Συνέντευξη με τους Bue Rübner Hansen (Πανεπιστήμιο της Νότιας Δανίας) και Emanuele Leonardi (Πανεπιστήμιο της Μπολόνια)
Τα τελευταία χρόνια, η εντεινόμενη κλιματική κρίση και άλλες οικολογικές κρίσεις έχουν προκαλέσει ένα κύμα ενδιαφέροντος για τις αριστερές εκδοχές της «αποανάπτυξης». […] Ορισμένοι θεωρητικοί και ακτιβιστές, όπως εσείς, εργάζονται εδώ και καιρό πάνω σε μια συνάρθρωση της «αποανάπτυξης» με τον «μαρξισμό». Για να ξεκινήσουμε με μια στοιχειώδη ερώτηση, πώς θα ορίζατε την «αποανάπτυξη» και ποιος είναι ο ρόλος της στα πολιτικά σας σχέδια;
EL: Θα επέλεγα τρεις ορισμούς της αποανάπτυξης. Ο πρώτος εκφράζει μια μετατόπιση από τα κοινωνικά κινήματα που συνδέονται με τον συγκρουσιακό κύκλο της εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης σε πιο πρόσφατες εκδηλώσεις του συγκρουσιακού κύκλου κατά της λιτότητας. Ο δεύτερος, παράλληλα με την έννοια της περιβαλλοντικής δικαιοσύνης, αφορά άμεσα τη σύνδεση με τον μαρξισμό και ασχολείται με την κατάσταση όπως ήταν λίγο πριν από τις παγκόσμιες απεργίες για το κλίμα το 2019. Ο τρίτος συνδέεται με τον οικοσοσιαλισμό και μας δίνει μια ιδέα για το πού βρισκόμαστε τώρα. Αυτοί οι τρεις ορισμοί μπορούν να αναλυθούν:
α – Kallis, D’Alisa, Demaria (2015): «Συνήθως, η αποανάπτυξη συνδέεται με την ιδέα ότι το μικρότερο μπορεί να είναι όμορφο. Οι οικολόγοι οικονομολόγοι ορίζουν την αποανάπτυξη ως μια δίκαιη μείωση της παραγωγής και της κατανάλωσης που θα μειώσει την απαίτηση ενέργειας και πρώτων υλών των κοινωνιών (Schneider et al. 2010). Ωστόσο, η έμφαση εδώ δίνεται στο διαφορετικό, όχι μόνο στο λιγότερο. Η αποανάπτυξη υποδηλώνει μια κοινωνία με μικρότερο μεταβολισμό, αλλά, το πιο σημαντικό, μια κοινωνία με μεταβολισμό που έχει διαφορετική δομή και εξυπηρετεί νέες λειτουργίες».
β – Akbulut, Demaria, Gerber, Martinez-Alier (2019): «Η αποανάπτυξη και η περιβαλλοντική δικαιοσύνη είναι συμπληρωματικές – από την περιβαλλοντική δικαιοσύνη λείπει ένας ευρύτερος θεωρητικός οδικός χάρτης, ενώ από την αποανάπτυξη λείπει ένα ευρύτερο κίνημα […] [Ένα καλό σημείο εκκίνησης για αυτήν την προσπάθεια] «μπορεί να είναι μόνο διεθνική-συστημική και βασισμένη στην τάξη […]. Ενώ ο μαρξισμός δίνει έμφαση στην αντίφαση κεφαλαίου-εργασίας, η αποανάπτυξη και η περιβαλλοντική δικαιοσύνη τονίζουν την αντίφαση μεταξύ καπιταλιστικής ανάπτυξης και συνθηκών διαβίωσης […]. [Η βασική ιδέα είναι ότι] «σε αντίθεση με τα παραδοσιακά εργατικά κινήματα, η περιβαλλοντική δικαιοσύνη και η κριτική της αποανάπτυξης συνήθως δεν επικεντρώνονται στη σύγκρουση κεφαλαίου-εργασίας στο πλαίσιο των διαδικασιών (ανα)παραγωγής, αλλά ασχολούνται μάλλον με την υπεράσπιση της κοινότητας, του εδάφους της και του περιβάλλοντος από την καπιταλιστική συσσώρευση. Με άλλα λόγια, η περιβαλλοντική δικαιοσύνη και η αποανάπτυξη εστιάζουν συχνά λιγότερο στις συνθήκες παραγωγής και περισσότερο στις συνθήκες ύπαρξης και αναπαραγωγής της κοινωνίας».
γ – Loewy, Akbulut, Fernandes και Kallis (2022): «Η οικοσοσιαλιστική αποανάπτυξη μπορεί να κερδίσει μόνο μέσω μιας αντιπαράθεσης με την ολιγαρχία των ορυκτών καυσίμων και τις άρχουσες τάξεις που ελέγχουν την πολιτική και οικονομική εξουσία. Ποιο είναι το υποκείμενο αυτού του αγώνα; Δεν μπορούμε να υπερβούμε το σύστημα χωρίς την ενεργό συμμετοχή της αστικής και αγροτικής εργατικής τάξης, η οποία αποτελεί την πλειοψηφία του πληθυσμού και ήδη επωμίζεται το κύριο βάρος των κοινωνικών και οικολογικών δεινών του καπιταλισμού. Αλλά πρέπει επίσης να διευρύνουμε τον ορισμό της εργατικής τάξης ώστε να συμπεριλάβει όσους αναλαμβάνουν την κοινωνική και οικολογική αναπαραγωγή, τις δυνάμεις που βρίσκονται τώρα στην πρώτη γραμμή των κοινωνικο-οικολογικών κινητοποιήσεων: νέους, γυναίκες, αυτόχθονες πληθυσμούς και αγρότες. Μια νέα κοινωνική και οικολογική συνείδηση θα αναδυθεί μέσα από τη διαδικασία της αυτοοργάνωσης και της ενεργού αντίστασης των εκμεταλλευόμενων και καταπιεσμένων».
Περισσότερο από το πραγματικό περιεχόμενο αυτών των ορισμών, αυτό που μετράει είναι η πορεία: από το «λιγότερο» στο «λιγότερο αλλά διαφορετικό», έπειτα από το «βασισμένο στην τάξη» στο «ασκούμενο από μια διευρυμένη εργατική τάξη». Στην παρούσα μορφή της, η αποανάπτυξη τέμνει το κύριο ερευνητικό μου έργο, καθώς ανοίγει δρόμους για τη διερεύνηση της οικολογικής διάστασης της ταξικής σύνθεσης και είναι πολιτικά χρήσιμη στο βαθμό που […] συμβάλλει στην οικοδόμηση ταξικά ευαίσθητων οικολογικών φαντασιακών.
BRH: Ο Emanuele έχει παράσχει μια ακριβή και λεπτομερή επισκόπηση των μεταβαλλόμενων και ευέλικτων νοημάτων της αποανάπτυξης. Η ιδέα της αποανάπτυξης είναι τόσο πολιτικά όσο και διανοητικά δημιουργική και χρησιμεύει για να συνδέσει άλλες ανησυχίες και επιθυμίες με έναν όχι πάντα συστηματικό τρόπο. Ίσως επειδή η αποανάπτυξη είναι ένα σχετικά νέο κίνημα χωρίς ένα μεγάλο και αδρανές ταξικό ακροατήριο, οι υποστηρικτές του είναι σχετικά ελεύθεροι να βελτιώσουν και να επαναπροσδιορίσουν την έννοια της αποανάπτυξης καθώς αντιμετωπίζουν την κριτική και τις σύγχρονες εξελίξεις. Αυτό καθιστά τον λόγο περί αποανάπτυξης δυναμικό, ευέλικτο και απογοητευτικά δύσκολο να προσδιοριστεί για άτομα που προτιμούν οι όροι να έχουν σταθερό και περιορισμένο νόημα.
Έτσι, αντί να ορίσουμε την αποανάπτυξη, μπορούμε να εντοπίσουμε μεταβαλλόμενους ορισμούς όπως κάνει ο Emanuele παραπάνω, ή να αναρωτηθούμε: ποιο είναι το πρόβλημα της αποανάπτυξης; Δηλαδή, σε ποια διανοητικά και πρακτικά προβλήματα διατυπώνεται ως απάντηση; Η προβληματική της αποανάπτυξης ξεκινά από την […] οικολογικά ανεπιθύμητη οικονομική ανάπτυξη (στον παγκόσμιο Βορρά και σε παγκόσμιο επίπεδο) λόγω της στενής της σχέσης με την οικοσυστημική βλάβη και αποσταθεροποίηση. Σε απάντηση σε αυτό το πρόβλημα, αναπτύσσει μια κριτική των οικονομικών, των πολιτικών και των τρόπων ζωής που είναι προσανατολισμένοι και εξαρτώμενοι από την ανάπτυξη, καθώς και εναλλακτικές λύσεις σε όλα αυτά. Προφανώς, αυτή η κριτική αποτελεί σοβαρή προσβολή για τους περισσότερους πολιτικούς, κρατικούς μάνατζερς και καπιταλιστές. Αλλά αποτελεί επίσης και σοβαρή πρόκληση για την παραδοσιακή αριστερή πολιτική.
Η αποανάπτυξη αποτελεί μια σημαντική ρήξη με τη σοσιαλιστική σκέψη του 20ού αιώνα, της οποίας το πρόβλημα ήταν, ωμά, ο τρόπος διαχείρισης της ακραίας αύξησης των παραγωγικών δυνάμεων. Για τους σοσιαλδημοκράτες αυτό σήμαινε την αξιοποίηση της καπιταλιστικής ανάπτυξης στο όνομα της κοινωνικοοικονομικής προόδου και σταθερότητας, ενώ για τους σοσιαλιστές κομμουνιστές αυτό σήμαινε την απαλλοτρίωση της καπιταλιστικής περιουσίας προκειμένου να επιτευχθεί η πλήρης ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων για την ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών και τη δημιουργία ενός βασιλείου ελευθερίας. Για όλους αυτούς τους αντικρουόμενους σοσιαλισμούς, η διευρυμένη υλική παραγωγή θεωρούνταν ως λύση στο πρόβλημα της σπανιότητας και του μόχθου. Αυτή η, τελικά χριστιανική, άποψη για την εργασία και τη ζωή αναδείχθηκε στην πολιτική οικονομία από τον Μάλθους και παραμένει, όπως υποστήριξε ο Kallis […], ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα για μεγάλο μέρος του μαρξισμού και του κεϋνσιανισμού. […]
Διατυπωμένη από ανθρώπους που ασχολούνται με πνευματικές αναζητήσεις (κριτικές της οικονομίας και της οικονομικής πολιτικής) και προεικόνιση κοινωνικών πειραμάτων, η κριτική της ανάπτυξης συχνά, και όπως ήταν αναμενόμενο, κατηγορείται από τους σοσιαλιστές ότι είναι της «μεσαίας τάξης». Το θέμα εδώ σπάνια είναι να επερωτήσουμε την ταξική ένταξη των υποστηρικτών της αποανάπτυξης (επειδή οι περισσότεροι φανατικοί σοσιαλιστές αποτελούν οι ίδιοι μέρος μιας «μεσαίας τάξης επαγγελματιών»), αλλά να αναρωτηθούμε για το κατά πόσον η αποανάπτυξη είναι προς το πραγματικό ή το αντιληπτό ιδιοτελές συμφέρον της «εργατικής τάξης». […]
Επιπλέον, αξίζει να σημειωθεί ότι η αποανάπτυξη προσφέρει τη δική της διαρκή κριτική στις πολιτικές της μεσαίας τάξης. Η αποανάπτυξη απορρίπτει τη δυναμική ανάπτυξης που έχει δημιουργήσει αυτήν την τάξη, απορρίπτει τον τρόπο ζωής της μεσαίας τάξης και τις φιλοδοξίες που την καθορίζουν. Σε αντίθεση με προδότες της αστικής τάξης του παρελθόντος, όπως ο Μαρξ, ο Ένγκελς, ο Τρότσκι, ο Νέγκρι κ.ά, οι οποίοι μπορούσαν να ενταχθούν σε μεγάλα, μαχητικά κινήματα της εργατικής τάξης, οι σύγχρονοι υποστηρικτές της αποανάπτυξης μεσοαστικής καταγωγής ενηλικιώθηκαν κατά τη διάρκεια της κρίσης του εργατικού κινήματος. Έτσι, η αποανάπτυξη, αν και στενά συνδεδεμένη με το κίνημα της εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης, δεν ήταν ποτέ μια ρητά ταξική κριτική της καπιταλιστικής κοινωνίας. Αλλά τα πράγματα μπορεί να μην παραμείνουν έτσι, καθώς οι συγγραφείς της αποανάπτυξης υιοθετούν πιο σαφή ταξικό λόγο. Και η προσέγγιση μπορεί να είναι αμοιβαία: στον γερμανόφωνο κόσμο, για παράδειγμα, όλο και περισσότερα συνδικάτα συμμετέχουν σε ανοιχτές ανταλλαγές με τους υποστηρικτές της αποανάπτυξης.
Αυτοί οι συνδικαλιστές έχουν συνειδητοποιήσει κάτι που ορισμένοι σοσιαλιστές συγγραφείς της μεσαίας τάξης δεν έχουν συνειδητοποιήσει, δηλαδή ότι η αποανάπτυξη δεν ομνύει στη λιτότητα ή στον πρωτογονισμό, ούτε είναι τεχνοφοβική. Η αποανάπτυξη έχει αναπτύξει μια έννοια του πλούτου που απορρίπτει την ψευδή επιλογή μεταξύ άπειρης ανάπτυξης και σπανιότητας, και την παράξενη, αστική-αρρενωπή ιδέα ότι οι ανάγκες μας δεν μπορούν να ικανοποιηθούν χωρίς ολοένα και μεγαλύτερο έλεγχο πάνω στη «φύση». Και αυτό είναι ένα σημείο που ανταποκρίνεται έντονα στην κατανόησή μου για τον μαρξισμό. Αλλιώς γιατί η ανάπτυξη να γίνει εμμονή σε έναν κόσμο κυριολεκτικής αφθονίας, αν όχι επειδή η «σπανιότητα» επιβάλλεται συνεχώς μέσω του ανταγωνισμού, της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και της κλοπής;
Σε πρόσφατη συνέντευξή του, ο Kim Stanley Robinson, συγγραφέας του μυθιστορήματος για την κλιματική αλλαγή Το υπουργείο του μέλλοντος, λέει: «Δεν μου αρέσει ο όρος αποανάπτυξη επειδή μου φαίνεται λάθος, ως ένα είδος συνθηκολόγησης με τον τρέχοντα ορισμό της «ανάπτυξης» που ποσοτικοποιείται από το ΑΕΠ, στην πραγματικότητα την αύξηση του κέρδους, ως το μόνο σύστημα μέτρησης που χρησιμοποιούμε». Συνεχίζει σχολιάζοντας ότι η αποανάπτυξη δεν είναι ένας καλός όρος, «επειδή υπάρχουν τουλάχιστον δύο δισεκατομμύρια άνθρωποι που ζουν σε δυστυχία και θέλουμε να έχουν επάρκεια (άλλη μια καλή λέξη) πριν μπορέσουμε να πούμε ότι “τα πάμε καλά ως πολιτισμός”». Τι πιστεύετε γι’ αυτήν την κριτική της ορολογίας της «αποανάπτυξης»;
EL: Δεν είμαι μεγάλος υποστηρικτής των συζητήσεων σχετικά με την ορολογία, επειδή τείνουν να τονίζουν την απόσταση μεταξύ των υποστηρικτών ιδεών (σχετικά με την αποανάπτυξη, σε αυτήν την περίπτωση) και των σκεπτικιστών, εμποδίζοντας την οικοδόμηση γεφυρών. […] Για μένα, το ερώτημα είναι: ανήκει ένα συγκεκριμένο πεδίο αναστοχασμού/ακτιβισμού στο «θέμα» μου; Αν ναι, ανοίγω ένα κανάλι επικοινωνίας για να δω αν ορισμένα ζητήματα που είναι ζωτικής σημασίας για μένα μπορούν να ενσωματωθούν σε αυτό το πεδίο αναστοχασμού/ακτιβισμού. Αν όχι, το επικρίνω/αντιτίθεμαι. Και στις δύο περιπτώσεις, η ετικέτα δεν είναι τόσο σημαντική […].
Όσον αφορά το ζήτημα της φτώχειας, θεωρώ αρκετά πειστική την ακόλουθη σκέψη: «Ζούμε σε έναν κόσμο όπου η φτώχεια παραμένει και όσοι έχουν ανεκπλήρωτες ανάγκες χρειάζονται περισσότερους πόρους για να τις ικανοποιήσουν. Ζούμε επίσης σε έναν οικολογικά περιορισμένο κόσμο που αγωνίζεται να μειώσει τις εκπομπές το συντομότερο δυνατό. Σε αυτό το πλαίσιο, μειώνοντας την κατανάλωση στον παγκόσμιο Βορρά (και γενικότερα για όλους όσους υπερκαταναλώνουν), θα μπορούσαμε να απελευθερώσουμε ορισμένους από αυτούς τους πόρους για τους ανθρώπους που τους χρειάζονται περισσότερο. Η διασφάλιση των βασικών αναγκών και της ευημερίας για όλους συνεπάγεται απαραίτητα τον περιορισμό της κατανάλωσης σε περιοχές υψηλού εισοδήματος και πλούσια νοικοκυριά, προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα στις χώρες και στα νοικοκυριά με λίγους πόρους να επιτύχουν αξιοπρεπές βιοτικό επίπεδο. Με άλλα λόγια, η αποανάπτυξη στον παγκόσμιο Βορρά αποτελεί προϋπόθεση για τη βιώσιμη ανάπτυξη στον παγκόσμιο Νότο» (Parrique, 2022).
Επιπλέον, για να θυμηθούμε ξανά τους Loewy, Akbulut, Fernandes & Kallis (2022): «Είναι γνωστό ότι ο παγκόσμιος Βορράς είναι ιστορικά υπεύθυνος για το μεγαλύτερο μέρος των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα. Οι πλούσιες χώρες πρέπει επομένως να αναλάβουν το μεγαλύτερο μέρος στη διαδικασία της αποανάπτυξης. Ταυτόχρονα, δεν πιστεύουμε ότι ο παγκόσμιος Νότος θα πρέπει να προσπαθήσει να αντιγράψει το παραγωγικό και καταστροφικό μοντέλο “ανάπτυξης” του Βορρά, αλλά να αναζητήσει μια διαφορετική προσέγγιση, δίνοντας έμφαση στις πραγματικές ανάγκες των πληθυσμών όσον αφορά τα τρόφιμα, τη στέγαση και τις βασικές υπηρεσίες, αντί να εξάγει όλο και περισσότερες πρώτες ύλες (και ορυκτά καύσιμα) για την καπιταλιστική παγκόσμια αγορά ή να παράγει όλο και περισσότερα αυτοκίνητα για τις προνομιούχες μειονότητες».
BRH: Συμφωνώ απόλυτα με τον Emanuele ότι οποιαδήποτε εννοιολογική διαμάχη σχετικά με τη φράση «αποανάπτυξη» πρέπει να είναι δευτερεύουσας σημασίας για τη γεφύρωση μεταξύ του κινήματος αποανάπτυξης και των κομμουνιστών και σοσιαλιστών που είναι σκεπτικοί απέναντι στον όρο. Στην πραγματικότητα, ο όρος «κομμουνισμός αποανάπτυξης» υπονοεί όχι μόνο ότι μια τέτοια γέφυρα είναι δυνατή, αλλά ότι είναι επιθυμητή και κατά κάποιο τρόπο απαραίτητη. Δεν νομίζω ότι αυτό το ερώτημα μπορεί να απαντηθεί με αναφορά στο αν ο Μαρξ ήταν οικοσοσιαλιστής ή κομμουνιστής αποανάπτυξης […], αλλά συμφωνώ με τον Kohei Saito ότι ο ύστερος Μαρξ είναι συμβατός με τον κομμουνισμό αποανάπτυξης.
Από τότε που άρχισα να συζητώ την έννοια με τον Nic Beuret το 2019 (επιμελούμουν την κριτική του για το Green New Deal), ο κομμουνισμός της αποανάπτυξης δεν μου φάνηκε ποτέ ως μια πλήρως διαμορφωμένη ιδέα ή έστω ως ένα ελκυστικό σύνθημα, όσο ως μια πρόκληση για σκέψη. Γιατί τι σημαίνει να φέρουμε κοντά την αποανάπτυξη και τον κομμουνισμό; Αυτή είναι μια προκλητική ερώτηση, δεδομένου ότι ο κρατικός σοσιαλισμός δεν παρείχε τόσο μια εναλλακτική λύση όσο μια πιο αργή εκδοχή της καπιταλιστικής θήρευσης της φύσης, δεδομένου ότι οι περισσότεροι μαρξισμοί υιοθέτησαν την πρώιμη προμηθεϊκή προσέγγιση του Μαρξ στην τεχνολογία, και δεδομένου ότι μεγάλο μέρος του πράσινου κινήματος από το οποίο πηγάζει η αποανάπτυξη έχει μια ιστορία αντικομμουνισμού και αντιμαρξισμού. Για να κατανοήσουμε γιατί η αποανάπτυξη και ο κομμουνισμός μπορεί να χρειάζεται να συνδυαστούν, είναι χρήσιμο να εξετάσουμε τα αντίστοιχα δυνατά και αδύνατα σημεία τους, τα οποία είναι μάλλον συμπληρωματικά.
Ο μαρξισμός έχει τη δική του κριτική στην ανάπτυξη, η οποία συνδέεται με την τάση του κεφαλαίου να αναπτύσσεται – σκεφτείτε έννοιες όπως η υπεραξία, η συσσώρευση, η τυπική και πραγματική υπαγωγή στο κεφάλαιο, η διευρυμένη αναπαραγωγή και ο ιμπεριαλισμός, όλες έννοιες ανάπτυξης. Οικονομικά, το κεφάλαιο εξαρτάται από την παραγωγή υπεραξίας –τη βασική και πιο ουσιαστική μορφή ανάπτυξης στον καπιταλισμό– χωρίς την οποία δεν μπορούν να υπάρξουν πληρωμές τόκων για δάνεια, πληρωμές ενοικίων, κέρδη και, ως εκ τούτου, καμία επένδυση – εξού και η κρίση. Επιπλέον, η σταθεροποίηση των κοινωνικών συγκρούσεων υπό τον καπιταλισμό απαιτεί μια ανάπτυξη που υπερβαίνει τις απαιτήσεις των καπιταλιστών: πρέπει να υπάρχει ένα φορολογητέο ή με άλλο τρόπο αναδιανεμητέο πλεόνασμα για να πληρωθούν η αστυνομία και τα δικαστήρια, καθώς και οι αυξήσεις κοινωνικής πρόνοιας και μισθών σε κατά τα άλλα ανήσυχους εργαζομένους. Αλλά αυτό ισοδυναμεί μόνο με μια κριτική της καπιταλιστικής ανάπτυξης και του τρόπου με τον οποίο η ανάπτυξη αξιοποιείται για την εξασφάλιση της καπιταλιστικής ηγεμονίας.
Από οικολογική άποψη, η αποανάπτυξη είναι πολύ πιο ριζοσπαστική. Τονίζει ότι η σύνθετη οικονομική ανάπτυξη, που συχνά θεωρείται με όρους οικολογικής οικονομίας ως η διακίνηση υλικών και ενεργειακών πόρων, είναι οικολογικά καταστροφική και μη βιώσιμη, ακόμη και όταν η διαχείρισή της γίνεται σε μη καπιταλιστική βάση. Έτσι, οι υπέρμαχοι της αποανάπτυξης έχουν κάνει εντυπωσιακό έργο, καθιερώνοντας τη δυνατότητα και την επιθυμητότητα της οικονομίας και των τρόπων ζωής χωρίς ανάπτυξη. Μπορείτε να καταλάβετε γιατί η αποανάπτυξη γίνεται σημείο αναφοράς για πολλούς μαρξιστές και κομμουνιστές που λαμβάνουν σοβαρά υπόψη την κρίση του οικοσυστήματος. Στην πραγματικότητα, μπορεί να αμφισβητήσουμε αν μπορεί να υπάρξει ανανέωση του κομμουνισμού, η οποία δεν θα βασίζεται στην προβληματική της αποανάπτυξης (δηλαδή την οικολογική κριτική της ανάπτυξης και το ζήτημα της οικονομίας και των τρόπων ζωής μετά την ανάπτυξη).
Αντίθετα, ο μαρξισμός και ο κομμουνισμός μπορούν να προσφέρουν σημαντικά στοιχεία στην αποανάπτυξη. Η αποανάπτυξη τείνει να μιλάει με έναν σαφώς κανονιστικό τρόπο, τονίζοντας τις διαφορετικές κοινωνικοοικονομικές ρυθμίσεις που είναι απαραίτητες και επιθυμητές για τον τερματισμό της καταστροφής του κλίματος και των οικοσυστημάτων. Αλλά ενώ είναι αλήθεια ότι η σταδιακή κατάργηση της ανάπτυξης είναι απαραίτητη και ότι είναι επιθυμητό να γίνεται αντικείμενο διαχείρισης και να σχεδιάζεται, αυτό δεν αποδεικνύει ότι είναι δυνατή μια ομαλή, σταδιακή κατάργηση της ανάπτυξης. Δεδομένης της εξάρτησης του καπιταλισμού από την ανάπτυξη, είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς οποιαδήποτε απουσία ανάπτυξης, συμπεριλαμβανομένης της αποανάπτυξης, η οποία δεν θα είναι ιδιαίτερα ταραχώδης και συγκρουσιακή. Και ενώ η επιστημονική αναγκαιότητα έχει σαφώς εμπνεύσει πολλούς ανθρώπους να λάβουν άμεση δράση και έχει ενθαρρύνει πειράματα με τη βιωσιμότητα, απέχει πολύ από το να κινητοποιήσει έναν αποφασιστικό αριθμό ανθρώπων. Εδώ, ένα βασικό μάθημα της κομμουνιστικής πολιτικής είναι ότι οι ευρείς κοινωνικοί μετασχηματισμοί από τα κάτω είναι απίθανοι, εκτός εάν η πίστη και η εξάρτηση των ανθρώπων από το status quo κλονιστούν και γίνουν ανοιχτοί στο να επαναπροσδιορίσουν την επιβίωση και το ποιοι είναι στον κόσμο. Ένα άλλο μάθημα είναι ότι, όσο η ανάπτυξη σημαίνει θέσεις εργασίας, μισθούς, μέσα διαβίωσης, πρόνοια, κοινωνική ειρήνη και την υπόσχεση προόδου για τεράστιο αριθμό ανθρώπων, θα παραμένει φάρος ελπίδας ή νοσταλγίας. Εκτός, δηλαδή, εάν η απουσία ανάπτυξης συνοδεύεται από βαθείς μετασχηματισμούς των οικονομικών σχέσεων, από απαλλοτριώσεις πλούτου, έως την κοινωνικοποίηση της στέγης, της γης, των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας και των βασικών εργοστασίων. Με λίγα λόγια, φαίνεται απίθανο η αποανάπτυξη να λάβει μαζική υποστήριξη χωρίς κομμουνιστικά μέτρα.
Nick Dyer-Witheford
Μετάφραση: Δημήτρης Παπανικολόπουλος