Το τανγκό των προσφύγων
Στο καινούργιο του βιβλίο ο Γρηγοριάδης γράφει ότι όταν έφτασε ο συνονόματος παππούς του από τη Σαμψούντα στο Παλαιοχώρι, ένα χωριό ώς τότε μισό οθωμανικό, οι ντόπιοι «μόνο που δεν πετροβολούσαν τους πρόσφυγες, από φόβο μη χαθούν τα κεκτημένα τους». Οι κοινωνικές αντιθέσεις, σχολιάζει, «αμβλύνθηκαν, χωρίς να ξεπεραστούν, παρά μόνο στην τρίτη γενιά, σ’ εμάς». Και είναι ενδεικτικό ότι άργησαν οι μεικτοί γάμοι. Οι γονείς του, ο Λεωνίδας και η Στέλλα με την υπέροχη φωνή που ζει ακόμα στο Παγγαίο, ήσαν από τους πρώτους που έδωσαν το παράδειγμα.
Στο Τραγούδι του πατέρα σημειώνει χαρακτηριστικά: «Οι νεαροί πρόσφυγες όπως ο πατέρας μου είχαν γεννηθεί στους τουρκομαχαλάδες λίγα χρόνια μετά την Ανταλλαγή, είχαν ακούσει για τις σφαγές και τις διώξεις των προγόνων τους, όμως αυτοί ήταν γέννημα μιας καινούργιας Ελλάδας που τη διεκδικούσαν και τη διαμόρφωναν με τον δικό τους τρόπο. Εφερναν μια φρεσκάδα που φάνηκε στα γλέντια τους».
Αυτό το κλίμα θα χαθεί ανεπιστρεπτί με τη χούντα. «Το στρατιωτικό καθεστώς αντάμα με την Εκκλησία επηρέασε ακόμα και τον τρόπο με τον οποίο γλεντούσαν οι άνθρωποι…».
Τελικά, χωρίς τυμπανοκρουσίες, αλλά με υπόκρουση τον ρυθμό του Κάρλος Γαρδέλ, το καινούργιο βιβλίο του Θεόδωρου Γρηγοριάδη, μια λοξή προσφυγική ιστορία ριζωμένη στην ντόπια βορειοελλαδίτικη κοινωνία, απαντά ηχηρά στον νέο σκοταδισμό των ημερών μας και στα κηρύγματα μίσους πολιτικών και ιερέων που δηλητηριάζουν ολόκληρη τη χώρα.









