμοι κουρελόχαρτο, η νομιμότητα παρανομία και η δικαιοσύνη εκδίκηση. Η δημοκρατία, άλλωστε, δεν εκδικείται. Ή δεν πρέπει να εκδικείται….    Δημήτρης Αρκούδης, δικηγόρος - μέλος ΚΣ Νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ,  Θεσσαλονίκη Μαρία Γιαννακάκη, πρώην γενική γραμματέας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Πέτρος Δαμιανός, εκπαιδευτικός – διευθυντής σχολείου φυλακών Αυλώνα Αννέτα Καββαδία, δημοσιογράφος - μέλος ΚΕ ΣΥΡΙΖΑ Μαρία Κανελλοπούλου, ηθοποιός - μέλος ΚΕ ΣΥΡΙΖΑ Βασιλική Κατριβάνου, Ψυχολόγος, Μέλος Τομέα Δικαιωμάτων ΣΥΡΙΖΑ Παύλος Κλαυδιανός, πολιτικός κρατούμενος επί χούντας - μέλος ΣΦΕΑ Τάσος Κουράκης, Πανεπιστημιακός, Πρώην Αντιπρόεδρος της Βουλής Γιώργος Κυρίτσης, δημοσιογράφος - μέλος ΚΕ ΣΥΡΙΖΑ Πάνος Λάμπρου, μέλος ΠΓ ΣΥΡΙΖΑ - υπεύθυνος του τομέα Δικαιωμάτων Νίκος Μανιός,  γιατρός - πολιτικός κρατούμενος επί χούντας – μέλος ΚΕ ΣΥΡΙΖΑ Γρηγόρης Μαρκέτος, γιατρός - μέλος του τομέα Δικαιωμάτων ΣΥΡΙΖΑ, Πάτρα Τριαντάφυλλος Μηταφίδης, πολιτικός κατάδικος επί χούντας - μέλος ΣΦΕΑ Άλκης Ρήγος, πανεπιστημιακός – μέλος ΚΕ ΣΥΡΙΖΑ - μέλος ΣΦΕΑ Μανώλης Σαρρής, μέλος ΚΕ ΣΥΡΙΖΑ Νίκος Τσιγώνιας, μέλος του τομέα Δικαιωμάτων ΣΥΡΙΖΑ Βίκυ Τσεφαλά, δικηγόρος - μέλος ΚΣ Νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ
19
01

Πάνος Λάμπρου-Μίλτος Οικονόμου: Για ένα αριστερό ριζοσπαστικό κινηματικό και ανταγωνιστικό πολιτικό σχέδιο

Χρειαζόμαστε ένα κόμμα με ταυτότητα και φυσιογνωμία και όχι ένα πλαδαρό και ιδεολογικά άνευρο πολυσυλλεκτικό πολιτικό μόρφωμα, μια χαλαρή «παράταξη». Οι ακραίες αντιθέσεις και οι νέες διαιρετικές γραμμές που διαμορφώνονται, τα νέα επίδικα και οι νέες προκλήσεις σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο, οι τεράστιοι κίνδυνοι από την επιθετικότητα του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού, δεν οδηγούν σε κεντρώες διαχειριστικές απαντήσεις ή σε «λίγο απ΄ όλα», γιατί οι απαντήσεις αυτές όχι μόνο δεν συγκινούν, αλλά αποτελούν τροχοπέδη, μειώνουν τη δυναμική, αφαιρούν και δεν προσθέτουν. Χρειαζόμαστε, λοιπόν, ένα κόμμα που θα μεγαλώνει και θα διευρύνει συνεχώς τις δυνάμεις και τις δυνατότητές του στο έδαφος των κοινωνικών αναγκών, στο έδαφος της αλληλεγγύης, στο έδαφος της αριστεράς, της ριζοσπαστικής οικολογίας και των κοινωνικών κινημάτων. Η προσέγγιση, άλλωστε, ότι οι «μεταγραφές» προσώπων από το παλιό πολιτικό σύστημα, από μόνες τους, θα δημιουργήσουν τους όρους για την πολιτική μετατόπιση ευρύτερων δυνάμεων προς τα αριστερά αποδεικνύεται λαθεμένη. Μεγάλο κόμμα είναι αυτό, που ανταποκρίνεται στις κοινωνικές ανάγκες, που διευρύνει την επικοινωνία του με τα κοινωνικά στρώματα που πλήττονται και αδικούνται, με τις κοινωνικές δυνάμεις, που αμφισβητούν –έστω και πρωτόλεια- την ανελευθερία της αυταρχικής δεξιάς, με όσες και όσους κρατούν αποστάσεις ή στέκονται αμήχανα μπροστά στην πολιτική, επιλέγοντας, όχι ουδέτερα και όχι τυχαία, το λευκό ή την αποχή. Μεγάλο κόμμα είναι αυτό, που εργάζεται συστηματικά για τη συγκρότηση ενός μετώπου πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων ενάντια στη νεοφιλελεύθερη πολιτική. Μεγάλο κόμμα είναι αυτό που οι προτάσεις του ανοίγουν ρωγμές και ταυτόχρονα διαπαιδαγωγεί την κοινωνία στην ριζοσπαστικότητα. Μεγάλο κόμμα από την σκοπιά του κοινωνικού μετασχηματισμού είναι αυτό, που ανοίγει απελευθερωτικούς δρόμους, που συγκρούεται σε προγραμματικό, ιδεολογικό και πολιτικό επίπεδο με την ανελευθερία, τις σκοταδιστικές αντιλήψεις, τις διακρίσεις και τον αυταρχισμό. Τελικά με τον ίδιο τον καπιταλισμό.  
18
01

Ενώ η πανδημία μεσουρανεί, «κανένα λάθος» διατείνεται ο Κ. Μητσοτάκης

Έως πού μπορεί να φθάσει η κυβέρνηση; Δεν είναι σαφές, όπως δεν είναι σαφές πόσο συμφωνούν όλοι στη ΝΔ ότι τα πράγματα είναι ελεγχόμενα. Για παράδειγμα, η Ντόρα Μπακογιάννη στο Σκάι παρατήρησε ότι πρέπει να αφήσουμε να βγει λίγος ατμός από τη «χύτρα», την κοινωνία εννοείται, γιατί όντως υπάρχει εξάντληση της υπομονής του κόσμου. Η κυβέρνηση, εντούτοις, δεν ανησυχεί. Αντίθετα, συνεχίζει να φέρνει στη Βουλή τα πιο ακραία νομοσχέδιά της όπως αυτό για την αστυνομία στα ΑΕΙ. Και κατεβάζει κατά των φοιτητών και τα ΜΑΤ! Ο Κ. Μητσοτάκης ακολούθησε την τακτική να αγνοεί το, τραγικό σε επιδόσεις, δεύτερο κύμα και να αποκρύβει αυτό ακριβώς που τον εκθέτει. Ότι μια καλή πορεία στο πρώτο κύμα, λόγω ανεύθυνης διαχείρισης, ακολούθησε ένα τρομακτικό δεύτερο κύμα. Μάλιστα συγχάρηκε τους πολίτες επειδή πειθάρχησαν Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά και τα πράγματα πήγαν καλά! Προφανώς, δεν πίστευε τα λεγόμενά του γι’ αυτό έσπευσε να αυξήσει το πρόστιμο και από το ήδη υψηλό 300 ευρώ –από 150 αρχικά– να το πάει στο εξοντωτικό 500 ευρώ! «Είναι αδιανόητο το ποσό του προστίμου να είναι μεγαλύτερο από οποιαδήποτε μηνιαία ενίσχυση δίνει το κράτος, και αυτή σε ελάχιστο αριθμό δικαιούχων. Αφήνω κατά μέρος το γεγονός ότι 500 ευρώ πρόστιμο δεν πονούν το ίδιο όλους τους συμπολίτες μας», σημείωσε ο Νίκος Φίλης.
18
01

Δημήτρης Χριστόπουλος: Ποιο είναι το ελληνικό «We the people» σήμερα;

Εξ ορισμού είναι δύο οι πολιτικές στρατηγικές: η μια αφορά την ένταξη, συμπερίληψη, ενσωμάτωση (χρησιμοποιώ ως ταυτόσημες τις λέξεις) και η άλλη τον αποκλεισμό ή την έξωση. Ποιους θέλουμε και ποιους όχι με δυο λόγια. Ποιοι θέλουμε να είμαστε; Το κατεξοχήν πολιτικό ερώτημα της σύνθεσης κάθε πολιτικής κοινότητας. Στο ποιοι ανήκουν στον λαό η ελληνική πολιτεία την άνοιξη του 2010 και το καλοκαίρι του 2015 έδωσε μια απάντηση προσπαθώντας να υιοθετήσει έναν συμπεριληπτικό Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας. Την πρώτη φορά, το 2010, η στρατηγική της συμπερίληψης φάνταζε σχεδόν ουτοπία. Το “Έλληνας γεννιέσαι” δεν το συναντούσαμε μόνο στο δεξιό άκρο του πολιτικού φάσματος, αλλά ήταν το κεντρικό επιχείρημα της συντηρητικής παράταξης και του Συμβουλίου της Επικρατείας όταν ανέτρεψε το πρώτο βήμα του 2010. Κι όμως, το βήμα έγινε. Εφεξής ισχύει το διπλό δίκαιο του εδάφους. Είναι πλέον λιγότερο από θέμα μιας γενιάς όλα τα εγγόνια μεταναστών που γεννήθηκαν στην Ελλάδα να αποκτήσουν αυτομάτως την ελληνική ιθαγένεια. Να το συνειδητοποιήσουμε! Διακόσια χρόνια μετά την Επανάσταση ένας κύκλος φαίνεται να κλείνει. Οι κάτοικοι της Ελλάδας είναι ή θα γίνουν άμεσα  Έλληνες πολίτες ανεξάρτητα αν οι γονείς τους είναι ξένοι. Η μεγαλύτερη επιτυχία αυτής της τομής είναι το γεγονός ότι σήμερα, μόλις πέντε χρόνια μετά τη θέσπισή της, κανείς στα σοβαρά δεν σκέφτεται να την αμφισβητήσει. Είναι ενδεικτικό πως, μολονότι η κτήση ιθαγένειας των παιδιών των μεταναστών με τη γέννηση ήταν αυτό που πραγματικά εξαγρίωνε την Νέα Δημοκρατία (περισσότερο το 2010 και λιγότερο το 2015), πλέον φαίνεται όχι απλώς να το έχει χωνέψει, αλλά να μην ενοχλείται κιόλας. Δεν εξηγείται αλλιώς το ότι στην πρόσφατη αλλαγή των όρων πολιτογράφησης επί το αυστηρότερον για τους ενηλίκους ούτε καν τέθηκε θέμα για την κτήση της ιθαγένειας των παιδιών. Σε αυτό το ερώτημα -στο πώς ορίζουμε τους εαυτούς μέσω των άλλων- παραπέμπει η όποια ανάγνωση της ιστορικής αφετηρίας της Ελλάδας. Και σε αυτό το ερώτημα δεν θα βρούμε την απάντηση σε μια έτοιμη συνταγή του παρελθόντος: θα ήταν αδιανόητο και εντελώς ξένο εξάλλου με το πνεύμα της ίδιας της Επανάστασης του 1821 σήμερα να λέγαμε πως «Έλληνες είναι οι χριστιανοί κάτοικοι της Ελλάδας». Για την ακρίβεια αυτό ακριβώς λένε σήμερα οι εκπρόσωποι του ελληνικού φυλετισμού. Τόσο το φόβητρο του αποκλεισμού όσο και η προοπτική της κοινωνικής και πολιτικής συμπερίληψης έχει μια μακρά παράδοση που διαπλέκεται με τη διαρκή κίνηση ανθρώπων που έζησαν, ζουν και θα ζουν σε αυτόν τον τόπο. Το να μετατοπίζουμε διαρκώς το κατώφλι εις βάρος του αποκλεισμού είναι πολιτικά κρίσιμο για το δημοκρατικό μέλλον της χώρας αυτής.
18
01

Η ακροδεξιά είναι η υπαρκτή απειλή

Η εισβολή στο Καπιτώλιο των ΗΠΑ, με ηθικό αυτουργό τον ίδιο τον πρόεδρο της χώρας, μας ξάφνιασε όλους. Συνειδητοποιώντας τη βαρύτητα του γεγονότος αναρωτηθήκαμε όλοι τι μπορεί να σημαίνουν όλα αυτά σε μια χώρα με εδραιωμένο πολίτευμα, όποια γνώμη κι αν έχουμε γι’ αυτήν. Ολοι; Όχι ακριβώς. Υπάρχουν ορισμένοι με κονσερβαρισμένες απόψεις, έτοιμοι κάθε στιγμή να στριμώξουν την πραγματικότητα, ώστε να πιεστεί και να παραμορφωθεί, για να χωρέσει στα προκατασκευασμένα και μεροληπτικά κουτάκια τους. Αυτοί, από το πρώτο βράδυ κιόλας, ήταν έτοιμοι να αποφανθούν ότι για όλα φταίει ο λαϊκισμός και ο λαϊκιστής Τραμπ. Και μας εξήγησαν ότι έτσι συμβαίνει παντού, όπου επικρατεί ο λαϊκισμός. Δεν είδατε τι συνέβη με τους δικούς μας αγανακτισμένους; Μερικοί πιο τολμηροί θυμήθηκαν και τη θεωρία των δύο άκρων, παρότι τη γελοιοποίησε – και τους γελοιοποίησε – ο ίδιος ο Τραμπ ισχυριζόμενος ότι στο Καπιτώλιο εισέβαλαν οπαδοί του κινήματος Antifa… (...) Το αξιοσημείωτο είναι ότι δεν ακούγονται μόνο από την πλευρά της δεξιάς τέτοιες φωνές, που εξισώνουν υπό την ψευδή επιγραφή του λαϊκισμού εντελώς αντίθετα φαινόμενα. Ακούγονται και από την όχθη των αυτοαποκαλούμενων φιλελεύθερων «εκσυγχρονιστών», «μεταρρυθμιστών». Από εκεί συχνά προέρχονται και οι ανιστόρητες συγκρίσεις της εισβολής στο Καπιτώλιο με την πολυήμερη πολιορκία της Βουλής από τους αγανακτισμένους. Το πόσο ανεδαφική είναι η σύγκριση, μπορεί να φανεί και από το γεγονός ότι στην πρώτη περίπτωση υποκινητής και υποστηρικτής της εισβολής ήταν ο ίδιος ο φορέας της κρατικής εξουσίας, ενώ στη δεύτερη είχαμε ένα αυθόρμητο λαϊκό κίνημα που ζητούσε την παραίτηση της κυβέρνησης και την προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία, αυτήν ακριβώς που αρνήθηκε ο Τραμπ να αναγνωρίσει. Και παρά το γεγονός ότι η «πολιορκία» της Βουλής στην Αθήνα κράτησε μέρες και στην πλατεία Συντάγματος μπορούσες να βρεις μέσα στη λαοθάλασσα κάθε καρυδιάς καρύδι και να ακούσεις τα πιο αντικοινοβουλευτικά συνθήματα, εισβολή και βανδαλισμοί μέσα στο κτήριο δεν υπήρξαν. Όχι επειδή ήταν λιγότερη η αγανάκτηση, αλλά γιατί οι ιδέες που επικράτησαν στο γνήσιο λαϊκό κίνημα, ήταν ιδέες της κινηματικής, ριζοσπαστικής και δημοκρατικής αριστεράς, που μόνο την πραξικοπηματική αντίληψη δεν έχει για οδηγό της.
18
01

Αιώνιοι φοιτητές, ένας ακόμα μύθος

Ο φοιτητής που έχει καθυστερήσει 4 ή 5 ή 6 χρόνια να πάρει πτυχίο, και που εμπίπτει στις περί διαγραφής διατάξεις του νομοσχεδίου, μπορεί να έχει πολύ βάσιμους λόγους για την καθυστέρηση αυτή. Μπορεί να αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας, οικονομικά προβλήματα που τον αναγκάζουν να εργαστεί, άλλα σοβαρά προσωπικά προβλήματα. Έχει αναφερθεί ότι το νομοσχέδιο θα έχει πρόβλεψη για τέτοιες περιπτώσεις, αλλά δεν μπόρεσα να βρω τις συγκεκριμένες προβλέψεις στα ρεπορτάζ του Τύπου. Πολλοί από τους «αιώνιους» φοιτητές είναι εργαζόμενοι, συχνά στο δεύτερο πτυχίο τους και έχουν επιλέξει να παρακολουθούν και να δίνουν 3 ή 4 μαθήματα τον χρόνο, διότι δεν έχουν ελεύθερο χρόνο για περισσότερα. Ωστόσο, αγαπούν τις σπουδές τους, ίσως περισσότερο και από το πρώτο τους πτυχίο, και συνήθως καταφέρνουν να αποφοιτήσουν, έστω και σε διπλάσιο χρόνο από τον προβλεπόμενο. Μια καλή φίλη, που ζει στο Λουξεμβούργο, πήρε πρόσφατα το πτυχίο της, ύστερα από 8 ή 9 χρόνια. Κι εγώ ο ίδιος φλερτάρισα με την (φοιτητική) αιωνιότητα στο δεύτερο πτυχίο μου, αφού το πήρα, αν θυμάμαι καλά, σε 6 χρόνια -αλλά με άριστα. Θα ήταν σκληρό και άδικο φοιτητές της κατηγορίας αυτής να οδηγηθούν σε διαγραφή. Mάλιστα, ένα τέτοιο μέτρο έρχεται σε αντίθεση με το πνεύμα ολοένα και μεγαλύτερης ευελιξίας που χαρακτηρίζει τις ανώτατες σπουδές στον σημερινό κόσμο, κόσμο της τηλεργασίας και τηλεκπαίδευσης και της χαλάρωσης των διαχωριστικών γραμμών ανάμεσα σε σπουδές και εργασία. Επιπλέον, οι «αιώνιοι» φοιτητες, δεν επιβαρύνουν σχεδόν σε τίποτα τα πανεπιστήμια: μετά τη συμπλήρωση των προβλεπόμενων ετών, χάνεται το δικαίωμα σε δωρεάν συγγράμματα, σε σίτιση, σε στέγαση, σε μειωμένο εισιτήριο (πάσο). Κι αν πείτε ότι υπάρχει ένα διοικητικό κόστος, θα μπορούσαν να θεσπιστούν μετά τα 6-8 χρόνια σπουδών, αντί της διαγραφής, συμβολικά δίδακτρα, της τάξεως των 100 ευρώ ετησίως, που αφενός θα (υπερ)κάλυπταν αυτό το διοικητικό κόστος και αφετέρου θα πιστοποιούσαν το ενδιαφέρον του φοιτητή να συνεχίσει. Ούτε είναι ακριβές το λεγόμενο ότι οι «αιώνιοι» φοιτητές είναι, τάχα, ελληνική ιδιαιτερότητα. Σε πολλές χώρες, ανάμεσα στις οποίες στις ΗΠΑ, δεν υπάρχει ανώτατο όριο στη διάρκεια των σπουδών. Μάλιστα, στις ΗΠΑ μικρό ποσοστό φοιτητών παίρνουν πτυχίο στην ώρα τους -στην Πενσιλβανία, ας πούμε, μόνο το 25%. (Το στοιχείο αυτό, μαζί με άλλα, από κείμενο του πανεπιστημιακού Περικλή Γκόγκα για τον «μύθο των αιώνιων φοιτητών», που σας συνιστώ να διαβάσετε). Σε σχετική μελέτη για τις ΗΠΑ (όπου βέβαια οι ανώτατες σπουδές δεν είναι συνήθως δωρεάν) βρίσκω ότι το 14,2% των σπουδαστών σε ιδρύματα 4χρονης εκπαίδευσης παίρνει πτυχίο σε περισσότερα από 8 χρόνια (ο πίνακας R2 εδώ).
17
01

Αννέτα Καββαδία: Στον αστερισμό του διαλόγου

Γίνεται εύκολα αντιληπτό πως αυτή η κουλτούρα εξαντλητικού ενίοτε διαλόγου, ξενίζει. Ειδικά όταν η πολιτική μήτρα ανθρώπων που συναποτελούν το σώμα ενός πολιτικού οργανισμού, είναι διαφορετική. Κι εδώ χρειάζεται δουλειά. Δουλειά ώσμωσης. Προκειμένου να γίνει κατανοητή μια πολύ βασική παραδοχή: πως το διάβασμα της συγκυρίας, οι ιεραρχήσεις πολιτικών δράσεων/κινήσεων και η συνεκτίμηση των πιθανών επιπτώσεών τους, συνιστούν πολιτικές επιλογές που όταν κατατίθενται δημόσια δεν επιδέχονται πολλών παρερμηνειών. Κι αυτή είναι, πρωτίστως, ευθύνη των ηγεσιών. Γιατί αυτές θα στείλουν το μήνυμα – σε συνοδοιπόρους διαφορετικής πολιτικής κουλτούρας και νοοτροπίας – πως η ελευθερία της συζήτησης, η κριτική και η ζύμωση, η απόρριψη της προσωπολατρείας ως έννοιας και πρακτικής εντελώς ξένης στην κουλτούρα και την παράδοση της Αριστεράς, η αντίσταση στη σιωπή και στη μονολιθικότητα και η αποδαιμονοποίηση της «άλλης» άποψης, είναι δείγματα υγείας και ζωντάνιας. Γιατί μπορεί σε άλλου τύπου κόμματα η «ενός ανδρός αρχή» να ήταν ο κανόνας, όπως έγραφε όμως τον Σεπτέμβρη του ’19 σε άρθρο του στην Αυγή ο Τάσος Τρίκκας : «ο ΣΥΡΙΖΑ έχει τη δική του ιστορία. Είναι σάρκα και πνεύμα της Αριστεράς. Εκείνης που έχει τις μακριές, βαθιές ρίζες της στην Εθνική Αντίσταση. Της Αριστεράς που συνειδητοποίησε τα αδιέξοδα του εμφυλίου στα οποία είχε παγιδευτεί. Της Αριστεράς που επέλεξε το δρόμο του σοσιαλισμού με δημοκρατία και ελευθερία και εμπλουτίστηκε στην πορεία της από άλλα συγγενή ιδεολογικά ρεύματα. Αλλά η παράδοση της σοσιαλδημοκρατίας, τής ήταν και τής είναι ξένη». Κανέναν, λοιπόν, ποτέ δεν έβλαψε ο διάλογος. Και κανείς δεν έχει λόγο να τον φοβάται. Γιατί δημοκρατία σημαίνει, μεταξύ άλλων, και διαφάνεια. Και διαφάνεια σημαίνει ανάληψη ευθύνης. Ίσως όμως εκεί να έγκειται η δυσκολία για τους… διαπρύσιους αρνητές του διαλόγου. Είναι άλλωστε πολύ πιο εύκολη η επίδοση, απλώς, διαπιστευτηρίων «νομιμοφροσύνης»…
17
01

Νίκος Φίλης: Η δημοκρατική απάντηση στην ακροδεξιά διεθνή του Τραμπισμού

Σήμερα η χώρα μας αντιμετωπίζει ένα δριμύ κύμα της πανδημίας με μεγάλο αριθμό θυμάτων, από τα μεγαλύτερα στον κόσμο ανά εκατομμύριο κατοίκους. Η ελπίδα όλων μας είναι ότι με τον έγκαιρο εμβολιασμό ο φόβος για τη ζωή θα αποτελέσει παρελθόν. Θα εξακολουθήσουν όμως ο φόβος και η ανασφάλεια για το μέλλον, εν μέσω της οικονομικής κρίσης που διαρκώς επιδεινώνεται. Η ανεργία, το δημόσιο και ιδιωτικό χρέος έχουν πάρει ξανά την ανηφόρα, το κοινωνικό κράτος, η δημόσια Υγεία και Παιδεία δέχονται πλήγματα από τη δεξιά διακυβέρνηση. Την ίδια στιγμή, διαπιστώνουμε ότι η καθεστηκυία ευρωπαϊκή Δεξιά απαντά στη διάχυση του παράλογου φόβου για κάθε τι «ξένο», με υιοθέτηση του ακροδεξιού λόγου. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον διεθνώς και στη χώρα μας, ο ρόλος που πρέπει να παίξει η ελληνική και ευρωπαϊκή Αριστερά, με πολιτική ενότητα και συνεργασίες, είναι κρίσιμος. Οφείλουμε να επαναφέρουμε στη συζήτηση τις αρχές του ανθρωπισμού, την ανάγκη για παραγωγική ανασυγκρότηση, για κοινή και δίκαιη ανάπτυξη, για ριζική μείωση των ανισοτήτων και επείγουσα αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής – πολιτικές, δηλαδή, που απαιτούν συνεργασία και όχι απομονωτισμό.
17
01

Ο ΣΥΡΙΖΑ και τα Rafale

Τα Rafale που αγοράζουμε σήμερα θα είναι αξιοποιήσιμα από την Πολεμική Αεροπορία ύστερα από τρία χρόνια το λιγότερο, έχοντας στο μεταξύ απορροφήσει πόρους και ανθρώπινο δυναμικό απαραίτητους για τον ήδη υπάρχοντα αεροπορικό στόλο. Αυτό σημαίνει ότι στο προβλεπτό μέλλον και στα συγκεκριμένα άμεσα ζητήματα που αντιμετωπίζει η χώρα δεν συμβάλλουν στην αποτρεπτική ικανότητα της Πολεμικής Αεροπορίας. Ο ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση δεν παρασύρθηκε από αυτήν την ύποπτα αρπακολλατζίδικη πρακτική. Προτίμησε, με τα περιορισμένα οικονομικά μέσα που διέθετε, να μειώσει την πολυτυπία και εκσυγχρονίσει τον υπάρχοντα (τεράστιο) στόλο μαχητικών F16 που διαθέτει η χώρα, επιδιώκοντας να τα διατηρήσει αξιόμαχα για τα επόμενα αρκετά χρόνια που θα κρατήσει η διαδικασία αντικατάστασής τους από έναν νέο τύπο μαχητικού. Διότι τα σοβαρά κράτη δεν αγοράζουν πανάκριβα και κρίσιμα οπλικά συστήματα δι’ απλής δηλώσεως του πρωθυπουργού, αλλά μέσα από εξαντλητική αξιολόγηση και διαπραγμάτευση. Ειδικά μάλιστα χώρες που, όπως η Ελλάδα, βρίσκονται σε ασταθές διεθνές περιβάλλον και "ψωνίζουν όπλα χονδρική" δεν παρακαλάνε, αλλά τις παρακαλάνε και σε κάθε περίπτωση επιτυγχάνουν μεγάλο ποσοστό εγχώριας κατασκευής, τεχνογνωσία κ.λπ. Χρησιμοποιούν μια τέτοια μεγάλη αγορά ως σκαλωσιά για να χτίσουν δίπλα της τη δική τους υποδομή στην κατεύθυνση της απεξάρτησης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της πρακτικής είναι η ίδια η γειτονική Τουρκία. Στη Βουλή, στη -σημειωτέον κατεπείγουσα- συζήτηση για τα Rafale, οι ομιλητές από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ απαρίθμησαν και ανέπτυξαν πλήθος λόγους για τους οποίους η αγορά των γαλλικών μαχητικών πάσχει, τόσο επί της ουσίας όσο και στο επίπεδο της σύμβασης. Παρ’ όλα αυτά, η απόφαση ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ να υπερψηφίσει το νομοσχέδιο, επικαλούμενος την πατριωτική ευθύνη και για να μην έχουν να λένε η κυβέρνηση και τα φερέφωνά της. Γι’ αυτούς ακριβώς τους λόγους όμως θα έπρεπε να κάνει ακριβώς το αντίθετο.
17
01

Επισημάνσεις

Καλή ιδέα να πάει το πρόστιμο στα 500 ευρώ. Να είναι προσιτό και στους συμπολίτες μας με αναστολή σύμβασης, που παίρνουν 534. Για τους συμπολίτες μας που παίρνουν σύνταξη 450, ίσως προβλέψουν μια μικρή έκπτωση. Αν και το μέτρο στοχεύει κυρίως στους συμπολίτες μας που σκοπεύουν να διαδηλώσουν. Θα μπορούσε το πρόστιμο να ισχύει μόνο για αριστερούς. Τα είχε εισηγηθεί αυτά ο Βορίδης. Θα ήταν και πιο περιορισμένες οι κοινωνικές αντιδράσεις. Πολύ καλά θα τα πάει η αστυνομία στα πανεπιστήμια, αν κρίνουμε από το πώς τα πήγε με την οικογένεια Ινδαρέ. Θα μπορεί μάλιστα να δρα και προληπτικώς, όπως τα ΤΕΑ τη δεκαετία του ’50. Αν πάει να χάσει η ΔΑΠ στις εκλογές, για παράδειγμα, θα παίρνουν την κάλπη και θα φεύγουν πυροβολώντας. Επίσης, αν σας ενοχλεί η βάση του 10, να πάτε σε ιδιωτικό κολέγιο. Γι’ αυτό την βάζουνε άλλωστε. Αν πάλι δεν σας ενοχλεί η βάση του 10, έχουν βάλει κάτι περιορισμούς στα μηχανογραφικά, ώστε να σας κόβουνε από εκεί.