Μανώλης Πιμπλής

30
04

Walter Benjamin, ένας «μεροληπτικός» θεωρητικός

Ο φιλόσοφος Βάλτερ Μπένγιαμιν, 80 χρόνια μετά τον θάνατό του στα Πυρηναία, στη διάρκεια απόπειρας διαφυγής του από τη ναζιστική Ευρώπη, όχι μόνο έχει καταλάβει μια σημαντική θέση στην ιστορία της σκέψης, αλλά το ενδιαφέρον γι’ αυτόν με το πέρασμα του χρόνου διευρύνεται, αναγορεύοντάς τον σε κεντρική φιγούρα της Φιλοσοφίας, ιδιαίτερα τις τελευταίες δεκαετίες. Ένας λόγος είναι και η ευρύτητα της θεματολογίας του, το πολυσχιδές της θεωρητικής του έρευνας, που περιλαμβάνει την κριτική της λογοτεχνίας, τη λογοτεχνική μετάφραση, το βιβλίο γενικότερα, τα έργα τέχνης, τη Φιλοσοφία της Ιστορίας αλλά και την εβραϊκή σκέψη. Στο παρόν τομίδιο καταγράφονται 65 «αφορισμοί» του ή αλλιώς «Εξήντα πέντε θέσεις για τα βιβλία και τις πόρνες, το γράψιμο, την κριτική, τους σνομπ και την επιτυχία». Το ίδιο το γράψιμο του Μπένγιαμιν, όπως έχει παρατηρηθεί, έχει ιδιαιτερότητες, η λογική ακολουθία των προτάσεων δεν είναι συνήθης, έτσι ώστε ένας αφορισμός λίγων προτάσεων μπορεί να εμπεριέχει πολύ περισσότερα από αυτά που σε μια πρώτη ανάγνωση δηλώνει.
19
03

Νίκος Γραικός: Και πεπεισμένος είμαι, και παλεύω. Ξερόλας δεν είμαι

Ο Νίκος Γραικός μιλάει λοιπόν για όλα σε αυτό το βιβλίο. Για την παιδική ηλικία και το παιδί που κρύβει μέσα του, για την ερωτική σχέση του με τη δουλειά του ως δασκάλου ελληνικών σε ξένους, στο Παρίσι κυρίως αλλά και στα ελληνικά νησιά το καλοκαίρι, για τα καλοκαίρια του στην Αλόννησο, για τη διπλή ταυτότητα, ελληνική και γαλλική, για τη σχέση του με τους πεθαμένους γονείς του, για τις πνευματικές συγγένειες και τα διάφορα είδη φιλίας, για τον έρωτα, τις δυσκολίες ενός ομοφυλόφιλου ανθρώπου, αλλά και τη συμφιλίωσή του με αυτές, για την οικολογία που χωρίς άλλη πολιτική συνείδηση καταντά, κατά το γνωστό σύνθημα, κηπουρική, για την αγάπη του για το μαγείρεμα, την ελληνική και τη γαλλική κουζίνα, τους κανόνες καλής συμπεριφοράς και αν πρέπει ή όχι να τους τηρούμε, για τον τομέα του πολιτισμού στην πολιτική ζωή, για το 2015, Ιανουάριο και Ιούλιο, όπου το δημοψήφισμα και τις συνέπειές του το παρουσιάζει βιωματικά, γι’ αυτό και ιδιαίτερα συγκινητικά, για τις ετικέτες που βάζουν πολλοί εύκολα στους άλλους, με βάση μια πολιτική τοποθέτηση. Και βέβαια για την αγάπη, για τον θάνατο, την αγωνία του τι μένει από τον καθένα μας μετά το τέλος. Ο λόγος του είναι χειμαρρώδης. Όσοι έχουν γνωρίσει τον Νίκο Γραικό, σε κάποια δημόσια εκδήλωση ή και από τη συμμετοχή του ακόμα μόνο στις ευρωεκλογές, στο ψηφοδέλτιο του ΣΥΡΙΖΑ, θα ξέρουν ότι ο λόγος του είναι χειμαρρώδης, διακρίνεται από ευγλωττία, πάθος και ακρίβεια ταυτόχρονα. Όπως ο ίδιος παραδέχεται στο βιβλίο, είχε επίγνωση πάντα αυτής του της ικανότητας αλλά θεωρούσε ότι στο γραπτό λόγο τα κατάφερνε λιγότερο καλά. Γι’ αυτό και απέφευγε την έκδοση βιβλίου. Ωστόσο κατάφερε να βρει τον δρόμο της γραφής με ένα πρώτο λογοτεχνικό κείμενο, σε συλλογικό τόμο, την περίοδο της πανδημίας. Ένας φίλος του βιβλιοπώλης του έγραψε ότι είδε στο κείμενο την ταύτιση συγγραφέα - έργου, την ευθύτητα και τη λυρικότητα του προφορικού του λόγου. Οπότε εμπιστεύτηκε αυτό το δρόμο, το δρόμο «της προφορικότητας του γραπτού λόγου», που οδηγεί σε μια πραγματικά επιδραστική γραφή.
22
01

Μεταξύ προόδου και Λούνα Παρκ

Κώστας Κατσάπης (επιμ.), «Οι απείθαρχοι. Κείμενα για την ιστορία της νεανικής αναίδειας τη μεταπολεμική περίοδο» Το βιβλίο αυτό δίνει μπόλικη τροφή για σκέψη. Θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί σε μεγαλύτερο βάθος και χωρίς προκαταλήψεις -ψάχνοντας και τη μεγάλη, παρατιθέμενη βιβλιογραφία- για το αμερικανικό μοντέλο και το τι σημαίνει αυτή η γενικευμένη ελευθεριότητά του που συνδέεται όμως με το Λούνα Παρκ της κατανάλωσης, ή πάλι για τη θέση και την αποδοχή ή μη της λογοτεχνίας ενός Βασιλικού και ενός Κουμανταρέα από την ελληνική κριτική, άλλοτε και τώρα, και ποια σχέση έχει η αποδοχή ή η επιφύλαξη αυτή με το γεγονός ότι οι συγκεκριμένοι συγγραφείς ενσωμάτωσαν τη νεανική κουλτούρα στο έργο τους. Σε κάθε περίπτωση το ενδιαφέρον για τα ζητήματα που θέτει το βιβλίο θα βαίνει αυξανόμενο. Η εποχή του διαδικτύου και της οριστικής κατίσχυσης της εικόνας με διάφορους τρόπους, είτε μιλάμε για την -παρωχημένη, ήδη- τηλεόραση, είτε για το ΥouTube και το Instagram, είτε για άλλες μορφές που θα εμφανιστούν στο μέλλον, ανοίγει πεδίο δόξης λαμπρόν στους νεότερους αυτούς επιστημονικούς κλάδους, πολύ περισσότερο που η ίδια η επιστήμη της Ιστορίας θα αλλάξει και αυτή τροφοδοτικό υλικό, περνώντας από τις γραπτές πηγές στην αναζήτηση βιντεοεικόνων. Είμαστε σε άλλη εποχή και θα πρέπει λοιπόν να βρει, ο καθένας, τα νέα του πατήματα, χωρίς να προδίδει τις αρχές του. Θέλει ψυχραιμία, καθαρό μυαλό και… αρκετό διάβασμα. | Μανώλης Πιμπλής