Τα οικονομικά της ελπίδας
Η πρόσοδος αντλείται μέσω της ιδιοκτησίας και της άσκησης ελέγχου σε ένα αναγκαίο και σπάνιο αγαθό (όπως είναι για παράδειγμα το χρήμα ή η τεχνολογία). Οποιος ελέγχει το χρήμα και τις τεχνολογικές γνώσεις μπορεί να συσσωρεύει πελώριο πλούτο, εξορύσσοντας αξία από τις παραγωγικές δραστηριότητες. Ο χρηματοπιστωτικός τομέας, αντί να εκπληρώνει το βασικό καθήκον που περιγράφουν τα οικονομικά εγχειρίδια, αντί δηλαδή να μετατρέπει τις αποταμιεύσεις σε επενδύσεις και να χρηματοδοτεί τις παραγωγικές δραστηριότητες που δημιουργούν αξία και καινοτομία, έχει γίνει σε μεγάλο βαθμό ανεξέλεγκτος και αυτόνομος σε σχέση με την υπόλοιπη οικονομία. Από τη δεκαετία του 1980 κι έπειτα, ο τομέας αυτός έχει συμβάλλει καθοριστικά στην άνοδο ενός «καζινοκαπιταλισμού», που τροφοδοτεί μιαν ακραία προσοδοθηρία. Με τη μεγάλη κρίση του 2008, το χρηματοοικονομικό χάος συμπαρέσυρε στην πτώση την παγκόσμια οικονομία.
Και συνεχίζει ακόμα και σήμερα να υπονομεύει την οικονομική ανάπτυξη και να απειλεί τη συλλογική ευημερία. Ολα αυτά συμβαίνουν επειδή τα κράτη έχουν απαρνηθεί ένα θεμελιώδες καθήκον: να ρυθμίζουν και να οργανώνουν τις χρηματοοικονομικές αγορές και να τις προσανατολίζουν στην εξυπηρέτηση των κοινωνικών αναγκών. Σύμφωνα με τη Ματσουκάτο, το κράτος θα έπρεπε να έχει έναν ενεργό ρόλο στη δημιουργία της αξίας και στη διαμόρφωση, την οργάνωση και τον προσανατολισμό των νέων αγορών. Οι δημόσιοι θεσμοί δεν πρέπει να παρεμβαίνουν μόνο για να διορθώνουν τις «αποτυχίες της αγοράς». Θα πρέπει να αναπτύσσουν την πολιτική ικανότητα και να εφοδιάζονται με τις αναγκαίες ειδικές και τεχνικές γνώσεις, ώστε να προσανατολίζουν ενεργητικά την οικονομία και τις αγορές στην αποτελεσματική αντιμετώπιση των συντελούμενων μεγάλων αλλαγών –των τεχνολογικών μετασχηματισμών, της κλιματικής αλλαγής, της ενεργειακής μετάβασης- προς όφελος του κοινού καλού. Η δημιουργία αξίας πρέπει να βελτιώνει τη ζωή όλων και όχι να μετατρέπεται σε κέρδος για τους λιγοστούς κατόχους του πλούτου.









