Σοφία Βιδάλη: «Το έγκλημα στα Γλυκά Νερά αποδομεί όλα τα στερεότυπα της ελληνικής κοινωνίας»
Γενικά υπάρχει μια βιασύνη επίδειξης «έργου» στον τομέα της εγκληματικότητας και μια προσπάθεια αυστηροποίησης των ποινικών νόμων, της διαχείρισης των κρατουμένων κ.ο.κ. Αυτό είναι το ιδεολογικό υπόβαθρο και οι θέσεις της παρούσας κυβέρνησης, που αποτελούσαν εξάλλου μέρους και της προεκλογικής της ατζέντας κατά το μέρος που επικεντρώθηκε στην ασφάλεια ως ζήτημα του εγκλήματος του δρόμου, των αλλοδαπών κλπ. Αυτή, λοιπόν, η ατζέντα φαίνεται ότι εκτιμήθηκε πως επιβεβαιώνεται με αυτό το έγκλημα, όπως και με κάποια άλλα που έγιναν αυτή την περίοδο, και έτσι επιλέχθηκε να γίνουν διάφορες σχετικές δηλώσεις, επικηρύξεις κτλ. Βεβαίως έκαναν λάθος και δείχνει μία μονομέρεια στις αντιλήψεις των πολιτικά αρμοδίων προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση μόνο, και αυτό είναι ένας δείκτης αναξιοπιστίας, κατά τη γνώμη μου. Από εκεί και πέρα, για το ζήτημα των ποινών, δεν καταλαβαίνω γιατί θεωρούμε λίγο το να μείνει κάποιος 15 και 20 χρόνια στη φυλακή. Εδώ λέγαμε για το πόσο ψυχοφθόρος ήταν ο ημι-περιορισμός της καραντίνας και πώς οδήγησε, για παράδειγμα, στην αύξηση της χρήσης ουσιών. Καμία έρευνα πουθενά και ποτέ δεν έχει αποδείξει ότι η αύξηση των ποινών συνετέλεσε στη μείωση της εγκληματικότητας. Επομένως, η συζήτηση περί αύξησης των ποινών είναι προβληματική, μεταξύ άλλων και επειδή διαμορφώνει ένα κλίμα που ταυτίζει τη σοβαρότητα των κυβερνήσεων με την αυστηρότητα των ποινών (πράγμα άκρως παραπλανητικό), ενώ η πραγματικότητα είναι ότι αυξάνουμε τις ποινές γιατί είμαστε ανίκανοι στην αντιμετώπιση της εγκληματικότητας. Πρέπει, επίσης, να ξεκαθαρίσουμε αν ως πολιτική κοινωνία δίνουμε δεύτερη ευκαιρία στους στυγνούς εγκληματίες. Αν όχι, τότε αυτή η άποψη ταυτίζεται με την επαναφορά της θανατικής ποινής και είμαστε μακριά από τη δημοκρατία. Δημοκρατία δεν είναι μόνο να ψηφίζουμε, αλλά να κατανοούμε την αρνητική διάσταση που έχουν κάποιες κοινωνικές σχέσεις και να παρεμβαίνουμε, ώστε, αν δεν μπορούν να αποκατασταθούν, όπως σε περιπτώσεις ανθρωποκτονίας, να εξομαλύνονται.









