Συνεντεύξεις

Νικόλας Σεβαστάκης: «Υπάρχει κόπωση της πολιτικής φαντασίας»

Η 52η επέτειος από την αποκατάσταση της Δημοκρατίας και η άρνηση συμμετοχής στη δεξίωση μάς θύμισε πως έχουμε μια τραυματισμένη Δημοκρατία, ένα άδειο κουφάρι. Είναι έτσι;

Μου έκανε εντύπωση ότι υπήρξαν απόψεις και συντηρητικών ανθρώπων που έλεγαν ότι πρέπει να σταματήσει η κοσμικού τύπου δεξίωση, πράγμα που δείχνει ότι δεν αντιδρά μόνο η Αριστερά. Βέβαια, το ζήτημα δεν είναι μόνο θέμα αισθητικής, αλλά ουσίας. Έχουμε μια κρίση η οποία αγγίζει τον πυρήνα της δημοκρατικής ζωής, αυτής της «φιλελεύθερης, συνταγματικής» δημοκρατίας που ούτως ή άλλως έχει όρια και εξαρτήσεις. Έχουν πληθύνει φαινόμενα παρακμής, με την υπερσυγκέντρωση εξουσίας στο Μαξίμου, τα χρονικά φθοράς του λεγόμενου επιτελικού κράτους, την υποβάθμιση των κοινοβουλευτικών λειτουργιών, τη νομοθέτηση που θεσμοποιεί την παράδοση σε ιδιωτικά συμφέροντα. Χρειαζόμαστε έναν αναστοχασμό για τη Δημοκρατία, τις αλλαγές και τα σημερινά φαινόμενα αλλοίωσης και παρακμής της.

Η κρίση της δημοκρατίας πάει πίσω στο 2010, αν όχι ακόμα πιο πίσω. Πολλοί έχουμε ξεχάσει πώς είναι και πολλοί δεν έμαθαν ποτέ ότι μπορεί να γίνεται και αλλιώς…

Υπάρχει κόπωση της πολιτικής φαντασίας –να μπορούμε δηλαδή να φανταστούμε εναλλακτικά σενάρια και λειτουργικές διεξόδους, και σε αυτό έπαιξε ρόλο η πενταετία των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ στη διακυβέρνηση και η γενικότερη ηθική κρίση της Αριστεράς. Ένας κόσμος έχει στραφεί περισσότερο σε μια «δικαστική» εκδοχή για τη θεραπεία των οικείων δεινών. Προσπαθούμε να απαντήσουμε στο αίσθημα αδυναμίας προσδοκώντας διερευνήσεις σκανδάλων. Έχουμε όμως μεγαλύτερη ανάγκη από μια διαφορετική, πιο στρατηγική προσέγγιση στο πολιτικό σύστημα και στο κράτος όχι από μια μεταφυσική σχεδόν υπερτίμηση του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης.

Είναι πολλά τα παράλληλα μέτωπα: οι επιθέσεις στα δικαιώματα, οι ιδιωτικοποιήσεις αγαθών, η συντηρητικοποίηση, η αποδυνάμωση των θεσμών. Παρά τον κατακερματισμό μπορεί να υπάρξουν αντιστάσεις;

Διάβασα πρόσφατα το ωραίο βιβλίο της Wendy Brown Στα ερείπια του νεοφιλελευθερισμού. Η άνοδος της αντιδημοκρατικής πολιτικής στη Δύση, το οποίο προσεγγίζει και τον κατακερματισμό και την αδυναμία στοχοπροσήλωσης και συνέχειας της πολιτικής δράσης. Υπάρχουν στη χώρα ζωντανές διαθέσεις και πεποιθήσεις που έχουν τη λογική των σποραδικών αντιστάσεων. Λείπει το ανασυνθετικό στάδιο, η συνάρθρωση των αντιστάσεων σε κάτι ευρύτερο και πιο κεντρικό. Μην ξεχνάμε όμως πως ένα χαρακτηριστικό στον ύστερο καπιταλισμό είναι ότι τα υποκείμενα έχουν κουραστεί. Η ψυχολογική πολυδιάσπαση προσοχής έχει το ανάλογό της στη δυσκολία πολιτικής συγκέντρωσης σε κάποια μέτωπα/ θέματα με συνέπεια, συνέχεια και κάποια πειθαρχία του νου. Αναπτύσσεται παράλληλα μια διάθεση φυγής από το εν συνόλω πολιτικό και το κοινωνικό πεδίο. Και αυτή η τάση προς τη μηδενιστική έξοδο από το κοινωνικοπολιτικό πεδίο ενισχύεται από τη γενικότερη μπαχαλοποίηση του κόσμου και πέρα από τα σύνορά μας.

Εδώ υπάρχει μια αντίφαση, ενώ η Αριστερά και τα κινήματα περίπου έχουν «κλατάρει», η Δεξιά είναι σε μια τρομερή εγρήγορση, και ούσα πολύ καλά προετοιμασμένη μπορεί να παρεμβαίνει σε όλα τα πεδία. Περνά τις ιδέες της, ακόμα και αυτές που αγγίζουν ή διαπερνούν τον χώρο της ακροδεξιάς. Γιατί εκείνη τα καταφέρνει;

Η Δεξιά, όχι ως κομματική οικογένεια μα ως σύλληψη των πραγμάτων είναι πιο κοντά στο πραγματικό, σε αυτό που ισχύει και που έχουμε ήδη. Επομένως, μπορεί να χειρίζεται λεπτομέρειες της αποσυναρμολογημένης πραγματικότητας με μεγαλύτερη άνεση από ότι μια δύναμη, η οποία ενδιαφέρεται για το τώρα, θέλοντας, ωστόσο, να αλλάξει την κατάσταση. Η Αριστερά ακουμπάει σε μια χειραφετητική αντίληψη για το δέον γενέσθαι, ενώ η Δεξιά είναι πιο φυσικά ενσωματωμένη στους παρόντες μηχανισμούς εξουσίας και μικροεξουσίας, σε τοπικά δίκτυα ή σε επίπεδο συλλόγων, επιμελητηρίων, δομών διαχείρισης. Η Δεξιά δηλαδή κοιτάζει να «αδράξει» το υπάρχον με όρους δύναμης και της ατομικής θέσης εκάστου μέσα στις ανισότητες (που τις θεωρεί εξάλλου ανυπέρβλητες). Ως προς αυτό, η θέση της Αριστεράς πάντα ήταν δύσκολη. Να φέρω ένα παράδειγμα: το μεταναστευτικό. Οι δεξιές θέσεις για τη μετανάστευση είναι στοιχειώδεις και απλουστευτικές. Παίζουν με το πρώτο-πρώτο βλέμμα πανικόβλητων ανθρώπων: να σε μια πλατεία, σ’ ένα λιμάνι ένα πλήθος ξένων, με φτωχική εμφάνιση και «σκούρα» χρώματα. Με αυτό «κάνει πολιτική» η Δεξιά. Με το φοβισμένο βλέμμα και την ενοχλημένη καθημερινότητα. Η αριστερή προσέγγιση θα θελήσει να πάει πιο πέρα, να βρει αιτίες και ένα πλαίσιο που έφερε αυτούς τους ανθρώπους μέσα στην πλατεία. Επειδή η Αριστερά είχε, πριν εκραγούν οι φιλόδοξοι επαγγελματισμοί και μέσα της, και μια θεωρητική παιδεία, συλλογιζόταν τα πράγματα με πιο απαιτητικό τρόπο. Μιλώντας, ας πούμε, για την οργάνωση της αλληλεγγύης, απέναντι σε μια ρητορική οχύρωσης. Η Δεξιά έχει ένα πλεονέκτημα, παίζοντας συνεχώς με τον ωμό ρεαλισμό της αυτοσυντήρησης.

Είναι και το παράλογο, όπως είναι ο πόλεμος, που η Δεξιά μπορεί να διαχειριστεί. Η ειρήνη χάνει μπροστά σε μια έκρηξη εξοπλισμών, πολέμων για την εδραίωση ισχύος των ισχυρών. Το αντιπολεμικό κίνημα, που μιλά πιο απλή γλώσσα μπαίνει στη σκιά των πολέμων, στο όνομα της ανάπτυξης και της υπεροχής. Ανατρέπεται αυτός ο συσχετισμός;

Η γεωπολιτική ισχύς, τα ενεργειακά και ο πόλεμος είναι πεδία ευνοϊκά για τις συντηρητικές δυνάμεις. Το όποιο αντιπολεμικό κίνημα εμφανίζεται ως ηθικό φρόνημα όχι ως πολιτικός παίκτης. Για να ξεπεραστεί η εικόνα ενός απλώς ενάρετου ειρηνισμού θέλει πολλή δουλειά. Να γίνουν πιο ορατές και ιδίως κατανοητές οι πρακτικές συνέπειες από τους πολέμους και τη στρατιωτικοποίηση. Από μόνο του το αντιπολεμικό –πόσο μάλλον με μια αντιιμπεριαλιστική οπτική– λειτουργεί σε ένα μικρό μέρος του κοινού, γιατί προϋποθέτει αναλύσεις της κατάστασης που δεν αγγίζουν τα χαλαρά πολιτικοποιημένα κοινά. Αν το αντιπολεμικό συνδεθεί με την προστασία του κοινωνικού κράτους, την υπεράσπιση του εισοδήματος αλλά και τη συλλογική αξιοπρέπεια της χώρας, θα μπορέσει να συναντήσει και περισσότερες λαϊκές δυνάμεις. Σε κάθε περίπτωση έχει σημασία να σχίσουμε το πέπλο του γεωπολιτικού κυνισμού, ο οποίος έχει γίνει η κυρίαρχη πνιγηρή ιδεολογία του καιρού.

Υπάρχει μια πλημμυρίδα τοπικών κινημάτων, που καταγράφουν και νίκες, οι οποίες με κάποιον τρόπο δεν εκτιμώνται από τις ηγεσίες των κομμάτων της Αριστεράς, ώστε να αποτελέσουν αυτά τα κινήματα ένα εφαλτήριο νέων συλλογικών διεκδικήσεων.

Είναι και θέμα υποκειμενισμού και ναρκισσισμού και ζήτημα λειψής σύνδεσης με ευρύτερες κοινωνικές δυνάμεις. Κάποτε ήμουν αρκετά κριτικός προς το κινηματικό στοιχείο, κυρίως τη δεκαετία του αντιμνημονίου, θεωρώντας πως κολακεύει ένα χαρμάνι αριστεροδέξιων συγχύσεων. Τώρα πιστεύω ότι χωρίς το στοιχείο των ενεργών πρωτοβουλιών, αν μέναμε μόνο στις εξελίξεις «κορυφής» με τις κινητικότητες (κομψά το λέω) βουλευτών, τις παραιτήσεις και όλα τα άλλα, θα ήταν ακόμα χειρότερα τα πράγματα. Ευτυχώς που υπάρχει μια σφαίρα ευαισθησιών και δράσης γύρω από δημόσια αγαθά και δικαιώματα. Πάνω σε αυτό θα μπορούσε να δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία στην πολιτική Αριστερά. Δίχως συνεπή πολιτική έκφραση, όλος αυτός ο χώρος των διάσπαρτων κινήσεων κινδυνεύει είτε να κουραστεί και να τα παρατήσει είτε να μην μπορεί να μεταφέρει την ενέργειά του που δημιουργεί σε ένα πιο κεντρικό επίπεδο.

Μπορεί σε αυτή τη φάση η πολιτική Αριστερά να ανακτήσει την εμπιστοσύνη του κόσμου και να γίνει ελκυστική στις μάζες; Είναι ανοιχτές οι πληγές.

Πολύ δύσκολα εννοείται. Έχει τραυματιστεί η σχέση σχεδόν του συνόλου του αριστερού πολιτικού προσωπικού (το ΚΚΕ είναι άλλη ιστορία) με όσους δραστηριοποιούνται στα κινήματα. Δεν υπάρχει, όμως, εναλλακτική. Αυτή είναι πλέον η δική μου ΤΙΝΑ. Εννοώ πως είναι μονόδρομος το να σκέφτεται κανείς την πολιτική μετάφραση των όποιων κοινωνικών, πολιτισμικών και οικονομικών ανταγωνισμών. Η επικείμενη εκλογική χρονιά και η αποδιοργάνωση που έπληξε το αριστερό «οικοσύστημα» επιδρούν στις διαθέσεις των ανθρώπων. Οι εκδηλώσεις στα πανεπιστήμια, τα συνέδρια και τα εργαστήρια της θεωρίας δεν είναι πολιτική λύση. Διατηρούν απλώς ανοιχτούς κάποιους πόρους σκέψης και κριτικής και αυτό είναι σημαντικό. Ως εκεί όμως.

Το παράδειγμα του πώς οργανώθηκε το κίνημα για το δημοψήφισμα για τη ΔΕΘ μπορεί να αποτελέσει ένα υπόδειγμα για το πώς οργανώνεται ξανά η Αριστερά και ποια τα όριά της; Ή είναι μερικό;

Είναι μερικό, όταν όμως διανύουμε μια φάση αποσυσπείρωσης και καταπόνησης των συλλογικών σχεδίων, το μερικό διαφυλάσσει τον σπόρο του καθολικού, φτάνοντας σε περισσότερους ανθρώπους. Αυτό συνέβη και με τη ΔΕΘ, ένα κίνημα που ξεκίνησε από ανθρώπους που κινούνται στην έξω-Αριστερά και έφτασε και σε πιο μετριοπαθείς πολίτες, επειδή συνδύασε ένα όραμα για την πόλη και τον δημόσιο χώρο, με τρόπο ώστε να ταυτιστούν άνθρωποι που έξω βρίσκονται έξω από τους κώδικες των μικρών αριστερών οργανώσεων. Αυτή είναι μια επιτυχία. Θεωρώ ότι το στοιχείο των τοπικών προβληματισμών-κινήσεων για τους δημόσιους χώρους, τα αγαθά, τα τοπία είναι ένα σημαντικό πεδίο που δημιουργεί και ταυτότητες συναισθηματικής εγγύτητας.

Έχουμε και διεθνή παραδείγματα, όπως ο δήμαρχος Νέας Υόρκης Ζοχράν Μαμντάνι ή η δήμαρχος Γκρατς Ελκε Καρ, που κάπως τα «ζηλεύουμε», και θέλουμε να τα μεταφέρουμε αυτούσια…

Θα πρόσθετα και τον εξαιρετικό δήμαρχο του Σεν-Ντενί, τον Μπαλί Μπαγκαγιοκό που είναι ο ίδιος μια σύνθεση των λαϊκών ρεπουμπλικανικών παραδόσεων με την καινούρια Γαλλία των προαστίων και τις πολύχρωμες ανάγκες της. Πολλές φορές ξεκινάμε από τα πρόσωπα –παίζουν σαφώς μεγάλο ρόλο– αλλά αυτά προέκυψαν μαζί με έναν ιστό ο οποίος λειτούργησε πολλαπλασιαστικά στα μηνύματά τους. Δεν κουβαλούν ένα χαώδες πρόγραμμα, αλλά τρία τέσσερα στοιχεία τα οποία προτάσσονται και υλοποιούνται. Δεν είναι επίσης παραδείγματα μιας πολιτικής στελεχών και προοδευτικών προσωπικοτήτων γιατί το «από τα πάνω» επίπεδο τροφοδοτείται από ένα πραγματικό και ζωηρό «κάτω επίπεδο». Ο Μαμντάνι προκαλεί αντιδράσεις στο συντηρητικό κατεστημένο του Δημοκρατικού Κόμματος γιατί οι ίδιοι οι Δημοκράτες Σοσιαλιστές και ο χώρος των κινημάτων πολλαπλασίασαν την διαπραγματευτική τους δύναμη στο πεδίο. Εμείς όμως στην Ελλάδα είμαστε ακόμα στο τραύμα.

Είναι και ο φόβος της επιβίωσης, θεωρείς, που μας κρατά πίσω; Που στερεύει τη φαντασία;

Και που κάνει τον ορίζοντα πολύ στενό. Δεν επιτρέπει να έρθει αυτό που παλιότερα λέγανε «σχέδιο», «πρόταγμα», «όραμα». Αυτά προϋποθέτουν μια πιο γενναιόδωρη κατανομή του χρόνου για να απλωθούν και οι ανθρώπινες προσδοκίες. Όταν ηγεμονεύει ο επιβιωτικός ρεαλισμός, μπορούν και τον διαχειρίζονται οι παίκτες του κατεστημένου μέσα από το παιχνίδι των επιδομάτων, των μικρών αυξήσεων, μιας μέτριας σταθερότητας κλπ. Αν κρατώ κάτι που με κάνει λίγο πιο αισιόδοξο είναι ότι οι νεότεροι κυρίως συνομιλητές μου έχουν καλύτερη επίγνωση της κοινωνίας, καταλαβαίνουν καλύτερα το παρόν που ζουν. Αν η στένωση του ορίζοντα προσδοκιών συρρικνώνει και την όποια πολιτική προοπτική, είναι σημαντικό, τουλάχιστον, να είμαστε υποψιασμένοι, για να μπορέσουμε να βρούμε τις ρωγμές μέσα από τις οποίες ξαναστήνεται μια νέα κοινωνικοπολιτική προοπτική. Ένας κριτικός και μαχητικός ρεαλισμός είναι τελικά το αντίθετο της λιπόθυμης παραδοχής ότι δεν αλλάζουν τα πράγματα.

Ιωάννα Δρόσου
Η ΕΠΟΧΗ