Αναδημοσιεύσεις

17
01

Leo Panitch-Sam Gindin: Τάξη, κόμμα και η πρόκληση του μετασχηματισμού του κράτους

Την περίοδο του νεοφιλελευθερισμού οι κρατικοί μηχανισμοί είναι στενά συνδεδεμένοι με διεθνείς οργανισμούς, συνθήκες και ρυθμίσεις που έχουν στόχο τη διαχείριση και την αναπαραγωγή του παγκόσμιου καπιταλισμού. Αυτό δεν έχει απολύτως καμία σχέση με την άποψη ότι το κεφάλαιο [μπορεί να] παρακάμπτει το εθνικό κράτος και ότι εν τέλει εξαρτάται από κάποιο διεθνικό κράτος. Τόσο η φύση της παρούσας κρίσης όσο και οι αντιδράσεις απέναντι σ’ αυτήν έχουν αποδείξει, για άλλη μια φορά, πόσο μεγάλη σημασία εξακολουθούν να έχουν τα κράτη. Ακόμα και στον πιο εκλεπτυσμένο διεθνικό θεσμικό σχηματισμό, την Ευρωπαϊκή Ένωση, το κέντρο της πολιτικής βαρύτητας δεν βρίσκεται στον υπερεθνικό κρατικό μηχανισμό που εδρεύει στις Βρυξέλλες. Αυτές που πραγματικά καθορίζουν τι είναι και τι κάνει η ΕΕ είναι, αντίθετα, οι ασυμμετρικές οικονομικές και πολιτικές σχέσεις εξουσίας [που υπάρχουν] μεταξύ των χωρών της Ευρώπης. Κάθε σχέδιο για εκδημοκρατισμό σε διεθνή κλίμακα, όπως αυτά που προτείνει η Αριστερά για την Ευρωπαϊκή Ένωση μετά την εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ, εξακολουθεί να εξαρτάται από την ισορροπία των ταξικών δυνάμεων και τις επιμέρους δομές μέσα σε κάθε έθνος κράτος. Συνεπώς, οι αλλαγές στους διεθνείς θεσμούς εξαρτώνται από τους μετασχηματισμούς στο επίπεδο των εθνικών κρατών. Και οι αλλαγές στους διεθνείς κρατικούς μηχανισμούς που πρέπει να επιδιώκουν οι σοσιαλιστές είναι αυτές που θα αυξάνουν τις δυνατότητες ελιγμών μέσα σε κάθε επιμέρους κράτος. Αυτό που πρέπει να εννοούμε σήμερα όταν μιλάμε για σοσιαλιστικό διεθνισμό είναι ένας προσανατολισμός που θα έχει στόχο την αλλαγή της ισορροπίας δυνάμεων στις άλλες χώρες και στους διεθνείς οργανισμούς, έτσι ώστε να δημιουργηθεί περισσότερος χώρος για τις δυνάμεις του μετασχηματισμού σε κάθε χώρα.
16
01

Χριστόφορος Παπαδόπουλος: Προαπαιτούμενα

Στον Απολογισμό της πολιτικής μας διαδρομής και της κυβερνητικής μας θητείας, που συνομολογήσαμε στον ΣΥΡΙΖΑ, χρησιμοποιήσαμε 2 εκφράσεις κλειδιά, που κωδικοποιούν την ταυτότητα μας, τα οποία είναι και ερμηνευτικά εργαλεία για το κείμενο της Ομπρέλας. Το πρώτο: «εντός και εναντίον», το οποίο το ερμηνεύσαμε με ποιο τρόπο λειτουργείς στρατηγικά σε ένα καπιταλιστικό περιβάλλον, χωρίς να παραιτείσαι, να συμφιλιώνεσαι με τις ανισότητες και την αδικία, χωρίς να γίνεσαι όμοιος με τον αντίπαλο σου. Χωρίς να συμφιλιώνεσαι δηλαδή με τον καπιταλισμό, ο δικός μας ορίζοντας είναι ο σοσιαλισμός και οι πολλαπλοί δρόμοι πραγμάτωσης του κοινωνικού μετασχηματισμού. Το δεύτερο ερμηνευτικό κλειδί: «διευρύνοντας τα όρια του εφικτού», με την έννοια ότι παράγουμε πολιτική σε ένα δυσμενές περιβάλλον, σε ένα πλαίσιο εκβιασμών, καταναγκασμών και νεοφιλελεύθερης επιβολής. Η στάση μας όλα αυτά τα χρόνια της κυβερνητικής μας διαδρομής ήταν να δημιουργούμε ρήγματα στο πλαίσιο των καταναγκασμών. Σε εποχές σκληρών Μνημονίων να δημιουργούμε ένα παράλληλο Πρόγραμμα, στοιχεία του οποίου ήταν η αναδιανομή και η μείωση των ανισοτήτων, η αξιοπρέπεια της εργασίας και η προστασία των διεκδικήσεων των εργαζομένων, η επαναθεμελίωση του κοινωνικού κράτους και η καθολικότητα των δικαιωμάτων, με εμβληματική μεταρρύθμιση το δικαίωμα στην Υγεία των ανασφάλιστων, των μεταναστών συμπεριλαμβανομένων. Έχω την πεποίθηση ότι για τους παραπάνω λόγους μας εμπιστεύτηκε, σε εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες, το 31,5% της ελληνικής κοινωνίας, με τους νέους πρώτους απ’ όλους. Αυτή είναι η αφετηρία μας και δεν πρέπει να τη διαψεύσουμε. Δεν είναι,όμως, στις νέες συνθήκες επαρκές, αν θέλετε δεν ήταν αρκετό ούτε το τελευταίο διάστημα της κυβερνητικής μας θητείας, με την έννοια ότι υποτιμήσαμε τις προσδοκίες των μεσαίων στρωμάτων για άμεση αποκατάσταση, προσδοκία που πυροδοτούσε συστηματικά η ΝΔ –και η οποία σε ένα χρόνο διαψεύστηκε με κρότο. Αγνοήσαμε τον διαβρωτικό ρόλο της αντι ΣΥΡΙΖΑ συμμαχίας, δεν διορθώσαμε εγκαίρως τα στραβά της διακυβέρνησης, την έπαρση και την αυτάρκεια. Δεν κατανοήσαμε επαρκώς το νεοσυντηρητικό κύμα που καβάλησε η ΝΔ, το οποίο οργανώνεται με βάση τον εθνικισμό, το ρατσισμό, την ομοφοβία, τις θεωρίες συνομωσίας, τα fakenews. Στην πραγματικότητα η συντηρητική ηγεμονία υποδαυλίζει το φόβο της απώλειας της ταυτότητας, της κοινωνικής και της φαντασιακής ταυτότητας. Η ακροδεξιά βιοπορίζεται παντού με αυτό το φόβο, είτε μιλάμε για την ακροδεξιά στην Ελλάδα, είτε μιλάμε για τον Τραμπ, τον Μπολσονάρου ή τον Όρμπαν.
16
01

Τρία προβλήματα σχετικά με τον Μάκη Βορίδη

Το προηγούμενο Σάββατο αναπαρήγαγα μια ανάρτηση σχετικά με την συμμετοχή του Μάκη Βορίδη στην πορεία του Λεπέν πριν τον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών στη Γαλλία, όπου αντιμετώπιζε τον Σιράκ. Ο Βορίδης όχι απλά υποστήριζε τον Λεπέν, αλλά σηκώθηκε και ταξίδεψε από την Ελλάδα στη Γαλλία για να πορευτεί ανάμεσα σε κέλτικους σταυρούς και ακροδεξιούς με ξυρισμένα κεφάλια ενάντια στον υποψήφιο της mainstream Γαλλικής Δεξιάς. Αυτά το 2002. Κατά ειρωνεία της τύχης, την ίδια μέρα, η πιο φιλοκυβερνητική εφημερίδα, ΤΑ ΝΕΑ, φιλοξενούσαν συνέντευξη του Βορίδη όπου δήλωνε ότι "η Αριστερά το μόνο που έχει να μου καταμαρτυρήσει, είναι που ήμουν πριν 35 χρόνια", εννοώντας την ένταξή του στην ΕΠΕΝ. Μέσα στην εβδομάδα, παρακολούθησα την συζήτηση στη Βουλή σχετικά με τις αλλαγές που εισηγείται ο Βορίδης στην διαδικασία προσλήψεων στο Δημόσιο και την επιδιωκόμενη συστηματική παράκαμψη των διαγωνισμών του ΑΣΕΠ μέσω της - ιδιαίτερα αδιάβλητης, ως γνωστόν - προσωπικής συνέντευξης. Ο Βορίδης είπε ότι οι αλλαγές που προωθούνται αποτελούν έκφραση της εγελιανής αντίληψης περί ουδετερότητας του κράτους σε αντίθεση με την μαρξιστική αντίληψη σύμφωνα με την οποία το κράτος είναι αποτύπωση συσχετισμού κοινωνικών δυνάμεων, άρα μη αντικειμενικό. Τέλος, συζητώντας με φίλο που εμπιστεύομαι την γνώμη του, μου μετέφερε γνώμη σημαντικών ανθρώπων, αλλά και του ίδιου, ότι ο Βορίδης είναι ένας χαρισματικός ρήτορας και αξιόλογος πολιτικός αντίπαλος. Από τον συνδυασμό όλων των παραπάνω, κατά την ταπεινή μου γνώμη, προκύπτουν τρία προβλήματα. Το πρώτο έχει να κάνει με τον τρόπο που ο Βορίδης αντιμετωπίζει το παρελθόν του και την σχέση του με την ΝΔ. Το δεύτερο σχετίζεται με τον θεσμικό του ρόλο ως Υπουργού Εσωτερικών. Και το τρίτο έχει να κάνει με τον τρόπο που οι αντίπαλοι της ΝΔ βλέπουν τον Βορίδη. Σχετικά με το πρώτο ζήτημα: αν κανείς επισκεφτεί την ιστοσελίδα του Μάκη Βορίδη, θα διαβάσει ότι η πολιτική του δράση ξεκινά το 2007 με την εκλογή του ως βουλευτή του ακροδεξιού ΛΑΟΣ. Όπως ξέρουμε όλοι, αυτό δεν ισχύει. Ο Βορίδης προφανώς θέλει να ξεχαστεί όχι μόνο η ΕΠΕΝ, αλλά και το Ελληνικό Μέτωπο το προσωπικό του κόμμα, στο οποίο ήταν Πρόεδρος. Το σημαντικότερο όμως ζήτημα, κατά την ταπεινή μου γνώμη είναι ότι ο Βορίδης παραδίδοντας στη λήθη το (όχι τόσο μακρινό) παρελθόν του, αποφεύγει συστηματικά - όλα αυτά τα χρόνια - να πει έστω μια λέξη αυτοκριτικής για αυτό. Για παράδειγμα, δεν έχει ποτέ ανασκευάσει όσα έχει πει για τον ιδρυτή του κόμματος στο οποίο ανήκει, τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, τον οποίο (ως Πρόεδρος του Ελληνικού Μετώπου) αποκαλούσε "ξεπουλημένο" και "προσκυνημένο". Είναι εύκολο να λες αορίστως ότι όλα αυτά έγιναν πριν 35 χρόνια, αλλά μια έντιμη στάση - αν έχεις πραγματικά αλλάξει απόψεις - είναι να επανατοποθετηθείς κριτικά απέναντι στο παρελθόν σου. Αυτό δεν έχει συμβεί ποτέ. Το μόνο για το οποίο έχει ζητήσει συγγνώμη ο Βορίδης είναι για την στάση του απέναντι στο Ισραήλ. Ο καθένας καταλαβαίνει γιατί. Το ζήτημα θα έπρεπε να αφορά πρωτίστως τους δημοκρατικούς ανθρώπους στην Νέα Δημοκρατία. Δεν είναι λίγο η παράταξή σου να υποδέχεται μετά βαίων και κλάδων κάποιον που - ως πρόεδρος κόμματος - εξύβριζε επί χρόνια με τον χειρότερο τρόπο τον ιδρυτή του κόμματός σου, χωρίς να αξιώνεις έστω μια λέξη αυτοκριτικής και συγγνώμης. Αυτό αφορά τόσο τον υποδοχέα του στην ΝΔ, τον Αντώνη Σαμαρά (που δεν κουβαλάει και πολύ διαφορετικά μυαλά) όσο και τον τωρινό πρωθυπουργό, πάγιο σύμμαχο των πάσης φύσεως ακροδεξιών κατά την πατρική παράδοση, που τον αναβάθμισε. Το πρόβλημα λοιπόν με τον Βορίδη δεν είναι ότι πριν 35 χρόνια υπήρξε τσεκουροφόρος επενίτης και πριν 18 χρόνια συνοδοιπόρος του Λεπέν, αλλά ότι ακόμα και σήμερα δεν αποκηρύσσει τις απόψεις εκείνου του καιρού. Ο λόγος είναι κατά την γνώμη μου προφανής. Ο άνθρωπος άλλαξε κόμμα, δεν άλλαξε απόψεις. Με την στήριξη του Μητσοτάκη αξιοποιεί την έλλειψη δημοκρατικών αντανακλαστικών και ευαισθησίας στο κόμμα προκειμένου να ανελιχτεί προσωπικά. Οι δε φιλοδοξίες του, όπως αντιλαμβάνεστε, είναι πολύ ψηλές. Είναι ευθύνη των δημοκρατικών ανθρώπων στη ΝΔ, που προφανώς υπάρχουν, να μην επιτρέψουν αυτό το πράγμα να συμβεί. Το δεύτερο πρόβλημα είναι συναφές με την ιδιότητά του ως Υπουργού Εσωτερικών. Εδώ και λίγες ημέρες η χώρα μας έχει έναν Υπουργό Εσωτερικών που έχει δηλώσει (το 2018, όχι το 1985) ότι "ο Κυριάκος Μητσοτάκης πρέπει να κάνει παρεμβάσεις στο κράτος και στους θεσμούς για να μην ξαναέρθει η Αριστερά στην εξουσία" Και μόνο το γεγονός αυτό είναι αδιανόητο, δηλαδή ο άνθρωπος που έχει την ευθύνη της εκλογικής διαδικασίας, να έχει την άποψη ότι θα πρέπει με θεσμικούς τρόπους να αποτραπεί η άνοδος της αξιωματικής αντιπολίτευσης στην εξουσία. Αυτό είναι νομίζω επαρκές για να τελειώσει η συζήτηση περί του δήθεν φιλελεύθερου πρωθυπουργού. Σε καμία άλλη ευρωπαϊκή χώρα κάτι τέτοιο δεν θα ήταν καν νοητό. Ο Πρωθυπουργός προφανώς όχι απλά δεν έχει τέτοιες ευαισθησίες, αλλά προδήλως συμμερίζεται αυτές τις βαθιά αντιδημοκρατικές σκέψεις, γι'αυτό και κάνει την συγκεκριμένη επιλογή. Κάθε δημοκρατικός πολίτης οφείλει να αντιδράσει σε αυτή την πραγματικά προκλητική επιλογή. Το τρίτο πρόβλημα τέλος, έχει να κάνει με την αντιμετώπιση του Βορίδη από τους πολίτες που δεν είναι οπαδοί της ΝΔ. Όταν ο Βορίδης επικαλείται τον Χέγκελ για να πει ότι η παράκαμψη του ΑΣΕΠ δικαιολογείται λόγω της ουδετερότητας του κράτους, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ ("η Αριστερά", όπως ορίζει πάντα ο ίδιος τον αντίπαλο καταδεικνύοντας ότι εχθρός του είναι οι ιδέες της κοινωνικής ισότητας και δικαιοσύνης και όχι το συγκεκριμένο κόμμα) είναι δέσμιος της μαρξιστικής θεωρίας του κράτους που ανέχεται την μεροληψία, δεν νομίζω ότι βρισκόμαστε στην επικράτεια μιας σοβαρής συζήτησης. Γιατί ούτε ο Χέγκελ (που πράγματι διατύπωσε σημαντικές σκέψεις για το κράτος) ούτε ο Μαρξ σκεφτόντουσαν ακριβώς γύρω από τις διαδικασίες επιλογής στο Δημόσιο, αλλά διατύπωναν σκέψεις γύρω από το ρόλο του κράτους σε σχέση με τον κοινωνικό ανταγωνισμό και τις κοινωνικές τάξεις. Ο Βορίδης υποβιβάζει μια φιλοσοφική συζήτηση σε μια άσκηση μικροπολιτικής. Κατά την γνώμη μου, δεν το κάνει τυχαία. Νομίζω ότι ο σκοπός του είναι απλά και μόνο να προκαλέσει εντύπωση. Να δημιουργήσει δηλαδή στους αντιπάλους του την εντύπωση ότι μπορεί να συζητά για υψηλές έννοιες, την ώρα που απλά προσπαθεί να βολέψει τα γαλάζια παιδιά. Και να αποσπάσει την εκτίμηση ότι "έχει επίπεδο και συγκρότηση" και ότι είναι ένας αξιόλογος πολιτικός αντίπαλος. Παιδιά, μην τσιμπάτε. Είναι άλλο πράγμα ο διανοητής και άλλο ο φιγουρατζής. Ο Βορίδης-Πονηρίδης ξέρει ότι η έκφραση θαυμασμού από τους πολιτικούς αντιπάλους μεταφράζεται σε πολιτικό κεφάλαιο (είπαμε ότι ο άνθρωπος έχει φιλοδοξίες) στο εσωτερικό του δικού του κόμματος. Ωστόσο, τα πασαλείματα του Χέγκελ, δεν σε κάνουν ούτε σοβαρό ούτε φιλόσοφο. Ο Βορίδης δεν είναι ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, αλλά μάλλον ο Σπύρος Θεοτόκης του 21ου αιώνα. Κανένα δέος λοιπόν για αυτόν τον λύκο που φοράει συγκυριακά την προβιά του πρόβατου. Οι δημοκρατικοί άνθρωποι, σε όλους τους πολιτικούς χώρους, ας σκεφτούν και ας πράξουν αναλόγως.
16
01

Κωστής Παπαϊωάννου: Ας περιμένουν οι γυναίκες

Τι άγρια χαρά στα κοινωνικά δίκτυα κατά της Σοφίας Μπεκατόρου που βγήκε μπροστά, στο φως, και μίλησε για τον βιασμό της! Πόση μανία να αποδομηθεί αμέσως η αφήγηση, να μην στηριχτεί πάνω της ίχνος ταύτισης, να μην προλάβει κανείς να νιώσει αλληλεγγύη ή συμπάθεια ή θυμό. Η εξομολόγηση στη σέντρα, να βρεθούν κενά, ανακολουθίες. Να στηλιτευτεί η αφήγηση, να γίνει η ίδια η αποκάλυψη του βιασμού ως πράξη αυτοτελές έγκλημα, τεκμήριο ενοχής. Να σπάσει το αφηγηματικό περιεχόμενο από την αφήγηση, να μην τα συνδέει τίποτα, να είναι άλλο ο βιασμός κι άλλο η αποκάλυψή του. Κι αν το πρώτο κάποτε παραγράφεται, το δεύτερο δεν θα βρίσκει ποτέ θέση μέσα στον χρόνο. Γιατί δεν το έκανε τότε (που δεν μπορούσε) 22χρονη απέναντι στον μεγάλο παράγοντα; Κι αφού δεν το έκανε τότε, γιατί το κάνει τώρα που μπορεί; Πόση μανία να γίνει το θύμα θύτης. Ύποπτη και τότε, ύποπτη και σήμερα. Ας πρόσεχε, χαζές είναι όσες δε μιλάνε; Κι αφού μίλησε, ας γίνει παράδειγμα προς αποφυγή για τις άλλες. Πολλά σχόλια τα αντρικά, τα «δεν θα τολμάμε ούτε να μιλήσουμε σε μια κοπέλα». Πόσο θλιβερή κι ανάξια, κυρίως όμως προβλέψιμη η κλασική αντίδραση στο Me too. Κι από δίπλα, «τώρα το θυμήθηκε;» και «γιατί μπήκε στο δωμάτιο;» σε σχόλια γυναικών. Τι αυτοχειριαστική επιμονή να επιβεβαιωθούν τα κλασικά μοτίβα , η αντρική κυριαρχία, η υποτίμηση των γυναικών. Το μήνυμα είναι ένα: καλύτερη η σιωπή, η αυτοενοχοποίηση, η καταστολή των συναισθημάτων. Τι μένει; Ένα μόνο: πιο πολύ από την επισήμανση της έμφυλης βίας και της τοξικής αρρενωπότητας, πιο πολύ από τη διαπόμπευση του ισχυρού άντρα που «παίρνει» με το ζόρι τη γυναίκα, αυτό που προκαλεί φόβο και ταραχή είναι η απελευθέρωση του λόγου των γυναικών. Μπροστά στον φόβο αυτόν, ποτάμια χολής θα χυθούν ακόμα. Υγ. Όσοι έχετε κορίτσια μη χάνετε στιγμή. Κι όσοι έχετε αγόρια το ίδιο.
15
01

Ιβάν Σεπέδα-Κάστρο: «Η ειρηνευτική διαδικασία, κλειδί για το αύριο της Κολομβίας»

Θεωρώ ότι στην Κολομβία –όπως συνέβη και σε άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής– έχουν αρχίσει και δημιουργούνται οι συνθήκες να νικήσει μια κυβέρνηση, και προπαντός μια πρόταση, δημοκρατικού και προοδευτικού χαρακτήρα. Το ζήτημα της ειρήνης είναι ζήτημα-κλειδί. Όπως σας είπα και παραπάνω, είναι ένα κεντρικό θέμα, υπάρχουν ωστόσο και άλλα πάνω στα οποία μπορεί να υπάρξει προγραμματική συμφωνία. Για παράδειγμα: - Η αλλαγή του ενεργειακού προτύπου για την οικονομική παραγωγικότητα, σύμφωνα με τις σημερινές επιταγές της κλιματικής αλλαγής και των επιπτώσεών της. - Η προστασία του πλούτου της χλωρίδας και της πανίδας, της βιοποικιλότητας. - Η απόλυτη ανάγκη ολοκληρωτικής αγροτικής μεταρρύθμισης, όπως αυτή που προτείνει η συμφωνία ειρήνης. - Η ανάγκη πολιτικής μεταρρύθμισης που θα μας μεταμορφώσει αληθινά σε μια δημοκρατική χώρα, και όχι απλά μια τυπική δημοκρατία – στρατιωτικοποιημένη μάλιστα, όπως επιβάλλεται σήμερα στην Κολομβία. - Η διαμόρφωση σήμερα στην ήπειρο κάποιων σχέσεων που να έχουν ταυτόχρονα ως αίτημα την εθνική κυριαρχία και το σεβασμό της, την οικοδόμηση θεσμών και την ολοκλήρωσή τους, τον σεβασμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων, την κοινωνική ισότητα. Υπάρχουν, κατά συνέπεια, κάποια βασικά προγραμματικά σημεία πάνω στα οποία μπορούμε να χτίσουμε μια εναλλακτική πρόταση εξουσίας, όχι μόνο η Αριστερά και οι αριστερές δυνάμεις αλλά όλες οι δημοκρατικές δυνάμεις, προκειμένου να οδηγηθούμε σε μια Κολομβία, που θα ήταν το αποτέλεσμα μιας τέτοιας διαδικασίας μετασχηματισμού.
14
01

Χριστόφορος Παπαδόπουλος: Οι αντιστάσεις, οι μετασχηματισμοί, απαιτούν συμμαχίες, κοινωνικές και πολιτικές

Πρέπει να απορρίψουμε την ιδέα σύμφωνα με την οποία, φαινόμενα όπως μια επιδημία ανοίγουν τον δρόμο αυτόματα σε πολιτικό νεωτερισμό και επιθυμητό κοινωνικό μετασχηματισμό. Στη νέα περίοδο θα διατηρήσουν την πολιτική τους δύναμη μόνον οι νέες διακηρύξεις και οι πεποιθήσεις που αφορούν τα νοσοκομεία και τη δημόσια υγεία, τα σχολεία και την ισότητα στην παιδεία, την περίθαλψη των ηλικιωμένων, την ευάλωτη θέση των γυναικών. Είναι τα ζητήματα στα οποία πρέπει να αρθρώσουμε λόγο, για τους νέους κινδύνους που ανέδειξε η επιδημία, κατανοώντας ταυτόχρονα τις νέες και παλιότερες απειλές. Ο δικός μας πολιτικός λόγος πρέπει να συνέχει τις ανισότητες, με τα κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα, την οικολογική κρίση και τις επιπτώσεις του ψηφιακού καπιταλισμού. Δεν γίνεται να ξεχνιέται στην ανάλυση μας και κυρίως στο Πρόγραμμα μας ότι ένας νέος ψηφιακός καπιταλισμός ξημερώνει. Νέες ανισότητες επιβάλλονται με εργαλεία την ψηφιοποίηση της οικονομίας και τις πλατφόρμες ηλεκτρονικού εμπορίου. Η «αμαζονοποίηση» του λιανικού εμπορίου κερδίζει συνεχώς έδαφος, εξορίζοντας τις μικρές επιχειρήσεις του κλάδου σε περιοχές όπου η ψηφιοποίηση δεν έχει πρόσβαση. Την ίδια στιγμή, ο κόσμος της εργασίας γίνεται περισσότερο ευάλωτος, περισσότερο ανασφαλής από ποτέ, και οι κοινωνίες απειλούνται από ένα καθεστώς επιτήρησης, από τον αόρατο «μεγάλο αδελφό». Έμφαση πρέπει να δίνουμε στα ζητήματα της κλιματικής κρίσης, στα ζητήματα της Δίκαιης Μετάβασης, από την οικονομία των εξορύξεων και των ορυκτών καυσίμων στις ανανεώσιμες πηγές. Στο δικό μας συντακτικό η μετάβαση πρέπει να είναι δίκαιη, δηλαδή να δίνει προτεραιότητα στον άνθρωπο και να μεριμνά για τις περιφέρειες, τους κλάδους και τους εργαζομένους που θα έρθουν αντιμέτωποι με τις μεγάλες προκλήσεις. Το νόημα της δικαιοσύνης είναι ευρύτερο και εκτείνεται σε ζητήματα περιβαλλοντικής και κλιματικής δικαιοσύνης, καθώς και σε ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και συμμετοχικών διαδικασιών που επιτρέπουν σε όλους τους ενδιαφερόμενους να εμπλακούν όχι μόνο στην εφαρμογή αλλά και στον σχεδιασμό των πολιτικών μετάβασης σε μια κλιματικά ουδέτερη οικονομία. Οι αντιστάσεις, οι μετασχηματισμοί απαιτούν συμμαχίες, κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες, με αυτή την έννοια η πρόσκληση του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ απευθύνεται σε πολλούς: Όσους δηλαδή επιλέγουν ως πεδία πολιτικής αντιπαράθεσης με την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη το κοινωνικό ζήτημα, δηλαδή τη νέα φτώχεια, την ανεργία, την υπεράσπιση της δημόσιας υγείας και της δημόσιας παιδείας, την προστασία της εργασίας απέναντι στις ευελιξίες και τους περιπλανώμενους εργαζόμενους. Όσους μεριμνούν και συμπάσχουν για τους ανθρώπους του πολιτισμού, την καλλιτεχνική δημιουργία, που υπερασπίζονται το περιβάλλον και τη βιώσιμη πόλη για όλους, όχι μόνο για τους επισκέπτες και τη βιομηχανία της διασκέδασης Όσους ανησυχούν για την κλιματική κρίση και το νέο «κατασκοπευτικό» καπιταλισμό. Όσους αντιδρούν απέναντι στο δόγμα του Νόμου και της Τάξης Η πρόσκληση για συνεργασία πρέπει να είναι ανοικτή, χωρίς ημερομηνία λήξης, βλέπετε, άλλες φορές η Ιστορία φαίνεται καθηλωμένη και άλλοτε τρέχει. Συνήθως αναπάντεχα.
14
01

Δ.Σ. Συλλόγου Μελών Διδακτικού και Ερευνητικού Προσωπικού Παντείου Πανεπιστημίου: Αλήθειες και μύθοι για τα δημόσια Πανεπιστήμια

Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια συστηματική προσπάθεια συγκρότησης μιας αρνητικής αναπαράστασης για τα δημόσια Πανεπιστήμια. Κατασκευάζονται και δημοσιεύονται από τα μέσα επικοινωνίας μύθοι για τα δημόσια Πανεπιστήμια. Ως σύλλογος Διδακτικού και Ερευνητικού Προσωπικού θα θέλαμε να ανασκευάσουμε μέρος αυτής της κατασκευασμένης μιντιακής πραγματικότητας. Μύθος 1: «Να γίνουν τα ελληνικά Πανεπιστήμια όπως όλα τα Πανεπιστήμια του κόσμου». Μύθος 2: «Τα δημόσια Πανεπιστήμια δεν είναι επαρκώς διεθνοποιημένα και δεν κάνουν έρευνα υψηλού επιπέδου». Μύθος 3: «Πρέπει να ενισχυθούν τα ταξίδια για υπογραφή συμφωνιών με ξένα Πανεπιστήμια, να αναδειχθούν προγράμματα στην αγγλική και να κληθούν να διδάξουν στη χώρα ξένοι επιστήμονες που θα συντελέσουν στη διεθνοποίηση». Μύθος 4: «Τα Πανεπιστήμιά μας είναι χαμηλού επιπέδου καθώς σε αυτά εισέρχονται φοιτητές με Μ.Ο. 3». Μύθος 5: «Τα δημόσια Πανεπιστήμια είναι κέντρα ανομίας». Μύθος 6: «Σε όλα τα Πανεπιστήμια του κόσμου υπάρχουν είσοδοι φοιτητών με κάρτα που τα προστατεύει από την παραβατικότητα». Μύθος 7: «Να δημιουργηθεί πανεπιστημιακή αστυνομία για να πατάξει την παραβατικότητα, όπως σε όλα τα Πανεπιστήμια του κόσμου». Εν κατακλείδι: Τα ελληνικά δημόσια Πανεπιστήμια έχουν ανάγκες και η ελληνική πολιτεία και η κοινωνία οφείλουν να ανταποκριθούν σε αυτές. Δεν χρειάζονται ούτε επιτήρηση ούτε τιμωρία ούτε φυλακή. Χρειάζονται όραμα και μακρόπνοη στρατηγική ενίσχυσης της Ανώτατης Παιδείας. Το οφείλουμε στους νέους και τις νέες. Στο μέλλον του τόπου.
14
01

Αμερική: Μια χώρα χωρισμένη στα δύο με έναν «ακήρυχτο εμφύλιο» σε εξέλιξη

Την δεκαετία του 1980 Ο Τζακ Άμποττ  ενας Αμερικανός κατάδικος έγραψε την εμπειρία του από τις  φυλακές και εξέδωσε με την βοήθεια του Νόρμαν Μέιλερ το βιβλίο με τίτλο  ‘’Στην κοιλιά του κτήνους (In the Belly of the Beast)’’. Αν θα θέλαμε κάτι να τονίσουμε σήμερα είναι ότι το να μιλάς για Σοσιαλισμό στην Αμερική, είναι σαν να μιλάς για Σοσιαλισμό ‘’στην κοιλιά  του κτήνους’’. Και όμως τελευταία αυτό συμβαίνει. Αυτό που έχει θορυβήσει την αστική τάξη της Αμερικής είναι το γεγονός ότι εκατοντάδες χιλιάδες βγήκαν στους δρόμους και διαδήλωσαν με αφορμή την δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ. Για πολλές εβδομάδες εκατοντάδες χιλιάδες Αμερικανοί διαδήλωναν και πολλές φορές συγκρουόντουσαν με την αστυνομία. Οι κινητοποιήσεις αυτές ‘’αγκάλιασαν’’ την νεολαία, τους εργαζόμενους, τους διανοουμένους και μεγάλη μερίδα των καλλιτεχνών. Ακόμα και τους ακριβοπληρωμένους παίκτες του Μπάσκετ δεν άφησε ασυγκίνητους. Το ποιο σημαντικό είναι το ότι αυτές οι κινητοποιήσεις βρήκαν πολιτική έκφραση στην αριστερή ριζοσπαστική πτέρυγα του δημοκρατικού κόμματος με κύριο εκπρόσωπο τον Μπέρνι Σάντερς. (...) Αυτό που ξεκίνησε δεν πρόκειται να σταματήσει. Στην Αμερική έγινε αυτό που απευχόταν η αστική τάξη. Σαν αποτέλεσμα της κρίσης, της φτώχειας και της καπιταλιστικής απληστίας και βαρβαρότητας, η αμερικανική κοινωνία βρίσκεται σε μια βαθειά ταξική και κοινωνική πόλωση. Η κρίση και τα προβλήματα δεν πρόκειται να σταματήσουν και  ο καπιταλισμός θα οδηγεί στην εξαθλίωση εκατομμύρια νέους εργαζόμενους. Αυτό σαν γεγονός θα τροφοδοτεί την ένταση και τις συγκρούσεις. Η κρίση θα αυξήσει και  τις εργατικές κινητοποιήσεις. Ο νέος πρόεδρος Μπάιντεν δεν πρόκειται να αντιμετωπίσει με ‘’λουλούδια’’ τις κινητοποιήσεις και τις εξεγέρσεις που έρχονται. Θα στηριχτεί και αυτός στην καταστολή και αργότερα και στους ίδιους παραστρατιωτικούς που στηριζόταν ο Τραμπ. Οι εργαζόμενοι πρέπει να συνδέσουν και να ενώσουν τους αγώνες τους με τα κινήματα  μέσα από  κοινές διεκδικήσεις. Πάνω από όλα πρέπει να προετοιμάσουν το δικό τους κόμμα που ήδη έχει σαν πρόπλασμα το κίνημα που συσπειρώθηκε γύρω από τον Μπέρνι Σάντερς και τα κινήματα των δρόμων. Οι ιδέες του Σοσιαλισμού δίνουν  όραμα σε εκατομμύρια Αμερικανούς εργάτες και νεολαίους  και ανοίγουν το δρόμο για να πάρουν τα όνειρα (του Τζο Χιλ, των Σάκο και Βαντσέτι, του Αύγουστου Σπάις και των νεκρών του Σικάγο, των ‘’εργατών του κόσμου‘’ και των ‘’Wobblies’’) εκδίκηση.
14
01

Ο Μαξ Βέμπερ, θύμα αστυνομικής βίας

Στον τόμο «Οικονομία και Κοινωνία», αυτή τη μεγάλη συλλογή κειμένων που εκδόθηκε μετά τον θάνατό του από τη σύζυγό του, Μαριάνε Βέμπερ, το 1921, ο κοινωνιολόγος [Μαξ Βέμπερ] προτείνει τον περίφημο ορισμό του για το κράτος: Μπορούμε να ορίσουμε ως «κράτος» έναν πολιτικό θεσμό, γράφει, όταν «αυτός διεκδικεί επιτυχώς […] το μονοπώλιο του νόμιμου φυσικού καταναγκασμού (Zwang)». Προσθέτει επίσης ότι το κράτος χρησιμοποιεί πολλά άλλα μέσα για να εξασφαλίσει την υπακοή, αλλά «η απειλή και ενδεχομένως η εφαρμογή της βίας» είναι παντού, «σε περίπτωση αποτυχίας των άλλων μέσων, το έσχατο μέσο (ultima ratio)». Στη διάλεξή του για την «Πολιτική ως Επάγγελμα» (1919), ο Βέμπερ προτείνει έναν ελαφρώς διαφορετικό ορισμό: «Το κράτος είναι αυτή η ανθρώπινη κοινότητα η οποία, εντός καθορισμένης περιοχής [...] διεκδικεί για τον εαυτό της και καταφέρνει να επιβάλει το μονοπώλιο της νόμιμης φυσικής βίας». Αλλά η θεμελιακή ιδέα, προφανώς, είναι η ίδια. Αυτός ο ορισμός του κράτους από τον Βέμπερ έχει θεωρηθεί -και δικαίως- κατάλληλος, από διάφορα ρεύματα των κοινωνικών επιστημών. Δεν απέχει και πολύ από τις μαρξιστικές θέσεις… Επιπλέον, ο ίδιος ο Βέμπερ, στην «Πολιτική ως Επάγγελμα», παραθέτει για να υποστηρίξει το επιχείρημά του -όχι δίχως μια στάλα ειρωνείας- τίποτα λιγότερο από Λέον Τρότσκι: «“Κάθε κράτος βασίζεται στη βία”, δήλωνε ο Τρότσκι απ’ την πλευρά του στο Μπρεστ Λιτόφσκ». Πρέπει ωστόσο να τονιστεί πως αυτός ο ορισμός είναι απολύτως «Wert-frei», απαλλαγμένος από αξιολογική κρίση. Η εν λόγω «νομιμότητα» εδώ δεν έχει καμία σημασία καθ’ εαυτή. Δεν είναι μια ηθική αρχή, μια καντιανή κατηγορική προσταγή, τίποτα περισσότερο από έναν καθολικό κανόνα δικαίου. Οπως μας υπενθυμίζει η επιφανής ειδικός για τον Βέμπερ, Κατρίν Κολιό-Τελέν, σ’ ένα άρθρο που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Le Monde στις 19 Φεβρουαρίου 2020, «ο όρος “νόμιμος”, σε αυτόν τον ορισμό, δεν έχει κανονιστική έννοια: δεν είναι το ισοδύναμο του “δίκαιου” ή “ορθολογικά θεμελιωμένου”. Η μονοπώληση από το κράτος της νόμιμης βίας […] είναι ένα δεδομένο γεγονός: ένα συγκεκριμένο είδος εξουσίας, σε μια ορισμένη περιοχή, κατάφερε να επιβάλει την ηγεμονία του σε άλλους τύπους εξουσίας που το ανταγωνίζονταν κατά τους προηγούμενους αιώνες». Πράγματι, η έννοια της «νομιμότητας» σημαίνει για τον Βέμπερ μόνο την πίστη στη νομιμότητα της εξουσίας, την αποδοχή της ως νόμιμης από τα υποκείμενα της κυριαρχίας. Οπως γνωρίζουμε, ο Βέμπερ διακρίνει τρεις τύπους νομιμοποίησης της κυριαρχίας (και συνεπώς του μονοπωλίου του κράτους στη βία): ● Ορθολογική (ή νομική ή ορθολογική-γραφειοκρατική): η πίστη στη νομιμότητα των υφιστάμενων ρυθμίσεων ● Παραδοσιακή: η πίστη στην ιερότητα των παραδόσεων και των αρχών που τις επικαλούνται ● Χαρισματική: η πίστη στον ιερό, ηρωικό ή εξαιρετικό χαρακτήρα ενός ατόμου. Η νομιμότητα για την οποία μιλά ο Βέμπερ δεν έχει κατ’ ανάγκη μια σχέση με το κράτος δικαίου. Δεν είναι παρά μόνο μια πεποίθηση, η αποδοχή ενός λόγου νομιμοποίησης, μέσα σε όλες τις δυνατές μορφές κράτους, συμπεριλαμβανόμενης της απολυταρχίας, της παραδοσιακής νομιμότητας ή μιας προσωπικής δικτατορίας της χαρισματικής νομιμότητας. Για να δώσουμε ένα ακραίο παράδειγμα, το οποίο δεν έχει καμιά σχέση με κράτος δικαίου: το Τρίτο Ράιχ είναι, χωρίς καμιά αμφιβολία, ένα κράτος υπό την έννοια του βεμπεριανού ορισμού: κατά τη διάρκειά του, «διεκδίκησε επιτυχώς το νόμιμο μονοπώλιο του φυσικού καταναγκασμού». Μετά την ήττα του ναζισμού, στρατιωτικοί και διοικητικά στελέχη του (διοικητές στρατοπέδων συγκέντρωσης κ.λπ.) προσπάθησαν να «νομιμοποιήσουν» τα εγκλήματά τους με δυο ισχυρισμούς: ● Την υπακοή στις ανώτερες αρχές (ορθολογική-γραφειοκρατική νομιμότητα) ● Τον όρκο της πίστης στον Φίρερ (χαρισματική νομιμότητα). Αυτοί οι ισχυρισμοί απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο της Νυρεμβέργης και οι ένοχοι τιμωρήθηκαν με φυλάκιση ή απαγχονισμό.
14
01

Ερωτήματα και απαντήσεις χωρίς τη χρήση μάσκας

Δεν θα κάνουμε ότι ξεχάσαμε τάχα το ερώτημα του κυβερνητικού εκπρόσωπου «έπρεπε να κλείσουν με τη βία οι ναοί;», ας το απαντήσουμε με σαφήνεια: όχι. Όπως δεν έπρεπε να αντιμετωπιστούν με πολύ ωμότερη αστυνομική βία οι εντελώς συμβολικές εκδηλώσεις τιμής στις 17 Νοεμβρίου και τις 6 Δεκεμβρίου. Ένας χρόνος σχεδόν, ωστόσο, ήταν αρκετός για να πειστούν και οι θρησκευόμενοι και οι ιεράρχες, ότι υπάρχουν θρησκευτικές πρακτικές που αποτελούν παραβίαση του νόμου που προνοεί για την καταπολέμηση των λοιμωδών νοσημάτων. Και δεν είναι θέμα σεβασμού του νόμου, αλλά της ανθρώπινης ζωής η συμμόρφωση με τον υγειονομικό κανόνα. Και ότι η θρησκευτική πεποίθηση δεν αποτελεί επαρκή νομικά και ηθικά λόγο για ειδική μεταχείριση. Τίποτα από όλα αυτά δεν μπορούσε να κάνει η κυβέρνηση με οδηγό μια μεροληπτική πολιτική κατεύθυνση και με μια συμπεριφορά αλά καρτ, που έσπερνε και εξακολουθεί να σπέρνει σύγχυση, αμφιβολίες και να καλλιεργεί την πεποίθηση ότι τα μέτρα παίρνονται για άλλους από τους διακηρυσσόμενους λόγους, Ο,τι χειρότερο, δηλαδή, για την οχύρωση του πληθυσμού μιας χώρας απέναντι σε μια πανδημία.