Στέφανος Δημητρίου

12
04

Μια πιο διευρυμένη πολιτική ιδιότητα;

SUE DONALDSON, WILL KYMLICKA, Ζωόπολις. Μια πολιτική θεωρία για τα δικαιώματα των ζώων, μετάφραση: Γρηγόρης Μολύβας, εκδόσεις Πόλις, σελ. 512 Ας ξεκινήσουμε από την πιο γνωστή θέση περί της ηθικής υποχρέωσης, την οποία υπέχουμε απέναντι στα ζώα. Ξεκινώντας από τις κύριες παραδοχές που συγκροτούν την εν λόγω θέση, διαπιστώνουμε ότι αυτές συνίστανται στο ότι αυτές οι υποχρεώσεις ισοδυναμούν με καθήκοντα έναντι του εαυτού μας. Εμείς, ως άνθρωποι, είμαστε φορείς ηθικής συνείδησης, καθώς και υποκείμενα δικαιωμάτων, οπότε έχουμε δυνατότητα καταλογισμού για οτιδήποτε είναι ανήθικο, όπως η βάναυση συμπεριφορά έναντι των ζώων. Συνεπώς, το καθήκον για σωστή μεταχείριση των ζώων είναι καθήκον και προς εμάς τους ίδιους και την ανθρώπινη αξιοπρέπειά μας. Βεβαίως, είναι προφανής η σχετική επιταγή ως προς τη συμμόρφωση προς τον νομικό κανόνα. Αυτή δεν αφορά την εσωτερική ηθική μας νομοθεσία, αλλά την εξωτερική συμπεριφορά μας, καθώς και τις συνέπειές της προς τους άλλους, δηλαδή και τα ζώα. Η εν λόγω προβληματική απολήγει ότι πρέπει να φερόμαστε στα ζώα, οδηγούμενοι από το ίδιο καθήκον που έχουμε απέναντι στην ανθρωπότητα. Είναι σαφές ότι πρόκειται για μια ανθρωποκεντρική θεώρηση, οπότε το ερώτημα είναι αν μας είναι αρκετή αυτή η θεώρηση. Στο κέντρο των δικαιωμάτων βρίσκεται πάντοτε ο άνθρωπος ως πρόσωπο εγγενούς αξίας. Η αξία του ανθρώπου είναι ο πυρήνας των δικαιωμάτων. Ως τέτοιος ο άνθρωπος οφείλει να συνυπάρχει και να μοιράζεται τις πόλεις και τα χωριά στα οποία ζει με τα ήμερα ζώα, όπως επίσης οφείλει να προστατεύει και το σπίτι των άγριων ζώων από κάθε ανθρώπινη επέμβαση. Όμως, μετά τα ατομικά, τα πολιτικά και τα κοινωνικά δικαιώματα, βαθμηδόν εντάσσονται στο πλαίσιο των δικαιωμάτων και τα δικαιώματα των ζώων. Αυτή η ένταξη θα αποτυπωθεί και στη συνταγματική τους κατοχύρωση.
05
04

Στέφανος Δημητρίου: Ποιοι είμαστε εμείς και γιατί μας ενδιαφέρει η Επανάσταση του 1821;

Είναι η Πολιτεία την οποία δημιουργεί η θεμελιώδης, πολιτική πράξη της Ελληνικής Επανάστασης, με την οποία το γένος μετατρέπεται σε έθνος, σε επαναστατημένο λαό, σε αυτόνομο πολιτικό υποκείμενο. Ο πολιτικός στοχασμός του Πολυζωίδη, σε αυτή τη δοκιμιακή μορφή που τον εκθέτει, αλλά χωρίς να του λείπει η επιχειρηματολογική στιβαρότητα και συνοχή, είναι μια έξοχη συνηγορία υπέρ της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Είναι σπουδαίο δείγμα του θεωρητικού προβληματισμού της Επανάστασης. Και επειδή η δημοκρατική, συνταγματική πολιτεία είναι το πεδίο της πολιτικής μας συνύπαρξης, καθώς και της καταξίωσης του πολιτικού πλουραλισμού, εντός της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, η Ελληνική Επανάσταση εξακολουθεί να μας αφορά για τον εξής λόγο: Όλοι μας γεννηθήκαμε σε διαφορετικές χρονολογίες. Όμως, ως πολίτες, είμαστε όλοι και όλες συνομήλικοι, γιατί, ως πολίτες, έχουμε την ίδια γιαγιά και την ίδια μάνα. Η πρώτη είναι η Γαλλική Επανάσταση, η δεύτερη, η δική μας, η Ελληνική, το 1821. Η Επανάσταση γέννησε την ελληνική Πολιτεία, δηλαδή το «Εμείς» του πολιτικού σώματος, δηλαδή εμάς. Ως εκ τούτου, η πολιτική μας ταυτότητα γράφει και 1789 και 1821. Η Επανάσταση του 1821 μας ενδιαφέρει και σήμερα, διότι θα μας νοιάζει πάντα η δημοκρατική Πολιτεία, επειδή, χωρίς αυτήν, δεν θα είμαστε πια «Εμείς», δηλαδή πολιτική κοινότητα. Θέλουμε να παραμείνουμε τα ισότιμα μέλη αυτού του «Εμείς», περιφρουρώντας τη δημοκρατική πολιτεία; Τι σημαίνει αυτό για εμάς, σήμερα; Νά η δοκιμασία της πολιτικής μας αυτεξουσιότητας. Αυτή είναι η μεγάλη πρόκληση της Επανάστασης, 200 χρόνια μετά: ο εθνικός και πολιτικός αναστοχασμός μας. Εάν είναι έτσι, τότε η Επανάσταση δεν μας ενδιαφέρει απλώς, αλλά μας νοιάζει και μας καίει.
14
03

Στέφανος Δημητρίου: Ανασφάλεια δικαίου

Οι αστυνομικές πρακτικές αντιβαίνουν προς τις θεμελιώδεις αρχές του κράτους δικαίου και αλλοιώνουν τον φιλελεύθερο χαρακτήρα της δημοκρατίας. Η κυβερνητική πρακτική προσδιορίζει αυταρχικό κράτος. Το κράτος έχει το μονοπώλιο της νόμιμης βίας. Όταν, όμως, αυτό ερμηνεύεται ως αναδιατύπωση της -αλήστου μνήμης- φράσης «Εσείς είστε το κράτος», τότε η βία «πονάει» το κράτος δικαίου. Η απάντηση σε αυτό, όμως, δεν μπορεί να είναι η αντεστραμμένη -προς την αστυνομία- βία, διότι η κοινωνία θα δηλητηριαστεί από το γενικευμένο μίσος. Μόνο η γρηγορούσα δημοκρατική συνείδηση και η ενεργός πολιτική συμμετοχή και συνεργασία μπορούν να αφυπνίσουν την έμφοβη, ληθαργούσα κοινωνία. Μόνο αυτή η δημοκρατική εγρήγορση μπορεί να διαφυλάξει το δημοκρατικό κράτος δικαίου. Μόνον αυτό μπορεί να εγγυηθεί τη συζυγία των όρων «δημοκρατία και ασφάλεια». Εάν η κοινωνία συνηθίσει το «πονάω», τότε θα έχει αρχίσει να συνηθίζει και τον ανεπαίσθητο εκφασισμό της.
27
02

Στέφανος Δημητρίου: Ένα επιλεκτικό κράτος δικαίου;

Η αξίωση να εφαρμοστεί ο νόμος δεν συνιστά συμπάθεια προς το πρόσωπο και τις απεχθείς εγκληματικές πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε. Ποτέ άλλοτε δεν είχαμε νεκρό από απεργία πείνας. Εάν συμβεί, τότε θα αλλοιωθεί η σύμφυση δημοκρατίας και κράτους δικαίου: όταν ένας άνθρωπος, ο οποίος εκτίει τη δίκαιη ποινή του, διεκδικεί ισόνομη μεταχείριση, δεν θα πρέπει να καταφεύγει στην απεργία πείνας ούτε να υφίσταται τη βάσανο της αναγκαστικής σίτισης. Δεν αρμόζουν αυτά σε κράτος δικαίου. Αυτά απαξιώνουν τον διαφωτιστικό και δημοκρατικό ανθρωπισμό, ο οποίος ενέπνευσε τον ευρωπαϊκό, συνταγματικό πολιτισμό, αλλά και την αξιακή μας αντίληψη για τη δημοκρατία. Απαξιώνουν την ίδια την αρχή της ισονομίας, χωρίς την οποία δεν μπορούμε να είμαστε πολίτες σε ευνομούμενη Πολιτεία. Μας απαξιώνει ως ανθρώπους σεβόμενους την αξία της ανθρώπινης ζωής χωρίς εξαιρέσεις. Το άρθρο 2, παρ. 1 του συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι «ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας», δεν χωράει εξαιρέσεις. Αλλιώς η βαρβαρότητα θα είναι ο κανόνας.
05
01

Στέφανος Δημητρίου: Το νέο κοινωνικό ζήτημα

Η κοινωνία, αυτήν τη στιγμή, περιμένει ένα πρόγραμμα αποτελεσματικής πολιτικής. Η αποτελεσματική πολιτική είναι αυτή την οποία θα αναγνωρίσει ως αξιόπιστη πολιτική. Και η προγραμματική πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ θα μπορεί να είναι αποτελεσματική, και άρα αξιόπιστη, ακριβώς επειδή θα εγγράφεται στην προοπτική του σοσιαλιστικού κοινωνικού μετασχηματισμού, αλλά και θα εξειδικεύεται στις παρούσες συνθήκες, σε αναφορά προς συγκεκριμένα προβλήματα των συγκεκριμένων ανθρώπων, αυτών δηλαδή που χειμάζονται από αυτά τα προβλήματα. Αυτό θα είναι και το πολιτικό «νεύρο» του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, τόσο ισχυρό, ως προς την άσκηση αποτελεσματικής πολιτικής για την καθημερινότητα, όσο στέρεο θα πρέπει να είναι και το ιδεολογικό του έρμα, το οποίο θα αντιστοιχεί στον σοσιαλιστικό του προσανατολισμό. Έτσι μπορεί να αποτελέσει κορμό μιας πλειοψηφικής κυβερνητικής δυναμικής, ικανής να αλλάξει τα πράγματα, τώρα, για τους συγκεκριμένους, πραγματικούς ανθρώπους και τις ανάγκες τους. Και αυτό, επειδή πολύ απλά, είναι ένα αριστερό κόμμα, άρα ένα σοσιαλιστικό κόμμα. Γιατί δεν μπορεί να είναι το ένα χωρίς το άλλο. Αλλιώς δεν θα είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο, οπότε θα είναι ακατανόητο το γιατί θα τύχει της προτίμησης της κοινωνίας. Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ πρέπει να ξέρει να κάνει αποτελεσματική διαχείριση, επειδή έχει και στρατηγικό προσανατολισμό. Τα αριστερά κόμματα δεν είναι διαχειριστές πολυκατοικίας. Είναι δυνάμεις εκσυγχρονισμού, δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων και συντελεστές κοινωνικών αλλαγών. Και αυτό κάνει ένα αριστερό κόμμα: ξέρει πώς να κοιτάζει, όταν το κοιτάζουν. Με άλλα λόγια, όταν η κοινωνία σε κοιτάξει στα μάτια, επειδή κάτι θα περιμένει από σένα, δεν γίνεται να της κάνεις γκριμάτσες.
25
09

Εργασιακές σχέσεις: Ο 19ος αιώνας στο κατώφλι του κόσμου μας

Ο πρωθυπουργός, στην ομιλία του στη ΔΕΘ, διευκρίνισε ποιες είναι οι «παρωχημένες ρυθμίσεις του προηγούμενου αιώνα».  Όπως εξήγησε, «ένας συνδικαλιστικός νόμος, ο οποίος, αν δεν κάνω λάθος, είχε ψηφιστεί το 1982, χρειάζεται κάποιον εξορθολογισμό». Δεν κάνει λάθος. Πρόκειται για τον Ν. 1264/1982, ο οποίος αποτέλεσε ριζοσπαστική, δημοκρατική μεταρρύθμιση των εργασιακών σχέσεων έτσι όπως τις ρύθμιζε ο Ν. 330/1976. Ο τελευταίος αποσκοπούσε στο να παρεμποδίζει την άσκηση των συνδικαλιστικών ελευθεριών και του δικαιώματος της απεργίας. Είναι χαρακτηριστικό το άρθρο 38, παρ. 1 του ίδιου νόμου σύμφωνα με το οποίο θα μπορούσε να αρθεί η ασυλία συνδικαλιστικών στελεχών εάν αποφασιζόταν η κήρυξη απεργίας, δηλαδή η άσκηση του αντίστοιχου δικαιώματος κατά παράβαση του Ν. 330/1976. Ας δούμε, όμως, και πιο συγκεκριμένα τις «παρωχημένες ρυθμίσεις του προηγούμενου αιώνα» σε σχέση με την εργοδοτική αυθαιρεσία, η οποία εκδηλώνεται και με τις ελεύθερες και αναιτιολόγητες απολύσεις εργαζομένων. Αυτή είναι η κύρια, προς κατάργηση, «παρωχημένη ρύθμιση». Η εισηγητική έκθεση του «παρωχημένου» Ν. 1264/1982 κατέληγε ως εξής: «Οι διατάξεις αυτές, με τις οποίες ανοίγεται μια νέα εποχή στον χώρο του συνδικαλιστικού δικαιώματος, αποτελούν την πρώτη φάση στην προσπάθεια μεταρρύθμισης του καθεστώτος της επιχείρησης και ενίσχυσης της εκπροσώπησης των συμφερόντων της εργασίας. Πράγματι, η μεγάλη πρακτική σημασία από την προτεινόμενη μεταρρύθμιση θα πρέπει να αναζητηθεί στο γεγονός ότι αποτελεί την αφετηρία για τη νομιμοποίηση μιας αντεξουσίας στην παραδοσιακή εργοδοτική εξουσία στους χώρους της δουλειάς». Αυτή είναι η μεταρρύθμιση που έφερε αυτός ο νόμος: νομιμοποίησε μια αντεξουσία ικανή να περιορίζει την αυθαιρεσία που επέβαλλε η «παραδοσιακή εργοδοτική εξουσία στους χώρους της δουλειάς». Αυτή η αντεξουσία εκφράζει και το περιεχόμενο του άρθρου 22, παρ. 2 του συντάγματος του 1975, το οποίο εγγυάται τη συλλογική αυτονομία, δηλαδή την προστασία των ΣΣΕ, ως περιορισμό και φραγμό της εργοδοτικής εξουσίας. Η επιστροφή, όμως, τώρα, αυτής της αυθαίρετης παραδοσιακής εργοδοτικής εξουσίας συνιστά παλινόρθωση του πνεύματος του συντηρητικού φιλελευθερισμού του 19ου αιώνα. Αυτή είναι η παράδοσή της. Εκεί θεμελιώθηκε.  Έχουν αλλάξει βεβαίως οι συνθήκες. Δεν υπάρχον πλέον τρώγλες. Δεν υπάρχει ενιαία εργατική τάξη. Η Τέταρτη Βιομηχανική Επανάσταση αλλάζει τα πάντα. Τα πάντα;  Ίσως όχι τα πάντα εφόσον βλέπουμε να επανέρχεται αυτή η ιδεολογική νομιμοποίηση της ανέλεγκτης εργοδοτικής εξουσίας. Εάν όλα συρρικνώνονται στην ατομική ευθύνη, τότε δεν έχουν λόγο -αλλά ούτε και χώρο- ύπαρξης τα συλλογικά δικαιώματα. Η κατεξοχήν «παρωχημένη ρύθμιση του προηγούμενου αιώνα» διατυπώνεται εναργέστατα στο άρθρο 16, παρ. 1 του Ν. 1264/1982: «Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το κράτος». Η κατάργηση αυτής της αρχής είναι η -διά του νεοφιλελευθερισμού- επανάκαμψη του συντηρητικού φιλελευθερισμού του 19ου αιώνα.
03
07

Η «ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς» στις Πανελλαδικές εξετάσεις

Χωρίς τις ρυθμιστικές αρχές της δημοκρατίας, η αγορά θα κατέρρεε λόγω των αυτοματισμών της. Ο νεοφιλελεύθερος φονταμενταλισμός αδιαφορεί για το ότι όσοι έχουν χαμηλή αγοραστική δύναμη αδυνατούν να εξασφαλίσουν αναγκαία για τη ζωή τους αγαθά και υπηρεσίες. Η πρόσφατη πανδημία το ανέδειξε εκ νέου αυτό και, εάν δεν ληφθούν μέτρα προστασίας των δημοσίων αγαθών και ενίσχυσης του κοινωνικού κράτους, θα το αναδείξει και με πιο επώδυνο τρόπο. Να, όμως, που και αυτός ο πόνος τη φτώχεια θα πλήξει περισσότερο. Ο νεοφιλελεύθερος φονταμενταλισμός αδιαφορεί για τους φτωχούς. Αυτή είναι η νέα μορφή ρατσισμού. Αδιαφορεί, όμως, και γι’ αυτό που ο ίδιος παράγει, δηλαδή πολύ υψηλή ανεργία, ανάγκες τις οποίες δεν μπορούν να καλύψουν οι οικονομικώς αδύναμοι και έναν πλανήτη που αργοπεθαίνει χάριν του μεγαλύτερου κέρδους. Ο νεοφιλελεύθερος φονταμενταλισμός, που φιλοτέχνησε και προέβαλλε τον ιδεότυπο του «ορθολογικού» ανθρώπου ως του εγωιστή θηρευτή του ατομικού κέρδους και συμφέροντος, αδυνατεί να κατανοήσει τον δικό του ανορθολογισμό.
24
05

Ξανά το κοινωνικό ζήτημα

Η ολιγαρχία που νέμεται τον δημόσιο πλούτο και αναρριχάται ως παρασιτικός κισσός στον κορμό του Δημοσίου, αλλά και της ίδιας της κοινωνίας, μόνο μέσω ολοκληρωτικής άσκησης της εκτελεστικής εξουσίας μπορεί να κυριαρχεί. Η ολοκληρωτικού τύπου ειδησεογραφική προπαγάνδα και η πελατειακή επιχειρηματικότητα μόνο με τον πολιτικό φιλελευθερισμό δεν σχετίζονται. Είναι εκδηλώσεις του πολιτικού δεσποτισμού αυτής της ολιγαρχικής συμμαχίας συμφερόντων. Γι’ αυτό θα πληγεί ο κόσμος της εργασίας. Γι’ αυτό θα στερηθούν οι εργαζόμενοι το δικαίωμά τους στην αξιοπρεπή ζωή, στην περίθαλψη, στην κοινωνική ασφάλιση. Τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα μπορεί να τα απολαύσει κάποιος μόνον όταν διασφαλίζεται η ισότιμη άσκησή τους και για όλους τους άλλους. Κανείς δεν απολαμβάνει την ατομική ελευθερία του χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη διασφάλιση της βιοτικής του αυτοτέλειας. Έτσι επανέρχεται το ζήτημα των κοινών αγαθών και η σχέση τους με την αρχή της συλλογικής αυτονομίας, στην οποία περιλαμβάνονται και οι Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας. Επανέρχεται η έννοια των δημοσίων αγαθών, που εξοβέλισε ο αδηφάγος κτητικός ατομικισμός, ο οποίος αφαιρεί την ατομικότητα από την ατομική ελευθερία και συρρικνώνει την τελευταία στην εγωιστική επιδίωξη του στενού συμφέροντος και μόνο. Χωρίς τα δημόσια αγαθά, καμία ανάπτυξη της προσωπικότητας δεν είναι εφικτή. Χωρίς δημόσια Παιδεία και Υγεία, δεν υπάρχει εαυτός προς καλλιέργεια. Δεν υπάρχει ατομικότητα, δηλαδή η αυτοσυνείδητη κατάφαση στην αυτεξουσιότητα, την προσωπική αυτονομία, αυτήν που επιτρέπει σε κάθε άνθρωπο να είναι διακριτό πρόσωπο από τους άλλους, αλλά και ταυτόχρονα ενεργός, ισότιμος πολίτης μαζί με όλους τους άλλους. Γι’ αυτό η κρίση που επέφερε η πανδημία μπορεί να ανοίξει την προοπτική προς την αλληλέγγυα συνύπαρξη, αλλά μπορεί και να ανοίξει την καταπακτή προς το ψυχικό έρεβος των ανθρώπων. Εκεί φωλιάζει ο αδηφάγος ατομικισμός, που συχνά εξαλλάσσεται σε ανθρωποβόρο ρατσισμό. Το είδαμε και με τους πρόσφυγες αυτό.
12
02

Στέφανος Δημητρίου: Ισότητα της ψήφου, Μια αδιανόητη προϋπόθεση;

Η πραγματική αδιανόητη προϋπόθεση, που γι’ αυτό δεν την διανοήθηκε ο υπουργός Επικρατείας, είναι ότι αυτή η σχέση, ανάμεσα στην αρχή της ισότητας της ψήφου και της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας, καθιστά την απλή αναλογική ως το πλέον αρμόζον, προς τη συνταγματική τάξη και τις αρχές του πολιτεύματος, εκλογικό σύστημα. Σαφώς και δεν είναι το μόνο λειτουργικό. Είναι, όμως, το μόνο που επιτρέπει τη νοηματική πληρότητα της αρχής της ισότητας της ψήφου. Είναι επίσης το μόνο υπέρ του οποίου συνηγορεί το προαναφερθέν απροσμάχητο αποδεικτικό στοιχείο, όπως αυτό προκύπτει από την εγγραφή της αρχής της ισότητας της ψήφου στο εννοιολογικό και κανονιστικό πεδίο της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας. Και είναι και το μόνο που συστοιχεί πλήρως στην αξίωση να ικανοποιείται η συνθήκη της αριθμητικής σχέσης ψήφων και εδρών, ώστε να εναρμονίζονται, άρα και να επιτυγχάνεται, διά της αναλογικής εκπροσώπησης των κομμάτων, η ικανοποίηση της αντιπροσωπευτικής αρχής. Το αναλογικό σύστημα είναι το πλέον καλώς συνταιριασμένο και προς τη δημοκρατική και προς την αντιπροσωπευτική αρχή. Τώρα λοιπόν φτάνουμε στην πραγματικά αδιανόητη, για τον υπουργό Επικρατείας, προϋπόθεση: δηλαδή ότι μπορεί η απλή αναλογική να είναι όλα τα παραπάνω, χωρίς να είναι το μόνο θεμιτό εκλογικό σύστημα. Συνεπώς, θα είναι δυνατόν να προταθεί και κάποιο άλλο εκλογικό σύστημα, όπως αυτό που πρότεινε η κυβέρνηση, το οποίο να συνιστά απόκλιση από την αρχή της πολιτικής ισότητας. Αυτή η πρόταση, όμως, θα πρέπει να στηρίζεται σε επαρκώς ισχυρούς δικαιολογητικούς λόγους, οι οποίοι να εξαρτώνται από τις θεμελιώδεις αξιακές και οργανωτικές αρχές του δημοκρατικού, κοινοβουλευτικού μας πολιτεύματος. Αυτή είναι η πραγματικά αδιανόητη προϋπόθεση για τον κ. υπουργό Επικρατείας και το κόμμα του, το οποίο, αντί να εξελιχθεί σε μια πολιτικά φιλελεύθερη και ρεπουμπλικανικά δημοκρατική Κεντροδεξιά -αναγκαία και χρήσιμη για τη χώρα-, επιμένει να παραμένει μια Δεξιά που δεν ξεχνά τι σημαίνει Δεξιά. Και αυτό, από την άλλη, μας οδηγεί και στον ρόλο τού ΣΥΡΙΖΑ - Προοδευτική Συμμαχία, που, ως αξιωματική αντιπολίτευση και μελλοντική κυβερνητική δύναμη, οφείλει να ενεργεί, όπως και κάνει, ως δύναμη θεσμικής ευθύνης, έχοντας τις αποσκευές του γεμάτες με την κοινοβουλευτική, πολιτική παρακαταθήκη του Ηλία Ηλιού και του Αλέξανδρου Σβώλου. Και μας τιμά -και μας δοκιμάζει- το να σηκώνουμε το βάρος τέτοιων αποσκευών.
27
12

Στέφανος Δημητρίου: Η κρίση δημοκρατίας ως κρίση του κράτους δικαίου

Η οικονομική κρίση, που εξελίχτηκε σε κοινωνική κρίση και σε κρίση του πολιτικού συστήματος και της αντιπροσώπευσης, μετατρέπεται σε κρίση νομιμοποίησης των πολιτικών θεσμών και η τελευταία, από κρίση νομιμοποίησης, καθίσταται κρίση της ίδιας της νομιμότητας. Συνεπώς, είμαστε σε συνθήκες κρίσης – ή διακινδύνευσης – της δημοκρατικής νομιμότητας. Όταν, δηλαδή, προκρίνεται η σκοπιμότητα σε βάρος της νομιμότητας, τότε το δόγμα δεν είναι «νόμος και τάξη», αλλά είναι το δόγμα του «εσωτερικού εχθρού». Η Αριστερά, δηλαδή ο ΣΥΡΙΖΑ, ως κόμμα εξουσίας, αλλά και, τώρα, ως αξιωματική αντιπολίτευση, πρέπει να καταστεί και δύναμη θεσμικής εγγύησης και προστασίας όλων των συνταγματικών ελευθεριών και δικαιωμάτων, από τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, μέχρι το να μην ξεγυμνώνονται πολίτες στον δρόμο από την αστυνομία (περίπτωση πρόκλησης και διαχείρισης του φόβου). Η Αριστερά, ο ΣΥΡΙΖΑ, πρέπει ξανά, όπως η ΕΔΑ, να είναι ο μαχητικός, αξιόπιστος και, με μεστό, ευκρινή προγραμματικό λόγο, εγγυητής της δημοκρατικής νομιμότητας. Η τελευταία πλήττεται και από την πρόσφατη εισαγγελική πρόταση να μην κριθεί εγκληματική οργάνωση η Χρυσή Αυγή. Έτσι, όμως, η δημοκρατική πολιτεία μετατρέπεται σε ανοχύρωτη, ευάλωτη πολιτεία. Η Αριστερά είναι φρουρός της δημοκρατικής νομιμότητας και πρέπει να εγγυηθεί και το νόμο και την τάξη, αλλά το νόμο που επιβάλλει υποχρεώσεις και προστατεύει δικαιώματα, και την τάξη ως συνταγματική τάξη. Ο νεοφιλελεύθερος ολοκληρωτισμός – και η κυβέρνηση που τον εκφράζει – διασαλεύει την τάξη, τη δημοκρατική τάξη των δικαιωμάτων, των ελευθεριών, της κοινωνικής και πολιτικής εκπροσώπησης. Η Αριστερά, ο ΣΥΡΙΖΑ, οφείλει να υπερασπιστεί αυτή την τάξη και να εγγυηθεί την αποκατάστασή της ως μέλλουσα κυβέρνηση. Γιατί δεν υπάρχει τίποτε πιο ριζοσπαστικό από το να βελτιώνεις, έστω και λίγο, όσο μπορείς, την καθημερινότητα και τη ζωή των ανθρώπων. Εάν κάποιος δεν ξεκινήσει από εκεί, σε κανέναν σοσιαλισμό δεν πρόκειται να φτάσει ποτέ, ούτε ένα τετράγωνο πιο πέρα δεν θα πάει.